Translate

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ-ΘΕΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ-ΕΙΣΗΓΗΣΗ

περί τῶν ἔνοχων ἀπαρχῶν τοῦ ΠΣΕ -ἡ Ὀρθόδοξη ἀπάντηση-


Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

Ὑπό γ. Παϊσίου Μοναχοῦ Καρεώτου

 

Περίληψη

Η παρούσα εισήγηση προσφέρει μια ορθόδοξη κριτική επί της Οικουμενικής κίνησης, αποδεικνύοντας ότι αυτή δεν ξεκίνησε ως γνήσια εκκλησιαστική πρωτοβουλία, αλλά ουσιαστικά ως ένα κοινωνικοπολιτικό εργαλείο ελέγχου των (πρώτιστα αμερικανικών προτεσταντικών) εκκλησιών, που προωθήθηκε κυρίως από τον Αμερικανό βιομήχανο Ροκφέλερ (αλλά και άλλους, όπως ο μεγαλοτραπεζίτης Μόργκαν). Ο Ροκφέλερ υποστήριξε οικονομικά και οργανωτικά εκκλησιαστικούς και θρησκευτικούς οργανισμούς (YMCA(Χ.Ε.Ν.), IWM, IMC κ.α.) ώστε να προωθήσουν ιδέες και πρακτικές που ήταν απαραίτητες για την αναμόρφωση της αμερικανικής κοινωνίας, στα πρότυπα αυτού που πλέον ονομάζουμε “αστική, καταναλωτική κοινωνία”, και που στις πρώτες δεκαετίες του 20ου Αιώνα, θεμελιωνόταν. Στόχος ήταν η εξασθένηση του παραδοσιακού προτεσταντικού πνεύματος του (αντίθετου προς το πνεύμα του καταναλωτισμού) ευσεβισμού και της δογματικής ακρίβειας. Η επίδραση του μεγάλου τραπεζικού/βιομηχανικού κεφαλαίου, εκτείνεται έως και στην ίδρυση του ΠΣΕ, το οποίο εξ αρχής χρησίμευσε στην διάδοση των αμερικανικών φιλελεύθερων αξιών, και του συναφούς φιλελεύθερου, ανομολογιακού, προτεσταντικού πνεύματος, πρώτιστα στην καταστρεμένη από τον πόλεμο Ευρώπη, εξασφαλίζοντας την αμερικανική ηγεμονία και στον τόσο ζωτικό χώρο της θρησκείας, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Καθώς ο Οικουμενισμός σχετικοποιεί την αίρεση ως απλά κάτι το «διαφορετικό», αποδεχόμενος όλα τα βαπτίσματα ως ισότιμα, η Ορθόδοξη απάντηση δεν άργησε να έρθει, προλαβαίνοντας το κακό: η Ορθόδοξη πανορθόδοξη Σύνοδος της Μόσχας καταδίκασε τον Οικουμενισμό ως επικίνδυνη ετεροδιδασκαλία, χαράσσοντας την ευδιάκριτη γραμμή μεταξύ πλάνης και αληθείας, Ορθοδοξίας και αιρέσεως.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο όρος «Οικουμενισμός» είναι ευρύτερα γνωστός, περισσότερο κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Υπάρχει όμως μία ποικιλία διαφορετικών κατανοήσεων, αλλά καί αξιολογήσεων αυτής της διεκκλησιαστικής κίνησης. Ως απαρχή της κινήσεως του Οικουμενισμού, πολλοί θεωρούν την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) το 1948. Εκ προοιμίου, να σημειώσω, οτι ένα μόλις μήνα πριν ιδρυθεί το ΠΣΕ, τον Αύγουστο του 1948 στο Άμστερνταμ, υπήρξε διορθόδοξη συνοδική καταδίκη του Οικουμενισμού, από την συντριπτική πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών - πλην τριών - στη Μόσχα . Είναι πάντως ενδιαφέρον να δούμε ποιοί έδωσαν την αρχική ώθηση τον Οικουμενισμό, για ποιούς λόγους το έκαναν, κυρίως όμως, ποιοί τον χρηματοδότησαν αφειδώς ώστε να γιγαντωθεί. Γι αυτό πρέπει να κατανοήσουμε το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο κυοφορήθηκε. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να βάλουμε τά πράγματα σε μία σειρά.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Σε όλο τον 19ο αι. η λέξη «φιλελευθερισμός» ήταν η έννοια κλειδί που τον καθόρισε. Γέννημα του Διαφωτισμού που απλώθηκε σε όλη την πολύμορφη πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής και έφερε μία κατάρρευση των παραδοσιακών αξιών. Είναι λοιπόν εξαιρετικά κρίσιμη, η ευρύτερη σημασία που αποκτούν με τον «φιλελευθερισμό», οι ιστορικοί ιδεολογικοπολιτικοί μετασχηματισμοί, στην περίοδο που ανοίγεται μετά την εμφάνιση του Διαφωτισμού στην Ευρώπη πρώτα και μετά στην Αμερική, καθώς και των νέων ισορροπιών που αυτός έφερε. Το νέο που ανέτειλε και που αποτέλεσε απειλή στη ζωή της Εκκλησίας, ήταν η εκκοσμίκευση που έφερνε ο Διαφωτισμός εντός των έως τότε παραδοσιακών ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων, που ορίζονταν σταθερά από έναν θρησκευτικής υφής Κόσμο.

