Translate

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

 ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΕΥΣΤΟΧΟ ΑΡΘΡΟ


Ἡ διαρκὴς Οἰκουμενιστικὴ σύγχυση ἀποτελεῖ ἐσχάτη πλάνη



22 Αυγούστου, 2026

+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος

 

 

Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀπὸ παλαιὰ καὶ μέχρι σήμερα, προσπαθοῦν νὰ πείσουν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ἄλλους, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι, ὅτι οἱ Οἰκουμενιστικές τους ἀντιλήψεις καὶ πρακτικὲς δὲν συνιστοῦν ἐκτροπή, δὲν ἀλλοιώνουν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἶναι δῆθεν σύμφωνες μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση ἀπὸ τὰ ἀποστολικὰ ἤδη χρόνια! Ὅτι εἶναι δῆθεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσή τους νὰ ἀγωνίζονται «γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας καὶ τῆς εἰρηνικῆς συνύπαρξης μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν», κάτι τὸ ὁποῖο ἔχει δῆθεν τὶς ρίζες του στὴν πρωτοχριστιανικὴ περίοδο! (βλ. π. Αὐγουστίνου Μπαϊραχτάρη, «Ἡ φύση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ ΠΣΕ – Μία ὀρθόδοξη ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ θεώρηση τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης», στὸ περιοδ. «Θεολογία», 2/2015, σελ. 257).

 

Μάλιστα, γιὰ νὰ ἑδραιώσουν αὐτὴ τὴν προφανῆ καὶ πρωτοφανῆ πλάνη τους, δὲν διστάζουν νὰ προβαίνουν σὲ ἀνεπίτρεπτη σύγχυση ὅρων, ὥστε νὰ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν καινοτομοῦν, οὔτε πρωτοτυποῦν, ἀλλὰ ὅτι παραμένου δῆθεν πιστοὶ καὶ συνεπεῖς στὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση.

 

Γιὰ παράδειγμα, ὁ προηγούμενος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος, δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα ἡ σκιά του, ἤτοι ὁ τότε διευθυντὴς τοῦ ἰδιαιτέρου πατριαρχικοῦ γραφείου Φιλαδελφείας Βαρθολομαῖος καὶ νῦν Κωνσταντινουπόλεως), δήλωνε γραπτὰ σὲ σχετικὴ ἐρώτηση:

 

«Ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνησις δὲν εἶναι τι τὸ ξένον πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν. Ἀνήκει εἰς τὴν φύσιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ οἰκουμενικότης. Τοῦτο σημαίνει ὅτι Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικότης δὲν εἶναι δύο πραγματικότητες ἁπλῶς παράλληλοι, ἀλλὰ δύο γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα συμπίπτουν θεολογικῶς καὶ ἱστορικῶς. Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς ἡ μοναδικὴ οἰκουμενικὴ ἀλήθεια ὑπερκαλύπτει τὸν Οἰκουμενισμόν. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ προσδίδει τὴν Οἰκουμενικὴν διάστασιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποκτᾶ ἔννοιαν καὶ περιεχόμενον μόνον ὑπὸ τὴν στέγην τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ παραδόσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ὀρθοδοξία, τόσον εἰς τὰ παλαιὰ σχήματα τοῦ ἱστορικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσον καὶ εἰς τὰς συγχρόνους μορφὰς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν παρουσίας, συμμετοχῆς καὶ πρωτοβούλου συμπράξεως μεθ’ ὅλων τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ, αἱ ὁποῖαι στοχεύουν τιμίως καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἑνότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος τῶν Ὀρθοδόξων ἐντὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως: νὰ δώσουν τὴν πραγματικὴν διάστασιν εἰς τὴν Κίνησιν καὶ νὰ τὴν τοποθετήσουν εἰς τὴν ὀρθὴν βάσιν της, μὲ γνώμονα τὰς κοινὰς πηγὰς τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας καὶ τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας καὶ παραδόσεως» (περιοδ. «Ἐκκλησία», ἀρ. 13/1-15.7.1986, σελ. 439).

 

Στὴν προκειμένη περίπτωση, παρατηρεῖται καταφανὴς σύγχυση ὅρων καὶ πραγματικοτήτων. Γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ σαφεῖς, λέγουμε ὅτι ἡ Οἰκουμενικότητα ἀποτελεῖ πράγματι βασικὸ στοιχεῖο τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς πίστεώς μας. Ὅμως, χρειάζεται προσοχὴ νὰ μὴ συγχέονται οἱ ἔννοιες. Ὅπως ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ θέωση, ποὺ ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τοῦ «καθ’ «ὁμοίωσιν», καὶ ἄλλο πρᾶγμα ἡ Θεοποίηση, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ψεῦδος τοῦ διαβόλου στοὺς πρωτοπλάστους γιὰ νὰ τοὺς ἐκβάλει ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἔτσι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ Οἰκουμενικότητα, ποὺ σημαίνει τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς πρόσκληση στὸν ἐκτὸς αὐτῆς κόσμο, ἀκόμη δὲ καὶ στοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, γιὰ υἱοθέτηση τῆς ἀληθείας της καὶ ἕνωση ἐν μετανοίᾳ μὲ αὐτήν, καὶ τελείως ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμός, ποὺ σημαίνει προσπάθεια γιὰ δῆθεν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, δηλαδὴ τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μαζί τους καὶ ἀπὸ κοινοῦ μὲ αὐτούς· τοῦτο δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφή τους στὸ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας τῆς Πίστεως, ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσαν, ἀλλὰ σὲ ἀνεπίτρεπτη ἀνάμιξη μαζί τους, ἄν καὶ αὐτοὶ διακατέχονται ἀπὸ διαφορετικὲς ἀρχὲς στὴν πίστη καὶ στὸ ἦθος. Ὥστε ὁ μόνιμος θεσμικὸς συμφυρμὸς μαζί τους -ὅπως συμβαίνει γιὰ παράδειγμα στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (ΠΣΕ), νὰ καθίσταται σαφῶς ἀθέμιτος, ἀνεπίτρεπτος καὶ ἀπόβλητος ὀρθοδόξως (βλ. κείμενο: «Μηδὲν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχεσθε», στὸ ἔργο τοῦ Στεργίου Σάκκου, Ἀγάπη καὶ Ὀρθοδοξία, ἐκδ. «Χριστιανικὴ Ἐλπίς» Ὀρθόδοξη Ἀδελφότητα, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 117 ἑ.).

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν δισχιλιετῆ ἱστορία της καλοῦσε καὶ πρότεινε πάντοτε σὲ ὅλους τοὺς ἐκτὸς Αὐτῆς τὴν ἀλήθεια τοῦ δόγματός της γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος διαλεγόταν πράγματι μὲ ὅλους, μὲ σκοπὸ νὰ μεταμορφώσει ὅσους Τὸν ἐπίστευαν καὶ νὰ τοὺς καταστήσει πρόβατα τῆς ποίμνης Του. Ἔναντι ὅσων ἀντέλεγαν μὲ πεῖσμα καὶ ἀπέρριπταν ἤ διέστρεφαν τὴν διδαχή Του, διέκοπτε τὸν ὅποιο διάλογο (βλ. Ἰωάν. 8:25).

 

Καὶ τοῦτο διότι ἡ Ἀγάπη ἁγιογραφικῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὴν σώζουσα Ἀλήθεια. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει Ἀγάπη χωρὶς Ἀλήθεια: «ἀληθεύομεν ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. 4:15) καὶ ἡ ἀγάπη «συγχαίρει τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. 13:6).

 

Ἀντίθετα, μέσῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ δὴ τοῦ «ΠΣΕ» ὑπάρχει ὑπερτονισμὸς τῆς ἀγάπης εἰς βάρος τῆς ἀληθείας. Οἱ διαρκεῖς σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἐπὶ ἕνα σχεδὸν αἰῶνα, ἡ συμπερίληψη μαζί τους σὲ συμβούλια καὶ διαβούλια, οἱ ἀνταλλαγὲς ἐπισκέψεων καὶ δώρων, οἱ συμπροσευχὲς καὶ συνδιακηρύξεις, οἱ ἐναγκαλισμοὶ καὶ ἀλληλο-ασπασμοί, δὲν συνιστοῦν τίποτε ἄλλο παρὰ ἀνεπίτρεπτο διαχωρισμὸ Ἀγάπης καὶ Ἀληθείας, μὲ πλήρη ἤ ἔστω μερικὴ παραθεώρηση τῆς Ἀληθείας.

 

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ποθοῦσαν τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἑτεροδόξων μὲ ἀνυπόκριτη ἀγάπη καὶ ἀλήθεια, διότι ὁ χωρισμός τους δημιουργοῦσε μέσα στὴν εὐαίσθητη ψυχή τους πόνο καὶ ὀδύνη. Ἀλλὰ αὐτὸ καθόλου δὲν σήμαινε ὅτι «συμμαχοῦσαν» μαζἰ τους μέσῳ Συμβουλίων δῆθεν Ἐκκλησιῶν (!), γιὰ ἀτέρμονες συζητήσεις ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ καὶ γιὰ κοινὲς διακηρύξεις καὶ δράσεις στὸν κόσμο! Ἡ σύντομη πιστοποίηση ὅτι οἱ κακοδοξοῦντες ἐπέμεναν στὶς κακοδοξίες τους, ὁδηγοῦσε σὲ παύση ὁποιασδήποτε διαλογικῆς διαδικασίας καὶ προσπάθειας, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποστολικὴ προτροπή: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. 3:10). Αὐτὸ κανέναν «ἱστορικὸ Οἰκουμενισμὸ» δὲν συνιστοῦσε, ἐκτὸς κι ἄν θέλουμε νὰ «παίζουμε μὲ τὶς λέξεις» γιὰ τὴν δημιουργία ἐντυπώσεων.

 

Ἡ συνεχὴς καὶ ἐπίμονη προσέγγιση μὲ ἀνθρώπους ποὺ ὄχι μόνο δὲν ἐγκαταλείπουν τὶς πλάνες τους, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνουν αὐτὲς καὶ χειροτερεύουν, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, παρὰ ἐξακολούθηση τοῦ καταστροφικοῦ διαλόγου τῆς Εὔας μὲ τὸν Ὄφι, τοῦ ὁποίου γνωρίζουμε τὸ τραγικὸ ἀποτέλεσμα! (βλ. Εἰς Γένεσιν, ὁμιλ. 16, παρ. 2, ΕΠΕ τ. 2, σελ. 416).

 

Ὁ σύγχρονος συναγελασμὸς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους εἶναι λοιπὸν μία καλοστημένη Οἰκουμενιστικὴ παγίδα, στὴν ὁποίαν περιέπεσαν οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ φιλο-οικουμενιστές, ὅπως καὶ οἱ ἀνεχόμενοι καὶ ἀκολουθοῦντες αὐτοὺς καὶ ἑπομένως συμπαρασυρόμενοι στὴν «ἐλεύθερη πτώση» τους!…

 

Τὰ λογικοφανῆ κοσμικὰ κατὰ βάσιν Οἰκουμενιστικὰ ἐπιχειρήματα γιὰ παγχριστιανικὴ ἤ καὶ πανθρησκειακὴ ἑνοποίηση, μὲ τὴν ἔννοια τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, συνεργασίας καὶ ἰδίως ἀλληλο-αποδοχῆς, ἀποτελοῦν παραφθορὰ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ καταστρατήγηση τῆς Ἀληθείας Πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας (βλ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖο», περιοδ. «Παρακαταθήκη», ἀρ. 25/Ἰούλιος-Αὔγουστος 2002, σελ. 7).

 

Μὴ λησμονοῦμε ἄλλωστε ὅτι μέσῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν πράξη, ὑπάρχει ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος ὅλων τῶν αἱρετικῶν, δίδεται «κοινὴ μαρτυρία» πίστεως καὶ ἐπιδιώκεται ὁ «κοινὸς εὐαγγελισμὸς» τῶν ἀνθρώπων, γίνεται ἀπὸ κοινοῦ προσπάθεια «εὑρέσεως τῆς ἀληθείας», ἀναλαμβάνεται κοινὴ δράση γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου, ὑπάρχει δέσμευση «ἀποφυγῆς προσηλυτισμοῦ», ἀναφέρονται συμπεράσματα γιὰ «κοινὴ μετάνοια σχετικὰ μὲ ἐλλείψεις καὶ ὑπερβολές» κλπ. (βλ. π. Αὐγουστίνου Μπαϊραχτάρη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 261, 263, 267, 268, 285-286, 297-298).

 

Ὅλα αὐτὰ μόλις ποὺ χρειάζεται νὰ τονίσουμε ὅτι καμία σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὴν Κανονικὴ καὶ Συνοδικὴ Πατερικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κανόνας τῆς τρίτης Τοπικῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος, γιὰ παράδειγμα, διαλαμβάνει: «…Παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν, ἀδύνατον ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν… Ἁγιάσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε Ἐκκλησίαν. Οὐ δύναται δὲ χρίσμα τὸ παράπαν, παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι… Πῶς δὲ εὔξεται ὑπὲρ τοῦ βαπτισθέντος, οὐχὶ ἱερεύς, ἀλλ’ ἱερόσυλος καὶ ἁμαρτωλός;… Διὰ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας νοοῦμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν [δίδοσθαι]. Τίς δὲ δύναται δοῦναι, ὅπερ αὐτὸς οὐκ ἔχει;… Τὰ ὑπ’ αὐτῶν [τῶν αἱρετικῶν] γενόμενα ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστιν ἀδόκιμα… Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ ἀντίχριστοι ὠνομασμένοι, δυνατοὶ οὐκ εἶεν χάριν δοῦναι τῷ Κυρίῳ» (βλ. Ἱερὸν Πηδάλιον, σελ. 369).

 

Τὰ ἀνωτέρω βρίσκονται σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τοὺς Ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνες ΜΣΤ΄ καὶ ΜΖ΄, κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν θεωρεῖται «μόλυσμα». Διότι πρόκειται γιὰ «ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας», οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουν «ἀποτρόπαιον μίασμα καὶ βδέλυγμα», κατὰ τὸν Α΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς Πενθέκτης ἁγίας Συνόδου.

 

Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες Ζ΄ τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς καὶ ϤΕ΄ τῆς Πενθέκτης, περὶ τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν», οἱ ὁποῖοι δέχονται σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις τὴν μὴ ἐπανάληψη τοῦ ὀρθοῦ τύπου βαπτίσεως αἱρετικῶν, δὲν σημαίνει ὅτι θεωροῦν ἔγκυρο τὸ βάπτισμα ἐκεῖνο καθ’ ἑαυτό, οὔτε κατ’ ἀκρίβειαν οὔτε καὶ κατ’ οἰκονομίαν.