Ο «φιλελευθερισμός» διαπότισε την πολιτική, κοινωνική, οικονομική, νομική και φιλοσοφική θεωρία. Ειδικά, όμως ως οικονομική θεωρία έπαιξε σημαντικό ρόλο, διότι με την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου, αλλάζει σύνολη την κοινωνία και οι αξίες που την χαρακτηρίζουν. Μη ξεχνάμε ότι τέλη του 19ου αι. και αρχές του 20ου, έχουμε στις ΗΠΑ την ανάπτυξη της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης με μεγάλες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Συνεχώς καταφθάνουν από την Ευρώπη οικονομικοί μετανάστες γιά τις εργατικές ανάγκες των βιομηχανιών. Παράλληλα μεταφέρουν και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, που κυρίως είναι προτεσταντικών αποχρώσεων. Αναβαπτιστές, Κουάκεροι, Λουθηρανοί, Μορμόνοι, Καλβινιστές, Αγγλικανοί, Μεθοδιστές και πολλοί άλλοι. Όλοι αποτελούσαν μικρές κλειστές κοινωνίες, με τάξη και αυστηρές αρχές. Στους μεν ήταν κάποιος πιστός, στούς άλλους αιρετικός. Όσες οι συνοικίες, τόσα και τα δόγματα.

Η εκκοσμίκευση –και συγκεκριμένα o θεολογικός νεωτερισμός– δεν ήταν απλώς πνευματική εξέλιξη, αλλά στοχευμένος μηχανισμός προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Μετέτρεψε τις Προτεσταντικές εκκλησίες από δογματικά κλειστές -“απηρχειωμένες”- ομολογίες, σε σύγχρονες “ανοικτές” αστικές κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την κοινωνική ειρήνη, καθιστώντας τες ικανές να διαχειρίζονται την κοινωνική αστάθεια που προκαλούσε η ταχεία και ανεξέλεγκτη βιομηχανική ανάπτυξη, κάτι πολύ βολικό για το Σύστημα. Η «κοινωνική ειρήνη» δεν προωθούνταν επομένως ως ανθρωπιστικό ιδανικό, ή έμπρακτη χριστιανική αγάπη, αλλά ως οικονομική προϋπόθεση: χωρίς αυτήν, η ελεύθερη αγορά και οι τεράστιοι μονοπωλιακοί όμιλοι (τα τραστ, αγγλ. trusts), μέσω της αδηφάγου κερδοσκοπικής πλεονεξίας τους, θα απειλούνταν. Στις εργατικές παραγκουπόλεις των αρχών του 20ου Αιώνα, όπου η ακραία φτώχεια ήταν ο κανόνας, το κοινωνικό έδαφος ήταν όντως εκρηκτικό, και αυξανόταν από τις συχνές οικονομικές κρίσεις, που έφερνε τότε η διαδικασία σχηματισμού των τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων. Ακριβώς γι αυτούς τους λόγους, εμφανίστηκαν δύο κινήσεις το λεγόμενο “Κοινωνικό Ευαγγέλιο” και ο Οικουμενισμός, που αναδιάρθρωσαν εκ βάθρων τις Προτεσταντικές Εκκλησίες, ώστε να ευθυγραμμιστούν με το καινούργιο που έφερνε η νέα οικονομία στην Αμερική.

Τότε πρωτεμφανίζεται και η λεγόμενη “φιλανθρωπία” των μεγάλων Αμερικανών ολιγαρχών του πλούτου, που ασκείται μέσω ιδρυμάτων με πρώτο και κυριότερο, το Ίδρυμα Rockefeller (1913). Αυτού του είδους η “φιλανθρωπία”, δεν είχε τίποτε το χριστιανικό ή το ανιδιοτελές. Χρηματοδότησε επί τούτου και συστηματικά θεολογικές σπουδές και οικουμενικές πρωτοβουλίες με έναν σαφή στόχο: τη διαμόρφωση μιας ενιαίας Προτεσταντικής συνείδησης, απαλλαγμένης από κάθε είδους διομολογιακών τριβών ή προσήλωσης στο δόγμα. Η θρησκεία δεν απορρίφθηκε· απλώς επαναπροσδιορίστηκε. Στο επίκεντρο τέθηκαν η ηθική συμπεριφορά και η ατομική πνευματικότητα, ενώ οι αυστηρές ομολογιακές διατυπώσεις υποχωρούσαν σε δεύτερο πλάνο. Όπως χαρακτηριστικά τονιζόταν, «η θεολογία δεν ταυτίζεται πλέον με τη θρησκεία»· αρκούσε η πίστη, ιδιωτική, επομένως και μη ενοχλητική, για την καταναλωτικά προσανατολιζόμενη αγορά. Μια αγορά όπου ο ασκητικός χριστιανικός βίος ήταν απλώς απορριπτέος, καθότι την κατέστρεφε… Ήταν η απαρχή της πλουραλιστικής-ανεκτικής κοινωνίας που σήμερα ζούμε. Μιας άθεης και υλιστικής κοινωνίας.

Αυτή η προσαρμογή ήταν στην πραγματικότητα η θεολογική έκφραση του (ψευδο)προοδευτισμού: επιδίωκε κοινωνική αρμονία μέσω της εξουδετέρωσης της θρησκευτικής ομολογιακής ταυτότητας, και αποτελούσε ένα κρίσιμο στοιχείο στην αναμορφωμένη κοσμικού τύπου κοινωνία, επιτυγχάνοντας κοινωνική ειρήνη που εξυπηρετούσε πρώτα απ’ όλα την αδιάλειπτη και απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας, όπως ακριβώς επιθυμούσαν οι μεγαλο-ολιγάρχες.

 Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΙ Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ (1890–1930)

Ως απαραίτητη προεργασία εκ μέρους των Σχεδιαστών της νέας Χριστιανικής πνευματικότητας, που λειτούργησε ως βάση για τις κατοπινές εξελίξεις, εντάσσεται η θεολογική σύγκρουση που ξεσπά στα τέλη του 19ου αιώνα μεταξύ των «Παραδοσιακών» και των «Φιλελεύθερων Νεωτεριστών». Αρχικά περιορισμένη στη Μεθοδιστική Εκκλησία, η διαμάχη επεκτείνεται ραγδαία σε όλες τις κύριες προτεσταντικές ομολογίες των ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1920-1930. Το αποκορύφωμα αυτό ήταν η συνέπεια μιας μακροχρόνιας διαπάλης (1890–1910), η οποία είχε ως άξονα την απόρριψη των δογματικών σημείων που διαφοροποιούσαν τους Μεθοδιστές από τις λοιπές ομολογίες. Οι Νεωτεριστές επιδίωκαν έναν θεολογικό-δογματικό μινιμαλισμό, προσαρμόζοντας την πίστη στις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και στις ηθικές πιέσεις της που επέφερε ο προελαύνων καταναλωτισμός, με στόχο τον «εκσυγχρονισμό» του αμερικανικού Προτεσταντισμού.

Στόχος των Νεωτεριστών ήταν η επανερμηνεία του Ευαγγελίου υπό το πρίσμα της νεώτερης επιστήμης και φιλοσοφίας, καθώς και η ελευθερία επιλογής όσον αφορά κεντρικά δογματικά σημεία (όπως η εκ παρθένου γέννηση του Χριστού). Αντιθέτως, οι Παραδοσιακοί —ονομαζόμενοι «Φονταμενταλιστές» από τους αντιπάλους τους— κατηγορήθηκαν για οπισθοδρομικότητα και μισαλλοδοξία, καθώς απέρριπταν τη δογματική ποικιλομορφία. Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930, οι φιλελεύθεροι είχαν κερδίσει τη μάχη: ελέγχοντας τις πανεπιστημιακές θεολογικές σχολές, τους εκδοτικούς οίκους και τις ιεραρχίες των μεγάλων εκκλησιών. Οι Φονταμενταλιστές αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τα μεγάλα Πανεπιστήμια και τις αντίστοιχες θεολογικές σχολές, ιδρύοντας δικά τους, μικρότερης σημασίας.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ RΟCKEFELLER KAI TO YMCA (Χ.Ε.Ν.) ΩΣ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Κεντρικός άξονας αυτής της νίκης ήταν η τεράστια επιρροή του John D. Rockefeller Jr., κυρίως μέσω της χρηματοδότησης της Χριστιανικής Ένωσης Νέων (YMCA). Η ΧΕΝ (YMCA), με τα παραρτήματά της, που κάλυπταν την Αμερική, την Ευρώπη, τη Ρωσία, τα Βαλκάνια και την Ασία, αποτελούσε τον κινητήριο μοχλό των Νεωτεριστών. Μέσω του ελέγχου στα πανεπιστήμια και της δημιουργίας της Διεκκλησιαστικής Παγκόσμιας Κίνησης (Interchurch World Movement - IWM), διαμορφώθηκε για πρώτη φορά ένας υπερ-ομολογιακός οργανισμός που συσπειρώνε τις νεωτεριστικές δυνάμεις.