 

Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὰ διαλαμβανόμενα στὴν σύγχρονη κατάκριτη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως Οἰκουμενικὴ Κίνηση; Ποῦ χῶρος γιὰ «Ἐκκλησίες Χριστοῦ», γιὰ «Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», γιὰ ἀναγνωρίσεις de facto βαπτισμάτων καὶ ἄλλων τελετῶν, γιὰ «λειτουργήματα», κοινὲς ἐπιτροπὲς καὶ κοινὲς δράσεις;

 

  Ἐν τούτοις, οἱ Οἰκουμενιστὲς θεωροῦντες τοὺς ἑαυτούς τους ὡς εὐπροσάρμοστους στὶς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν καὶ στὶς νέες ἱστορικο-κοινωνικο-πολιτικὲς συνθῆκες, διατείνονται μὲ ἄνεση ὅτι δῆθεν ἀκολουθοῦν -κατὰ φαντασίαν- τὸ Πατερικὸ καὶ Παραδοσιακὸ ὑπόδειγμα, χωρὶς νὰ τὸ παραβιάζουν (!), ἀλλὰ σὲ συμμόρφωση μὲ τὰ νέα δεδομένα τῆς σύγχρονης ἐποχῆς.

 

Αὐτὸ θυμίζει καὶ τὴν τραγωδία (γιὰ μὴ ποῦμε βλασφημία!) στὴν ὁποία περιπίπτουν οἱ σύγχρονοι κατεδαφιστὲς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἤθους τῆς Ἐκκλησίας, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί: ἀφοῦ οἱ περισσότεροι κατ’ ὄνομα χριστιανοὶ δὲν τηροῦν πλέον τὶς ἠθικὲς ἀπαιτήσεις τῆς Πίστεως γιὰ καθαρότητα πρὶν ἀπὸ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, στὴν πανσεξουαλικὴ ἐποχή μας, ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ὁλοκληρωμένες σαρκικὲς σχέσεις πρὶν ἀπὸ τὸν Γάμο θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν φυσικὲς καὶ ἀποδεκτές, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ ὄχι χυδαία συναλλαγή· καὶ ὅσοι συνεχίζουν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ἐμμένουν στὸ ἰσχῦον καὶ αὐτονόητο στὴν Πίστη καὶ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια, αὐτοὶ δῆθεν κάνουν «ἑρμηνευτικὸ λάθος» καὶ δυσφημοῦν τὴν ἀληθινὴ ἔννοια τῆς πίστεως!

 

Χρησιμοποιοῦμε ἐπίτηδες αὐτὸ τὸν παραλληλισμό, διότι εἶναι γνωστὸς στὴν ἁγία Πίστη μας: οἱ ἄνομες πνευματικὲς σχέσεις μὲ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας –διότι ὑπῆρχαν καὶ παλαιὰ μεμονωμένα περιστατικὰ κυρίως ἐξ ἀγνοίας, ἀποκαλοῦνται ἀπερίφραστα «πνευματικὴ πορνεία καὶ πνευματικὴ μοιχεία»! Εἶναι γνωστὸ αὐτὸ ἀπὸ τὰ Γεροντικὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραθέσουμε παραδείγματα. Ὅμως στὶς ἡμέρες μας, οἱ ἄνομες αὐτὲς σχέσεις εἶναι παγιωμένες μέσῳ τοῦ ἐκμαυλιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ ὅποιος διαμαρτύρεται γιὰ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ ἀκολασία, θεωρεῖται φοβικός, ἄβγαλτος ἐπαρχιώτης, ἀπροσάρμοστος, φανατικός, «ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου»!…

 

Ὅμως, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο εἶναι ἀναλλοίωτο καὶ ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Πίστη μας δὲν παλιώνει, ὥστε νὰ χρειάζεται ἀναπροσαρμογὴ καὶ ἐκσυγχρονισμό. Τὰ «αἰώνια ὅρια» τῆς Ἀληθείας τῆς Πίστεως εἶναι ἀμετακίνητα καὶ ἡ ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαράβατη (βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Α΄ 1, ΕΠΕ, τ. 1, σελ. 56).

 

Οὐδέποτε μὲ τὸ «πρόσχημα τῆς ἀγάπης» δύναται νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ ἀπόλυτη κατάπτωση («τερατώδη ταπείνωση», τὴν ὀνόμαζε ὁ Ὁμολογητὴς Γέροντας Ἰουστῖνος Πόποβιτς) συμμετοχῆς τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας σὲ «Συμβούλια Ἐκκλησιῶν» καὶ σὲ Διαχριστιανικὲς καὶ Διαθρησκειακὲς τελετὲς καὶ συνάξεις.

 

Γι’αὐτὸ καὶ πολὺ ὀρθὰ πρώην Προτεστάντης καὶ ἀπολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἀμερικὴ ἔγραψε ἐδῶ καὶ χρόνια ὅτι «ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἀποτελεῖ μιὰ ἀποτυχία”, «εἶναι ἕνα ἄθλιο φιάσκο», «ἕνα ἄλλο προϊὸν τῆς μανίας τοῦ οὐτοπισμοῦ ποὺ κυρίευσε τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα». Ἐπίσης, ὅτι «ἡ ἀποστασία τοῦ φιλελευθέρου Προτεσταντισμοῦ καὶ ἡ ἀποδοχὴ ἀπὸ τὶς προτεσταντικὲς ὁμολογίες τῆς ἀνηθικότητας καὶ τῆς διαστροφῆς ἔχουν αὐξηθεῖ φανερὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς “οἰκουμενιστικῆς ἐποχῆς”» (βλ. Frank Schaeffer, Ἀναζητώντας τὴν ὀρθόδοξη πίστη στὸν αἰώνα τῶν ψεύτικων θρησκειῶν – Χορεύοντας μόνος, ἐκδ. Μακρυγιάννης, β΄, Κοζάνη 2004, σελ. 505).

 

Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι ὅσοι ἑτερόδοξοι παλαιότερα καὶ στὶς ἡμέρες μας προσχωροῦν στὴν Ὀρθοδοξία, ἰδίως στὴν Ἀμερική, δὲν προσέρχονται ἐξ αἰτίας κάποιας δῆθεν «ὀρθόδοξης μαρτυρίας» στὶς Οἰκουμενιστικὲς συναντήσεις, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο! Γι’ αὐτὸ καὶ καθόλου δὲν διάκεινται ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, παρὰ τὸν θεωροῦν ἀποπροσανατολιστικὸ ἕως καὶ ἀποστατικὸ φαινόμενο.

 

Οἱ ἐκτροπὲς τῶν δυτικῶν χριστιανῶν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποδοχὴ τῶν ἀμβλώσεων, τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων, τῆς γυναικείας ἱερωσύνης κλπ., ὁδηγοῦν σὲ κυριολεκτικὴ ἀηδία ἀκόμη καὶ τὰ σοβαρὰ μέλη τῶν ὁμολογιῶν τους, ὥστε νὰ ἐγκαταλείπουν αὐτὴ τὴν κατάπτωση.

 

Ὅμως, ἡ λεγόμενη ἐπίσημη Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία συμμετέχει δυστυχῶς, ἐμμέσως ἤ ἀμέσως, σὲ αὐτὴ τὴν διαβρωτικὴ Οἰκουμενιστικὴ στρέβλωση, ἀποτελεῖ ὄντως ἀσφαλῆ καὶ ἐνδεδειγμένη λύση καταφυγῆς ὅσων ἀπογοητευμένων ἀναζητοῦν τόπον σωτηρίας; Μία τέτοια ἐπιλογὴ δὲν ὁδηγεῖ διὰ τῆς τεθλασμένης ὁδοῦ (γιὰ νὰ μὴ ποῦμε διὰ τῆς εὐθείας!) στὸ ἴδιο τραγικὸ ἀδιέξοδο ἀνοχῆς ἄν ὄχι συγκαλύψεως αὐτῶν τῶν ἀποστατικῶν φαινομένων;

 

Μήπως πρὶν ἀπὸ μία δεκαετία, ἡ πλειονότητα τῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν στὴν Ψευδο-σύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου Κρήτης δὲν ἐπιδοκίμασε καὶ ἐνέκρινε τὴν αἱρετικὴ Οἰκουμενιστικὴ ἐκτροπή, ἀντὶ νὰ τὴν καταδικάσει;

 

Κλείνουμε, τονίζοντας ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ νὰ ἐπιτελέσει τὴν σωστικὴ ἀποστολή της στὸν κόσμο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποβάλλει καὶ καταδικάσει κάθε «νόθον δόγμα», κάθε διαστρέβλωση τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, κάθε πλάνη -ὅπως τὴν κυρίαρχη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὰν Νύμφη ἄμωμη τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

 

Ὅμως, θὰ ἐπανέλθουμε, σὺν Θεῷ, σύντομα ἐπὶ συγκεκριμένου προσφάτου συμβάντος, τὸ ὁποῖο χρήζει ἐξετάσεως καὶ σχολιασμοῦ.

 

Λάρισα, 8/21-08-2026

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

 

Οι μοναχές που «έντυσαν» ξανά τον Μυστρά

 


Η μοναστική κοινότητα της Παντάνασσας: Aπό αριστερά, η μοναχή Ελισάβετ, η μοναχή Ακακία, η ηγουμένη Αβερκία και η μοναχή Αγνή. (Φωτογραφίες: Nίκος Κοκκαλιάς)

 

Το «Κ» μπαίνει πρώτο στο αναστηλωμένο Ανάκτορο των Δεσποτών, στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά, και παρουσιάζει τις 22 ενδυμασίες με τις οποίες η Αγνή και η Ελισάβετ της Παντάνασσας ζωντανεύουν την αυτοκρατορική ατμόσφαιρα της Καστροπολιτείας

 

Μαργαρίτα Πουρνάρα, 19.8.2026


«Τι να σου πρωτοπώ για να σε βάλω στο mood των ενδυμασιών που φτιάξαμε;» με ρωτάει η μοναχή Αγνή της Παντάνασσας. Το μαύρο ράσο και το μαφόριό της αφήνουν ακάλυπτα μόνο τα χέρια και ένα μέρος του προσώπου της. Ακούγοντάς την κάποιος να μιλάει, μπορεί όντως να μπει σε mood ταξιδιού στον χρόνο, όταν στον Μυστρά ζούσαν οι αυτοκράτορες, οι δεσπότες, οι ευγενείς, οι καλλιτέχνες και οι λόγιοι στην τελευταία αναλαμπή της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.

 

Η ίδια μαζί με τη μοναχή Ελισάβετ έραψαν και κέντησαν 22 βυζαντινής έμπνευσης φορεσιές, εκ των οποίων οι 19 παρουσιάζονται ως περιοδικά εκθέματα στην περίφημη Αίθουσα του Θρόνου του παλατιού. Είναι τόσο εντυπωσιακές και περίτεχνες, που θαμπώνουν τους επισκέπτες. Είναι και ασήκωτες, όπως πληροφορούμαι, από τα κεντίδια…

 

Ωστόσο, ο ανάπλους της Αγνής στο παρελθόν της Καστροπολιτείας μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακοπεί. Ξαφνικά, η αφήγησή της μεταπηδά στην αγάπη που είχε από μικρή για την τζαζ –μια αγάπη που την οδήγησε να μάθει ντραμς–, στον Μάιλς Ντέιβις, τον οποίο είχε δει στον Λυκαβηττό, στον Χέρμπι Χάνκοκ στο Παλλάς. Κι έπειτα, στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε, και στις σπουδές στις θετικές επιστήμες που ετοιμαζόταν να ακολουθήσει στη Γερμανία.

 


Το ένδυμα της αυτοκράτειρας Ελένης Δραγάση.

 

«Ένα αίσθημα σχεδόν ερωτικό»

 

Όλα αυτά, βέβαια, συνέβησαν προτού πατήσει η ίδια το πόδι της στον ιστορικά φορτισμένο τόπο και στη μονή, που έμελλε να αλλάξει την πορεία της ζωής της. «Ένιωσα εδώ την παρουσία της Παναγίας, ένα αίσθημα σχεδόν ερωτικό, που με οδήγησε στην απόφαση να φορέσω τα ράσα», ομολογεί. Γεννημένη το 1969, συμπληρώνει φέτος 37 χρόνια στην Παντάνασσα και είναι μία από τις τέσσερις μοναχές της σημερινής κοινότητας. Μαζί της ζουν η Ελισάβετ, που ήρθε σε νεαρή ηλικία από την τότε κομμουνιστική Βουλγαρία, και οι δύο μεγαλύτερες Λάκαινες, η γερόντισσα Ακακία και η ηγουμένη Αβερκία. Οι τέσσερις γυναίκες συνεχίζουν μια μοναστική παράδοση που διακόπηκε στα Ορλωφικά του 1770, όταν Τουρκαλβανοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν τον Μυστρά. Η μονή ξαναζωντάνεψε το 1855 και έκτοτε φιλοξένησε σημαντικές γυναικείες προσωπικότητες, καθεμία από τις οποίες συνέβαλε με τον δικό της τρόπο στη διάσωση των βυζαντινών σπαραγμάτων. Όλες τους είχαν βαθιά επίγνωση της ιστορικής και πολιτισμικής αξίας του τόπου μέσα στον οποίο είχε χτιστεί η Παντάνασσα.

 

Οι μόνες ψυχές σε μια «νεκρή πολιτεία»

 

Έβαλαν πόρτες και παράθυρα σε ναούς που βρίσκονταν στο έλεος του καιρού και του χρόνου, προσπάθησαν να συντηρήσουν αγιογραφίες και να συνδράμουν το έργο των ειδικών. Έτσι, πλέον, η μονή λειτουργεί ως ακοίμητος φρουρός της Ιστορίας. Αν, μάλιστα, το καλοσκεφτεί κανείς, οι μοναχές είναι σήμερα οι μόνες ψυχές που κατοικούν σε μια «νεκρή πολιτεία», όπως χαρακτηρίστηκε ο Μυστράς από το ίδιο το κράτος το 1921. Μαζί με τους φύλακες αφουγκράζονται το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα ερείπια, ακούν τα πουλιά και τα τζιτζίκια, αγναντεύουν την απέραντη θέα προς τον ορίζοντα. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται το κάστρο του Μυζηθρά, χτισμένο το 1249 από τον Φράγκο Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο, το οποίο πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών λίγα χρόνια αργότερα (1262). Γύρω από το παλάτι, στο οποίο οι Καντακουζηνοί και οι Παλαιολόγοι πρόσθεσαν πτέρυγες, χτίστηκαν σταδιακά ναοί, μονές και αρχοντικές κατοικίες. Ανάμεσά τους και η Παντάνασσα, το τελευταίο θρησκευτικό μνημείο που ανεγέρθηκε στον Μυστρά. Για ένα διάστημα, η Καστροπολιτεία εξελίχθηκε στο σημαντικότερο διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Μοριά. Από εκεί έμελλε να αναχωρήσει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς», που στέφθηκε αυτοκράτορας το 1449 και έπεσε μαχόμενος κατά την Άλωση το 1453.