Το φιλελεύθερο πνεύμα του Οικουμενισμού βρήκε τότε έναν πανίσχυρο προστάτη και ανθρώπους σε καίριες θέσεις, ικανούς να διαμορφώσουν τους συσχετισμούς δύναμης υπέρ της επικράτησής τους. Πρωταγωνιστής αυτής της στρατηγικής ήταν ο John Mott (1865–1955), ο «πατέρας της Οικουμενικής Κίνησης». Μεθοδιστής ο ίδιος, ο Mott διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και Πρόεδρος της Χ.Ε.Ν.(του YMCA), ιδρυτής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Φοιτητικών Χριστιανικών Ενώσεων (WSCF), πρόεδρος του Συνεδρίου του Εδιμβούργου (1910, που αποτελεί την επίσημη απαρχή της Οικουμενικής Κίνησης), και του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (IMC, 1921). Επίσης αποτέλεσε μέλος της ηγεσίας του συνεδρίου «Ζωή και Έργο» της Οξφόρδης το 1937 (το οποίο το 1948 ενσωματώθηκε ως η αντίστοιχη Επιτροπή στο ΠΣΕ), και έγινε τέλος αντιπρόεδρος της προσωρινής επιτροπής του ΠΣΕ.

 

Το «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΚΑΙ Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟ  ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ειδικότερα, η ΧΕΝ (το YMCA) πού έλεγχε ο Mott, ενσάρκωνε το πλέον φιλελεύθερο πνεύμα στον αμερικανικό Προτεσταντισμό και έγινε το διεθνές όχημα προώθησης των δύο κεντρικών αξόνων του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού: του “Κοινωνικού Ευαγγελίου” (Social Gospel) και του Οικουμενισμού. Στις καταστατικές Αρχές του (Παρίσι 1855), καταγράφηκε η δογματική του πεποίθηση ότι οι χριστιανικές εκκλησίες είναι ενωμένες και η ΧΕΝ (YMCA) αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης αυτής της ενότητας! Ως δε Κοινωνικό Ευαγγέλιο, εννοούμε την προτεσταντική θεώρηση της εφαρμογής ευαγγελικών κανόνων στην εργασία. Στις ΗΠΑ ιδιαιτέρως, ουσιαστικά έως και την δεκαετία του 1930, οι ανάγκες που κάλυπτε το Κοινωνικό Ευαγγέλιο ήσαν τεράστιες: ευρεία χρήση παιδικής εργασίας, ανυπαρξία κρατικής πρόνοιας, ανυπαρξία εργατικής νομοθεσίας, ανυπαρξία ιατρικής περίθαλψης. Διότι, ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ενώ αρχικά προϋποθέτει ΙΣΟΝ αγώνα μεταξύ των ατόμων, δεν είναι παρά ένα κατά συνθήκη ψεύδος, επειδή στην πράξη ενισχύονται ΜΟΝΟ τα πανίσχυρα οικονομικά μονοπώλια που ελέγχουν τα πάντα.