 

Μετά την Άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ έφτασε το 1460 με την πολύχρωμη στρατιά του για να βάλει τέλος σε αυτόν τον θύλακο, που αποτελούσε σημείο όπου συναντιούνταν τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του Βυζαντίου και της Δύσης. Αργότερα, το 1825, ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του τον λεηλάτησε και τον κατέκαψε, αλλοιώνοντας τη μορφή του. Οι τοίχοι και οι τρούλοι, ωστόσο, έστεκαν πεισματικά όρθιοι έως τη δεκαετία του 1930, οπότε ο Αναστάσιος Ορλάνδος ξεκίνησε πρώτος εργασίες αναστήλωσης στον Μυστρά.

 


Το αποκατεστημένο ανάκτορο εντυπωσιάζει με την κλίμακα και τη μεγαλοπρέπειά του.

 

Ένα παλάτι μοναδικό

 

Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν περίπου 90 χρόνια, να επενδυθούν κρατικά, κοινοτικά και χορηγικά κονδύλια, να εργαστούν εκεί γενιές αρχαιολόγων, συντηρητών, αναστηλωτών και εργατών και να ξεπεραστούν πολλά τεχνικά προβλήματα. Ομολογουμένως, η υπουργός που έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο έργο από όλους τους προκατόχους της ήταν η Λίνα Μενδώνη, η οποία το έθεσε ως προσωπικό της στοίχημα ο αρχαιολογικός χώρος, με τα σπουδαία μνημεία του, να ανοίξει ολοκληρωμένος και πλήρως προσβάσιμος στο κοινό τον Μάιο του 2026.

 

Εκτείνεται σε 200 στρέμματα, από το κάστρο στην κορυφή έως τη μία από τις δύο εισόδους, στα ριζά του λόφου. Δεσπόζει, βέβαια, το παλάτι. Παραμένει το μοναδικό βυζαντινό ανάκτορο που σώζεται στην ολότητά του, ενώ ούτε στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει αντίστοιχο που να διατηρείται, όπως αυτό, σε τρεις ορόφους.

 

Στον χώρο, στα μνημεία, καθώς και στις μόνιμες και στις περιοδικές εκθέσεις μάς ξενάγησε η έφορος Αρχαιοτήτων Λακωνίας Ευαγγελία Πάντου. Ο επισκέπτης εισέρχεται πράγματι σε μια χρονοκάψουλα, μέσα στην οποία αντιλαμβάνεται το μεγαλείο του βυζαντινού πολιτισμού, διαισθάνεται το πόσο μαεστρικά ισορροπούσε ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση και διαπιστώνει το εύρος της γεωγραφικής επιρροής του: στον βυζαντινό και οθωμανικό Μυστρά βρίσκει κανείς τεκμήρια ακόμη και από το Ιράν.

 

Σταθήκαμε με ενδιαφέρον μπροστά σε ένα μικρό πιρούνι με τον δικέφαλο αετό στη λαβή. Σήμερα δεν μας κάνει εντύπωση, όταν όμως κατασκευάστηκε, ήταν ένα άγνωστο αντικείμενο για τις Αυλές της Δύσης, οι ηγεμόνες των οποίων έτρωγαν με τα χέρια. Εντυπωσιακή είναι και η επιβλητική Αίθουσα του Θρόνου, με έναν μικρό εξώστη για τους μουσικούς, ώστε να συνοδεύουν με μελωδίες την αναγγελία των ξένων αντιπροσωπειών και να τέρπουν δεσπότες και αυτοκράτορες. Η Ευαγγελία Πάντου μάς εξηγούσε ότι, πέρα από την ακοή, ενεργοποιούνταν και οι άλλες αισθήσεις: η μυρωδιά του λιβανιού, ο υποφωτισμός της αίθουσας και οι ήχοι συνέβαλλαν στη μυστηριακή μεγαλοπρέπεια της Αυλής των δεσποτών του Μυστρά.

 


Στην Αίθουσα του Θρόνου εκτίθενται σε περιοδικό αφιέρωμα 19 από τις 22 φορεσιές.

 

Εκεί, στην πλέον περίβλεπτη θέση, παρουσιάζονται οι ενδυμασίες των μοναχών της Παντάνασσας, κύρια εκθέματα του αφιερώματος Το φως της Αυλής. Απείκασμα ενδόξου περιβολής. Αποτελούν πράγματι μια σπουδαία εισαγωγή για τον επισκέπτη, καθώς μέσα από τα ενδύματα μπορεί αίφνης να σχηματίσει τη μορφή υπαρκτών προσώπων, όπως αρχόντισσες, δωρήτριες, αφιερώτριες, λόγιες, μέλη του αρχοντολογίου αλλά και της αυτοκρατορικής οικογένειας. Βλέπει τι φορούσαν αυτοκράτορες όπως ο Μανουήλ Β΄, ο Ιωάννης Η΄ ή ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, η αυτοκράτειρα Ελένη Δραγάση, οι δεσπότες και οι σύζυγοί τους, οι οποίες ονομάζονταν, σύμφωνα με την εθιμοτυπία της εποχής, «βασίλισσες».

 

«Το δικό μας δώρο στον Μυστρά»

 

Πώς, όμως, δύο ταπεινές μοναχές, χωρίς προηγούμενη πείρα, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο corpus ενδυμάτων; Εντυπωσίασαν ακόμη και τους εξειδικευμένους ενδυματολόγους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, οι οποίοι κλήθηκαν να κάνουν ορισμένες προσαρμογές, ώστε τα ενδύματα να μετατραπούν σε εκθέματα και να τελειοποιηθεί η μορφή τους.

 

«Ζώντας επί 37 χρόνια στον Μυστρά, βίωσα από κοντά τις προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων. Ανάμεσά τους ο αρχιτέκτονας και συντηρητής Στέφανος Σίνος, ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ο οποίος, ως πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής Αποκατάστασης, εργάστηκε σκληρά επί δεκαετίες, αλλά και η βυζαντινολόγος Ντούλα Μουρίκη. Ακόμη και τις προσπάθειες των ταπεινών εργατών, που κουβαλούσαν τα υλικά και μοχθούσαν κάτω από τον ήλιο», λέει η Αγνή. «Ζήσαμε τον κόπο, την αγωνία και το μεράκι τους να αναστήσουν έναν κόσμο που χάθηκε, αλλά δεν πέθανε, αφού είχε αφήσει πίσω του υλικά κατάλοιπα. Θελήσαμε κι εμείς, με τη σειρά μας, να κάνουμε ένα δώρο στον Μυστρά», συμπληρώνουν μαζί με την Ελισάβετ.



Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις είναι βοηθητικές για να ξεναγηθεί κανείς.

 

Ήξεραν, λοιπόν, να ράβουν; «Ούτε κουμπί. Μας είχε κακομάθει η ηγουμένη, η οποία γνώριζε ραπτική και μας φρόντιζε περισσότερο κι από το αν ήμασταν κόρες της. Η αλήθεια είναι πως ξεκινήσαμε διαφορετικά. Το 2018 εμπνευστήκαμε κάτι που αποκαλέσαμε “βελουδογραφίες”. Αρχίσαμε, δηλαδή, να ζωγραφίζουμε πάνω στο βελούδο ιστορικά πρόσωπα από το παρελθόν του Μυστρά, αντλώντας έμπνευση από τις τοιχογραφίες. Το βελούδο, όμως, είναι ιδιότροπο ως υλικό και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να πετύχουμε ένα καλό αποτέλεσμα», εξηγεί η Αγνή.

 

«Ήταν κάτι σαν προσευχή…»

 

«Ώσπου μέσα στην πανδημία, μου ήρθε μια ιδέα», συνεχίζει. «Γιατί αυτά τα δισδιάστατα έργα να μη μεταφέρονταν στο ύφασμα; Αυτό, όμως, απαιτούσε διαφορετική, πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε του κεφαλιού μας ή να βγάλουμε από τη φαντασία μας πώς θα ήταν τα βυζαντινά ενδύματα, τη στιγμή που υπήρχαν άρτιες επιστημονικές μελέτες. Πολύ περισσότερο, αφού θέλαμε να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας σε αρχαιολόγους, οι οποίοι θα μας έκριναν με διαφορετικά μέτρα και σταθμά».

 

»Ξεκινήσαμε από το μηδέν. Πήραμε σύνεργα και ραπτομηχανή και η ηγουμένη μάς έμαθε ορισμένα πράγματα. Βέβαια, και για τις βελουδογραφίες είχαμε στηριχθεί σε αγιογραφίες από τους ναούς του Μυστρά. Αυτό, πάντως, δεν ήταν αρκετό, γιατί από την εικόνα και μόνο, ιδίως όταν είναι μισοσβησμένη, δεν μπορείς να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα. Χρειαζόταν, λοιπόν, μελέτη και έρευνα, ώστε η Ελισάβετ, που έχει καλό χέρι, να κάνει τα αρχικά σχέδια και ύστερα να δημιουργήσουμε τα ενδύματα. Εντοπίζαμε αρχαιολογικές μελέτες, διδακτορικές διατριβές και άλλες εργασίες πάνω στο θέμα και τις διαβάζαμε. Η μαθητεία ήταν δύσκολη και η πράξη ακόμη δυσκολότερη. Ήταν κάτι σαν προσευχή, που απαιτούσε προσήλωση και συγκέντρωση. Μερικές φορές μάς έπιαναν και τα κλάματα, αλλά δεν το βάζαμε κάτω. Είχαμε τον στόχο μας», υπογραμμίζει η Αγνή, η οποία είχε γνωρίσει και τον Γιάννη Τσαρούχη στον Μυστρά.

 

«Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε από τη φαντασία μας πώς θα ήταν τα βυζαντινά ενδύματα, τη στιγμή που υπήρχαν άρτιες επιστημονικές μελέτες», λέει η μοναχή Αγνή.

 

Η γερόντισσα Αβερκία, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, συμπλήρωνε ότι τον θυμόταν να «προσκυνά» όλους τους ναούς. Ο ζωγράφος είχε εργαστεί με τον δάσκαλό του, Φώτη Κόντογλου, ο οποίος γνώριζε από πρώτο χέρι τους εικονογραφικούς θησαυρούς της Παντάνασσας.



Η ενδυματολόγος και σκηνογράφος, υπεύθυνη του Ενδυματολογικού Τμήματος της ΕΛΣ, Τότα Πρίτσα.

 

«Μπήκαμε στον κόσμο των Βυζαντινών»

 

Ποιοι υπήρξαν, τελικά, οι μέντορες των δύο μοναχών, πέρα από την ηγουμένη που τους δίδαξε την τέχνη του γαζιού; «Πρώτο μας στήριγμα ήταν η αρχαιολόγος Παρή Καλαμαρά, η οποία εργαζόταν τότε στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας. Ειδικεύεται στις ενδυμασίες εκείνης της περιόδου και μας έδωσε τα φώτα της. Ύστερα στάθηκαν στο πλευρό μας η Κύπρια πανεπιστημιακός Μαρία Παρανή, διακεκριμένη βυζαντινολόγος και ιστορικός της τέχνης, καθώς και η Μελίτα Εμμανουήλ, ιστορικός τέχνης και ομότιμη καθηγήτρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Μας βοήθησαν πολύ: έκαναν παρατηρήσεις πάνω στις δημιουργίες μας και μας διόρθωναν χωρίς να μας αποθαρρύνουν.

 

Τίποτε από όσα φτιάξαμε δεν έγινε χωρίς τεκμηρίωση. Κάθε ένδυμα παραπέμπει σε κάποια πηγή, είτε πρόκειται για αγιογραφία, είτε για βιβλιογραφική αναφορά, είτε για μουσειακή συλλογή. Δεν μπορείς απλώς να δεις μια απεικόνιση και να την ξεπατικώσεις. Έτσι κι αλλιώς, δεν επιτρέπεται να κάνεις πιστές αντιγραφές. Οφείλεις να συγκεντρώσεις μια πλειάδα διαφορετικών στοιχείων, ώστε να αντιληφθείς το ένδυμα στην ολότητά του και, κυρίως, να κατανοήσεις τη σημασία του. Τα βυζαντινά ενδύματα ήταν ραμμένα με τέτοιο τρόπο και από τέτοια υλικά ώστε να δηλώνουν αμέσως την ιεραρχία και την κοινωνική θέση εκείνου που τα φορούσε. Ενσωμάτωναν συμβολισμούς με τεράστια σημασία», σημειώνουν οι δύο μοναχές.

 

«Σταδιακά, μέσα από το ένδυμα μπήκαμε στον κόσμο των Βυζαντινών. Ήταν μια πύλη εισόδου σε εκείνη την εποχή· καταλάβαμε πράγματα που προηγουμένως δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Κάθε μικρή λεπτομέρεια είχε τεράστια σημασία. Το πορφυρό χρώμα, για παράδειγμα, αποτελεί από μόνο του ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Το ίδιο και το βελούδο, που ήρθε από τη Βενετία».

 


Η Ευαγγελία Πάντου, έφορος Αρχαιοτήτων Λακωνίας.

 

Και πώς καλύφθηκε το κόστος των πρώτων υλών, που ήταν αρκετά υψηλό; «Ήδη από την αρχή γνώριζα ότι θα χρειαζόμασταν χρήματα. Εξασφάλισα την άδεια της ηγουμένης και πούλησα προσωπική περιουσία». Κάθε τόσο, η Αγνή ανέβαινε στην Αθήνα για να αγοράσει τα απαραίτητα υλικά. «Έγινα κι εγώ ειδική, από τις χάντρες μέχρι τα υφάσματα. Το πρώτο μας ολοκληρωμένο ένδυμα κατασκευάστηκε το 2020. Μέχρι σήμερα έχουμε σημειώσει πολύ μεγάλη πρόοδο. Πρώτα εξετάζουμε την τοιχογραφία και μελετάμε τη σχετική βιβλιογραφία. Έπειτα αναζητούμε και άλλες πηγές για το ίδιο ένδυμα, σε κάποιον άλλο ναό ή σε μουσείο. Στη συνέχεια κάνουμε το σχέδιο και ύστερα αρχίζουμε να ράβουμε. Κάθε φορεσιά απαιτεί μήνες δουλειάς, ενώ οι αυτοκρατορικές χρειάστηκαν έναν ολόκληρο χρόνο για να κεντηθούν. Φανταστείτε ότι καθεμία ζυγίζει περίπου δέκα κιλά». Αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η Μονή της Παντάνασσας βρίσκεται περίπου στη μέση του λόφου του Μυστρά, όλες οι προμήθειες φτάνουν εκεί με το γαϊδουράκι, τον περίφημο Κίτσο τον Μανιάτη.