Η ΧΕΝ (YMCA) εργαζόταν έτσι άοκνα, μαζί με άλλες εκκλησιαστικού χαρακτήρα οργανώσεις (πχ Στρατός Σωτηρίας) παρέχοντας ανακούφιση στις εργατικές μάζες, και το κυριότερο: επιτυγχάνοντας την πολυπόθητη κοινωνική ειρήνη που απαιτούνταν από το Κεφάλαιο και που χρηματοδοτούσε την δράση της ΧΕΝ(YMCA), ώστε να μη διακοπεί την κρίσιμη εκείνη εποχή (1880-1920) η διαδικασία μετασχηματισμού των μεγάλων εταιρειών σε μονοπωλιακούς ομίλους. Στο σημείο αυτό ακριβώς έγκειται η διαπλοκή μεταξύ των Ολιγαρχών του πλούτου, των εκκλησιαστικών οργανώσεων και των προσώπων που ηγούνταν αυτών. Για την εποχή που συζητάμε (1900-1930), η πλέον γνωστή σχέση, ήταν αυτή του Mott με την οικογένεια Rockefeller (Ροκφέλερ), ιδιοκτήτριας της μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας του Κόσμου, της Standard Oil (Στάνταρτ Όϊλ). Ο Mott, από την θέση του ως ηγέτης της ΧΕΝ(YMCA), καθοδήγησε, συνεργαζόμενος στενά με τους Rockefeller (πατέρα και υιό), στην απομόνωση ριζοσπαστικών στοιχείων εντός του Κινήματος του Κοινωνικού Ευαγγελίου (που ζητούσαν περισσότερα εργατικά δικαιώματα που η εργοδοσία δεν ήθελε να παραχωρήσει), όπως επίσης, εργάστηκε στην προσαρμογή και διαμόρφωση των όρων μετατροπής του Προτεσταντισμού στις ΗΠΑ, προς την φιλελεύθερη κατεύθυνση, που σήμαινε την εκκοσμίκευσή του, καθιστώντας τον με αυτόν τον τρόπο ανταγωνιστή στις σοσιαλιστικές ιδέες που στις αρχές του 20ου Αιώνα, ήσαν πολύ διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων φτωχών μεταναστών, και που προκαλούσαν τρόμο στους εργοδότες.

 

Η ΔΙΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ (IWM) ΩΣ «ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ»

Ειδικότερα, ο ρόλος του Rockefeller υιού στην διαμάχη ήταν τεράστια. Πρώτιστα μέσω της σταθερής χρηματοδότησης της ΧΕΝ (YMCA), που αποτέλεσε κινητήριο μοχλό των Νεωτεριστών στην διαμάχη, μέσω του ελέγχου που ασκούσε στα πανεπιστήμια. Η σημασία που έδινε ο Ροκφέλερ στην Κίνηση ήταν τεράστια. Επικοινωνώντας δε, με πλούσιους φίλους του, ζήτησε την οικονομική τους αρωγή στην ενίσχυση της Δι-εκκλησιαστικής Παγκόσμιας Κίνησης (IWM), και όχι των διάφορων προτεσταντικών εκκλησιών ξεχωριστά, διότι, όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε έναν πλούσιο φίλο του:

Δεν γνωρίζω κανένα καλύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για έναν επιχειρηματία, για την ασφάλεια των επενδύσεών του, την ευημερία της χώρας και τη μελλοντική σταθερότητα της κυβέρνησής μας, από αυτό το Κίνημα.

Η Διεκκλησιαστική Παγκόσμια κίνηση, αποδείχθηκε ότι ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που υποστήριξε, διεύρυνε και καθοδήγησε την διασπορά της διαμάχης των Παραδοσιακών με τους Νεωτεριστές Φιλελεύθερους, πέραν των αρχικών ορίων της, πέραν δηλαδή της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας, στο σύνολο των μεγαλυτέρων Προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ. Ουσιαστικά λειτούργησε ως ο άμεσος πρόδρομος του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), αποτελώντας την προετοιμασία του εδάφους για το επόμενο -μεγαλύτερο- βήμα. Ουσιαστικά ήταν ένας μεταβατικός μηχανισμός που διερεύνησε και κατεύθυνε τις υπάρχουσες δυνατότητες για ένωση, μεταξύ των προτεσταντικών εκκλησιών, ενώ συντόνισε δράσεις και πρωτοβουλίες, έχοντας συγκεντρώσει σε έναν ενιαίο φορέα, τους προθύμους από τις επί μέρους εκκλησίες, δηλαδή όσους εμφορούνταν από το Οικουμενιστικό πνεύμα και τη τόσο χρήσιμη, για τον Ροκφέλερ και την Τάξη των Ολιγαρχών, νέα διδασκαλία του “Κοινωνικού Ευαγγελίου”.

Αναφορικά δε με τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά του Κινήματος, ο ίδιος ο Ροκφέλερ, εξηγούσε τον ρόλο του, ως εξής:

“Το Κίνημα δεν στοχεύει στην ίδρυση μιας υπερ–εκκλησίας, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά οι ίδιες οι εκκλησίες που συνεργάζονται μέσω αυτού του απλού μηχανισμού, τον οποίο οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει και ελέγχουν.”