 

Τα πρώτα επίσημα πρόσωπα που είδαν το έργο των μοναχών ήταν ο Λάκων υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Θανάσης Δαβάκης, ο οποίος τις επισκέπτεται συχνά, και η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Κατά τη διάρκεια της θητείας της είχε ξεναγηθεί επισήμως στον Μυστρά και είχε παροτρύνει τις μοναχές να δημοσιοποιήσουν τη δουλειά τους. Αποφασιστικότερο ρόλο, ωστόσο, έπαιξε η επαφή που έκαναν οι ίδιες με την τότε διευθύντρια Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, Ολυμπία Βικάτου, και με τη Λίνα Μενδώνη. Η υπουργός, άλλωστε, επέβλεπε προσωπικά το έργο στον Μυστρά, πραγματοποιώντας τακτικές επισκέψεις, και αντιλήφθηκε αμέσως ότι οι ενδυμασίες μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας περιοδικής έκθεσης για τα εγκαίνια.

 

«Κοπίασε πραγματικά για να δει ολοκληρωμένα τα έργα στην Καστροπολιτεία, ξεπέρασε εμπόδια και προβλήματα και ηγήθηκε της προσπάθειας. Πίστεψε σε εμάς από την πρώτη στιγμή και φρόντισε το αποτέλεσμα των κόπων μας να φτάσει έως την Εθνική Λυρική Σκηνή», λένε οι μοναχές, οι οποίες δώρισαν τις φορεσιές στο κράτος.

 


Η αδελφή Ελισάβετ με την αδελφή Αγνή, που δεν ήξεραν να ράβουν ούτε κουμπί, αλλά έκαναν θαύματα με τα χέρια τους για να τιμήσουν το παρελθόν του Μυστρά.

 

«Αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής και ιστορικής αξίας»

 

Γνωρίζοντας ότι τα ενδύματα χρειάζονταν και το «χέρι» ειδικών, η Λίνα Μενδώνη επικοινώνησε με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Γιώργο Κουμεντάκη, ο οποίος συγκρότησε ομάδα εργασίας με επικεφαλής την έμπειρη Τότα Πρίτσα. Η υπεύθυνη του Ενδυματολογικού Τμήματος και των κοστουμιών της ΕΛΣ (τη δουλειά της οποίας θαυμάσαμε τον Ιούνιο στην Επίδαυρο, στη Μήδεια του Κερουμπίνι, έργο που είχε πρωτοπαρουσιαστεί από την ΕΛΣ το 1961 με τη Μαρία Κάλλας) ανέλαβε να επεξεργαστεί τις δημιουργίες των μοναχών.

 

«Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα από την προσήλωσή τους στη δημιουργία των ενδυμάτων», σχολιάζει. «Η έκθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η συνεργασία διαφορετικών φορέων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής και ιστορικής αξίας», τονίζει, αναφερόμενη στη συνεργασία του υπουργείου Πολιτισμού με την Εθνική Λυρική Σκηνή.

 

«Τα κοστούμια δημιουργήθηκαν από τις μοναχές. Η δική μας συμβολή επικεντρώθηκε στην ενδυματολογική ολοκλήρωση των εκθεμάτων. Με την προσθήκη κατάλληλων εσωτερικών υλικών, βάσεων στήριξης και τεχνικών διαμόρφωσης, αποδόθηκαν οι σωστοί όγκοι, οι γραμμές και η φυσική πτώση των ενδυμάτων, ώστε οι ιστορικές μορφές να παρουσιαστούν με πληρότητα και αισθητική αρτιότητα. Οι επεμβάσεις αυτές δεν αλλοίωσαν την αρχική δημιουργία, αλλά ανέδειξαν το έργο των μοναχών και το ολοκλήρωσαν μουσειολογικά και ενδυματολογικά. Η συνεργασία αυτή αποδεικνύει ότι, όταν η πολιτεία, οι πολιτιστικοί φορείς και η μοναστηριακή κοινότητα εργάζονται με κοινό στόχο, το αποτέλεσμα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», επισημαίνει στο «Κ».



Η Καστροπολιτεία εκτείνεται σε 200 στρέμματα από την κορυφή, όπου βρίσκεται το κάστρο που έχτισε ο Βιλλεαρδουίνος, έως τα ριζά του λόφου του Μυζηθρά – Μυστρά.

 

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, από την πλευρά του, παρατηρεί ότι η προσέγγιση των μοναχών μπορεί να ιδωθεί ως μια μετάβαση από το «βίωμα» στην «αναπαράσταση», σε ένα ποιητικό δίπολο ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και την καλλιτεχνική ερμηνεία.

 

Ποιο ήταν, τελικά, το κίνητρο της Αγνής και της Ελισάβετ ώστε να αφιερώσουν στα ενδύματα τόσο κόπο, χρόνο, χρήματα, προσευχή και ενέργεια; «Εμείς όλοι είμαστε άνθρωποι του κάτω κόσμου. Θα φύγουμε και θα ξεχαστούμε. Εκείνοι, όμως, που πάτησαν, έζησαν, πολέμησαν και πέθαναν στο ιερό χώμα του Μυστρά άξιζαν έναν φόρο τιμής. Το ίδιο και όλοι όσοι εργάστηκαν επί δεκαετίες προκειμένου αυτός ο χώρος να αναδειχθεί και να τον χαίρονται οι επισκέπτες. Γι’ αυτούς δημιουργήσαμε τα ενδύματα, αλλά και για όλους εκείνους που θα έρθουν να τα δουν από κοντά και θα πλάσουν με τη φαντασία τους το μεγαλείο της Καστροπολιτείας».


ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΗΣ

ΜΥΣΤΡΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ


Ἡ γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Παντανάσσης Μυστρᾶ ἀποτελεῖ τὴν ἱστορικῶς παλαιότερη Ἱ. Μονὴ τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.

Ὁ περίφημος Ναὸς τῆς Παντανάσσης κτίσθηκε τὸ 1428 ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Φραγγόπουλο, Πρωτοστράτορα (ἀνώτατο ἀξιωματοῦχο τῆς βυζαντινῆς αὐλῆς) στὸ Δεσποτάτο τοῦ Μυστρᾶ τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Ναὸς τοιχογραφήθηκε μὲ ἐξαιρετικῆς ποιότητος ἁγιογραφίες, ἀπὸ εἰκονογραφικὸ ἐργαστήριο, προερχόμενο, πιθανῶς, ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη.

Ἡ Μονὴ τῆς Παντανάσσης πυρπολήθηκε τὸ 1825, κατὰ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ἰμπραὴμ στὴν Πελοπόννησο πρὸς καταστολὴ τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως. Ἔκτοτε καὶ μέχρι τὸ 1860 περίπου παρέμεινε ἔρημη. Τὸ ἔτος αὐτὸ κατοίκησε στὸν χῶρο ἡ κόρη τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 στρατηγοῦ Παναγιώτη Γιατράκου (1780-1851) ἡ εὐλαβεστάτη Πηγή. Μὲ ἐνέργειές της κτίσθηκαν ἐκ νέου τὰ κατεστραμμένα κτήρια καὶ δημιουργήθηκε γυναικεία μοναστικὴ ἀδελφότητα.

Μετὰ τὴν κοίμησή της ἀνεδείχθη Ἡγουμένη τῆς Μονῆς ἡ Γερόντισσα Εὐσεβία (Γιατράκου), γόνος τῆς ἴδιας ἀρχοντικῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία, μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της μοναχὴ Παϊσία ἐργάσθηκε ἀόκνως γιὰ τὴ στερέωση καὶ τὴν πρόοδο τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς.

Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ἡγουμένης Εὐσεβίας ἔλαβε χώρα ἡ ἄθεσμος εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (1924). Ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς δὲν ἀπεδέχθη τὴν καινοτομία καὶ οὐδέποτε ὑπήχθη στὴν νεοημερολογιτικὴ «Ἐκκλησία», παραμείνασα «ἐν οἷς ἔμαθε καὶ ἐπιστώθη».