Ο χαρακτηρισμός του Κινήματος ως “μηχανισμού”, είναι αποκαλυπτικός. Παραδόξως, ο ορισμός που δίνεται είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτόν που επίσημα εξακολουθεί να προβάλλεται έως και σήμερα από το ΠΣΕ και τους θιασώτες του, ότι το ΠΣΕ δεν είναι υπερ-εκκλησία…

Η υπερ-ομολογιακότητα των οργανισμών που χρηματοδοτούσε ο Ροκφέλερ, δεν ήταν απλά μία επιλογή, ήταν η βαθειά πεποίθηση της ανάγκης να αλλάξει ο Χριστιανισμός και να υπερβεί τις ομολογιακές, δογματικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, σε ομιλία που έδωσε στους φοιτητές μέλη της ΧΕΝ (YMCA), του πανεπιστημίου Brown, ήδη το 1894, ξεκαθάριζε ότι:

«Ένας Χριστιανός είναι Χριστιανός ανεξάρτητα από την εκκλησία στην οποία ανήκει».

Το Κίνημα, λοιπόν, στελεχωνόταν από ανθρώπους με το νέο ιεραποστολικό όραμα που έφερνε ο Οικουμενισμός μαζί με το Κοινωνικό Ευαγγέλιο, είχε στην ηγεσία του τον Mott, και το κυριότερο, είχε τεράστια άμεση χρηματοδότηση από τους Rockefeller. Οι ίδιοι άνθρωποι -όσον αφορά τις ΗΠΑ- στελέχωσαν το Διεθνές Ιεραποστολικό Συμβούλιο (IMC), που κατάφερε να δημιουργήσει ο Mott το 1921, υλοποιώντας τις αποφάσεις του Εδιμβούργου το 1910, σε έναν οργανισμό που διεθνοποίησε το νέο ιεραποστολικό πνεύμα του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού και μετέφερε το νέο Αμερικανικό πνεύμα, εκτός των ΗΠΑ. Άλλωστε οι χρηματοδότες του νέου εγχειρήματος ήταν και πάλι τα ίδια πρόσωπα…

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ: Το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου

Όμως, η δράση της ΧΕΝ (YMCA) δεν περιοριζόταν στις ΗΠΑ. Εξ αρχής είχαν θέσει ως στόχο την Ρωσία. Πριν την επανάσταση του 1917, η παρουσία του και η ισχύς του εντός της Ρωσίας ήταν μεγάλη, έχοντας δημιουργήσει ένα τεράστιο δίκτυο σχέσεων με εκκλησιαστικούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Με την τελική επικράτηση της Επανάστασης, με τη φροντίδα της ΧΕΝ (YMCA), φιλόσοφοι και θεολόγοι, μεταφέρθηκαν αρχικά στην Πράγα και έπειτα στο Παρίσι, όπου με την αποκλειστική χρηματοδότηση του Ροκφέλερ, μέσω της ΧΕΝ (YMCA), ιδρύθηκε το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου. Εκεί διαμορφώθηκαν ο θεολογικός Περσοναλισμός και η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, τα οποία έγιναν το θεολογικό όχημα για τον Οικουμενισμό.

Οι χρηματοδότες του Αγίου Σεργίου είχαν την πεποίθηση ότι η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία θα ανατρεπόταν στο εγγύς μέλλον, και ήθελαν να έχουν μίαν διαμορφωμένη φιλελεύθερη οικουμενιστική Ρωσική Συνείδηση, όταν θα επέστρεφαν πίσω οι εκδιωχθέντες και θα έπερναν την εξουσία. Μία ανάλογη προσπάθεια γίνεται σήμερα στην Ουκρανία.

Ιδού λοιπόν γιατί ο Οικουμενισμός θριαμβεύει: διότι πανίσχυροι οικονομικοί παράγοντες, με τεράστια επιρροή και στη πολιτική, προσφέρουν αμέριστη υποστήριξη και πλούσια χρηματοδότηση στους οργανισμούς που τον προβάλλουν και στους ανθρώπους που τον προπαγανδίζουν.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΣΕ:

Όπως ήδη ελέχθη, κατά τα προπολεμικά χρόνια, οι ΗΠΑ είχαν καθοριστική παρουσία εντός των τριών κύριων οικουμενικών οργανισμών: του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (IMC), του κινήματος «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order) και του κινήματος «Ζωή και Έργο» (Life and Work), έχοντας πρώτιστα τακτοποιήσει το «εσωτερικό μέτωπο»: τη φιλελεύθερη μορφή του Προτεσταντισμού στις ίδιες τις ΗΠΑ. Από το 1937, προετοιμάζονταν πια για τα επόμενα βήματα: το γραφείο του ΠΣΕ στη Νέα Υόρκη είχε ήδη αναλάβει το κύριο οικονομικό βάρος του υπό διαμόρφωση οργανισμού. Ο Ροκφέλερ παρείχε ξανά άμεση και γενναία χρηματοδοτική στήριξη, εξασφαλίζοντας έτσι την υλική βάση του εγχειρήματος.