Ἡ μακαριστὴ Γερόντισσα Εὐσεβία εἶχε στενὴ πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν τότε Ἱερομόναχο, μετέπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καὶ κατόπιν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν & πάσης Ἑλλάδος Ἅγιο Ματθαῖο (Καρμπαδάκη †1950). Μάλιστα ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε νὰ ἱδρύσει γυναικεία Μονὴ στὸ Μυστρᾶ, πράγμα ποὺ δὲν κατόρθωσε λόγῳ τῆς ἀρχαιολογικῆς σημασίας τῆς περιοχῆς.

Μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἡγουμένης Εὐσεβίας τὸ 1945, τὴν ἡγουμενία ἀνέλαβε ἡ Γερόντισσα Πελαγία (†1985), μία γλωσσομαθὴς καὶ ἐξαιρετικῶς μορφωμένη μοναχή, τῆς ὁποίας ἡ ὁσιότητα, ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ δημιουργικὴ δραστηριότητα συνετέλεσε κατὰ πολὺ στὴ συντήρηση καὶ ἀνάδειξη τῆς Μονῆς, τόσο ὡς μοναστικοῦ ἱδρύματος, ὅσο καὶ ὡς πολιτιστικοῦ μνημείου.

Τὸ 1989 τὴν ἡγουμενία ἀνέλαβε ἡ Γερόντισσα Καλλινίκη (Χρηστάκου †1990), μία σπάνια χαρισματικὴ προσωπικότητα. Ὑπῆρξε ζωγράφος, ἁγιογράφος, φωτογράφος καὶ συντηρήτρια ἔργων τέχνης. Συνεργάσθηκε μὲ πολλοὺς ζωγράφους καὶ βυζαντινολόγους καθηγητές, ἰδίως μὲ τὸν γνωστὸ καὶ σπουδαῖο συγγραφέα καὶ ἁγιογράφο Φώτη Κόντογλου (†1965), γιὰ τὴ στερέωση καὶ τὸν καθαρισμὸ τῶν ὑπέροχων τοιχογραφιῶν σὲ πολλοὺς Βυζαντινοὺς Ναοὺς τοῦ Μυστρᾶ.

Μετὰ τὴν κοίμηση αὐτῆς, χρέη προεστώσης ἀνέλαβε ἡ Μοναχὴ Ἀβερκία (Νικόλαρου), ἡ ὁποία καὶ ἀνεδείχθη Ἡγουμένη τῆς Μονῆς τὸ 1997, ἐνθρονισθεῖσα ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν & πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Ἀνδρέου (†2005).



Από την ημέρα της εκλογής και αναδείξεως της νυν Ηγουμένης της Μονής Παντανάσσης Μυστρά, Γεροντίσσης Αβερκίας μοναχής, το έτος 1997. Στη φωτό διακρίνονται: καθήμενος ο αλήστου μνήμης αγιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και τότε τοποτηρητής της Επισκοπής Βρεσθένης κυρός Ανδρέας (+2005), όπισθεν η νεοεκλεγείσα Ηγουμένη Γερόντισσα Αβερκία, αριστερά ο τότε Πρεσβύτερος π. Ευστάθιος Τουρλής, Νομικός και Θεολόγος, εκ δεξιών ο Πρεσβύτερος π. Δημήτριος Τσαρκατζόγλου, Πνευματικός της Αδελφότητος και ο Θεολόγος και σύμβουλος του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Δημήτριος Κάτσουρας.


Ἡ Μονὴ Παντανάσσης ἀποτελεῖ ἰδιοκτησία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας.

Ἡ ἀδελφότητα, τὰ μέλη τῆς ὁποίας εἶναι παραλλήλως καὶ διορισμένοι φύλακες ἀρχαιοτήτων, χρησιμοποιεῖ τὴν πτέρυγα τῶν κελλιῶν καθὼς καὶ τὸ Παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.

Ἡ Μονὴ διαθέτει ἕνα μετόχιο μὲ Ἱερὸ Ναὸ στὴν πόλη τῆς Σπάρτης, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μενελάου 86, γνωστὸ ὡς «Προσκύνημα Παναγίας Ἐλεούσης».

Ἡ ἐπίσκεψη στὴ Μονὴ γίνεται μὲ εἰσιτήριο ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ χώρου τοῦ Μυστρᾶ καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ὡράριο τῆς Ὑπηρεσίας.

Πηγή: https://www.church-goc.gr/


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

 

Ἡ πανήγυρις τῆς ἱστορικῆς

Δεσποτικῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος,

 Κουβαρᾶ Ἀττικῆς



Μικρή γεύση της πνευματικής πανδαισίας που βιώσαμε στην ολονύκτιο Αγρυπνία της πανηγυρίζουσας Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Κουβαρά Αττικής (6/19.8.2026).

 

Αυτή την Αγρυπνία την περιμένουμε πολλοί φιλακόλουθοι πιστοί έναν ολόκληρο χρόνο, κάθε χρόνο. Στην πανηγυρίζουσα ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Κουβαρά Αττικής. Η ολονυκτία ξεκινάει στις 9 μ.μ. (προηγείται η τέλεση Ευχελαίου) και ολοκληρώνεται γύρω στις 6 - 7 το πρωΐ.

Με τη συμμετοχή δεκάδων πιστών, μεταξύ των οποίων αρκετοί νέοι. Εφέτος, παρατήρησα και αρκετά παιδιά που ο πατέρας τους τα έφερε μαζί του για να ζήσουν αυτή την όμορφη πνευματική εμπειρία.

Κορυφαία στιγμή η λιτή, με τη λιτανεία της ιεράς Εικόνος πέριξ του περίλαμπρου Καθολικού της Μονής, μέσα στη νυκτερινή σιγαλιά και υπό το φώς μόνο των κεριών, που κρατούσαν οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι λαϊκοί, και των αστεριών του ουρανού.

Συμμετείχαν πέντε Αρχιερείς, δεκάδα ιερομονάχων και πρεσβυτέρων, ενώ τον χορό των Πατέρων της Μονής στο Αναλόγιο πλαισίωσαν ευλαβείς λαϊκοί ιεροψάλτες. Κατόπιν αναθέσεως στην αναξιότητά μας και παροτρύνσεως υπό του Καθηγουμένου της Μονής κηρύξαμε τον Θ. λόγο.

Η Μονή ιδρύθηκε το 1934 υπό του Αγιορείτου τότε Ιερομονάχου και διαπρεπούς Πνευματικού π. Ματθαίου Καρμπαδάκη, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών (+1950) και Αγίου πλέον της Εκκλησίας. Ακολουθεί το Αγιορειτικό τυπικό και είναι άβατος στις γυναίκες.

Αμέσως μετά την απόλυση της Θείας Λειτουργίας, στο τέλος της Αγρυπνίας, οι Κληρικοί μαζί με τους Πατέρες της Μονής, προπορευομένων μοναχών με τη λαμπάδα, το κατζίον (λιβανιστήρι χειρός με κουδουνάκια, όπως το θυμιατό) και την Εικόνα της Μεταμορφώσεως εξέρχονται από το Καθολικό και εν πομπή μεταβαίνουν στην Τράπεζα, όπου παρατίθεται το πανηγυρικό μοναστηριακό γεύμα για όλους τους προσκυνητές.

Ακολουθούν μερικές σημερινές φωτογραφίες από το εσωτερικό της Μονής και από το περικαλλές Καθολικό (κεντρικό Ναό) της, το οποίο κοσμείται από εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες, ίσως από τις ωραιότερες σύγχρονες τοιχογραφίες ανά την Ελλάδα.