Κάνοντας -αναγκαστικά λόγω έλλειψης χρόνου- ένα άλμα στην μετά τον Β΄ΠΠ κατάσταση, συναντάμε –όπως ήταν αναμενόμενο– τους ίδιους παράγοντες να εργάζονται για την ίδρυση του ΠΣΕ, η οποία επετεύχθη τελικά το 1948. Πρώτος Γενικός Γραμματέας ορίστηκε ο Δρ. Βίσερ τʼ Χούφτ (Dr. Visser ’t Hooft), ο οποίος παράλληλα συνέχιζε να υπηρετεί ως γραμματέας της Παγκόσμιας Επιτροπής της ΧΕΝ (YMCA), (με τον Mott πρόεδρο) και γενικός γραμματέας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Φοιτητικών Χριστιανικών Ενώσεων (WSCF), πάλι με τον Mott επικεφαλής. Ο δε Mott, επαναλαμβάνοντας την καθοριστική του συμβολή στη γέννηση του ΠΣΕ, τιμήθηκε από τον οργανισμό για τις «ανεκτίμητες υπηρεσίες» του προς το Οικουμενικό Κίνημα με τον τίτλο του ισόβιου προέδρου.

Παράλληλα, μέσω της ισχυρής θεσμικής εκπροσώπησης και της εκτεταμένης χρηματοδότησης, οι φιλελεύθερες Αμερικανικές Προτεσταντικές Εκκλησίες κατεστάθησαν η κυρίαρχη δύναμη εντός του ΠΣΕ. Έτσι, μετά το 1948, η Οικουμενική Κίνηση, έχοντας πλέον ένα κεντρικό θεσμικό όργανο που είχε απορροφήσει τις επιτροπές «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Έργο», εργαλειοποιήθηκε γρήγορα στους μακρόπνοους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για το μέλλον της (Δυτικής) Ευρώπης. Μιας Ευρώπης που όφειλε να προσαρμοστεί στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες και να επανεκπαιδευτεί στις φιλελεύθερες αξίες της αμερικανικής εκδοχής της δημοκρατίας. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ (που ενεργοποιήθηκε το 1948, ταυτόχρονα με την ίδρυση του ΠΣΕ), η μείωση των διακρατικών φραγμών και η οικονομική ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης διαμόρφωσαν τις συνθήκες για την μετέπειτα ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση.

Στο ίδιο πλαίσιο, η προώθηση της «αξίας» της Δυτικής Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν από τους κεντρικούς στόχους του νεοπαγούς ΠΣΕ, φθάνοντας να την ταυτίσει –όπως και το κεφαλαιοκρατικό οικονομικό σύστημα– με την ανθρώπινη ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τον ίδιο τον Χριστιανισμό. Ενδεικτικά, ο John Dulles (Τζον Ντάλες, μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1953 επί Αϊζενχάουερ) συνέγραψε ένα καθοριστικό κείμενο για λογαριασμό της Επιτροπής Μελέτης του ΠΣΕ (Study Department Commission). Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στο ιδρυτικό συνέδριο του Άμστερνταμ υπό τον τίτλο: «Η Εκκλησία και η Διεθνής Αναταραχή» (The Church and the International Disorder).

Η μέθοδος που προτείνεται απέναντι στους μη-δυτικούς πολιτισμούς δεν είναι η ταχεία πολιτική φιλελευθεροποίηση, αλλά η σταδιακή φιλελευθεροποίηση: δηλαδή, η σταδιακή ενσωμάτωση κρατών, κοινωνιών και θρησκειών στις κυρίαρχες δυτικές αντιλήψεις του φιλελευθερισμού και της άνευ ορίων και περιορισμών αγοράς, έχοντας ως πλαίσιο αναφοράς τον κοσμοπολίτικο διεθνισμό (cosmopolitan internationalism), που αντιτίθεται σθεναρά στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, και σε κάθε μορφή παραδοσιακής αξίας.

Στόχος επομένως γίνεται η “ψυχή” μιας κοινωνίας, και το μέσο που χρησιμοποιείται, η σταδιακή ενσωμάτωση στις δυτικές αξίες μέσω της πολιτισμικής ώσμωσης σε αυτές. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε: είναι η εκκοσμίκευση των θεμελιωδών υποστηριγμάτων της κοινωνίας, ανάμεσα στις οποίες -ίσως η πιο σημαντική- της θρησκευτικής της ταυτότητας, που σημαίνει την απόσπαση από την οικεία Παράδοση, την υιοθέτηση της θεμελιώδους φιλελεύθερης ιδέας του ατομισμού, που είναι με την σειρά του απαραίτητος, στην διαμόρφωση της καταναλωτικής κουλτούρας, σημείο αναφοράς του Αμερικανικού προτύπου, που οφείλει οπωσδήποτε να αντιγραφεί. Η αντίσταση και η μη φιλελευθεροποίηση της θρησκείας (στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, της Ορθοδοξίας), δεν δύναται παρά να υποσκάψει την διαδικασία εκμοντερνισμού της χώρας-κοινωνίας στόχου, με κίνδυνο να ανατραπεί ο συνολικός σχεδιασμός. Το ζητούμενο είναι δηλαδή η απορρόφηση της διακριτής Ορθόδοξης ταυτότητας σε μια υπερεθνική, διαπνεόμενη από τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες, οντότητα (Ευρωπαϊκή Ένωση).

Παράλληλα, το ΠΣΕ συγκρότησε το 1950 την Οικουμενική Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία (Ecumenical Commission on European Cooperation), με σκοπό να εξετάσει τον τρόπο που οι ευρωπαϊκές Εκκλησίες οφείλουν να συνδράμουν στην πρόοδο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως την οραματίστηκαν ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν (Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας). Η διαδικασία αυτή βρήκε θεσμική έκφραση στη Διακήρυξη Σουμάν το 1950, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (1951/Συνθήκη του Παρισιού). Η Επιτροπή διατύπωσε ρητά ότι σκοπός της ήταν η καλλιέργεια ενός κλίματος “χριστιανικής υπευθυνότητας, που οφείλει να οδηγήσει στην επανασυμφιλίωση των ευρωπαϊκών λαών, που αποτελεί την μόνη ασφαλή οδό για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία”.

Πέραν αυτών, ουκ ολίγα κρίσιμα ζητήματα παραμένουν εκτός πεδίου ανάλυσης, ωστόσο η σιωπή τους δεν υποβαθμίζει την κεντρική υπόθεση. Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς:

Ποια ήταν η δράση της ΧΕΝ (YMCA) στην προεπαναστατική Ρωσία και πώς επηρέασε τον οικουμενιστικό προσανατολισμό του Πατριαρχείου Μόσχας;

Ποιος ο καίριος ρόλος της ΧΕΝ (YMCA) στην ίδρυση και χρηματοδότηση του Ορθόδοξου Θεολογικού Ινστιτούτου Αγίου Σεργίου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ένα ινστιτούτο που αποδείχθηκε καταλυτικό για την επικράτηση της οικουμενι(στι)κής θεολογίας στον Ορθόδοξο Κόσμο και για τη σύμπλευση με τους φιλελεύθερους περσοναλιστές θεολόγους του Παπισμού;

Ποια η σημασία της συντονισμένης δράσης του Διεθνους Ιεραποστολικου Συμβουλιου(IMC) και της ΧΕΝ (YMCA) στο ζήτημα της «διάσωσης» των Ρώσων Ορθοδόξων αντι-σοβιετικών «προσφύγων» –που είχαν ανοικτά συνεργαστεί με τη Ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, με τελικό προορισμό τις ΗΠΑ και την επακόλουθη εργαλειοποίησή τους στο αντι-κομμουνιστικό μέτωπο;

Ποιες ήταν οι συνεννοήσεις των ΗΠΑ με το Βατικανό πριν το 1948, καθώς και ο μετασχηματισμός του ίδιου του Βατικανού προς πλήρη στοίχιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις φιλελευθεροποίησης, που έλαβε αποκορύφωμα στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962–1965);

Και πολλά άλλα ακόμη.

Τα στοιχεία που παραλείφθηκαν θα ενίσχυαν αναμφίβολα την εικόνα που επιχειρήσαμε εδώ να περιγράψουμε. Η κεντρική πρόταση παραμένει αμετάβλητη: ο Οικουμενισμός, από την πρώτη στιγμή, αποτελεί ένα καθαρά Δυτικό εγχείρημα (project), με σκοπό τη διάχυση της Αμερικανικής πολιτισμικής επιρροής στον Χριστιανικό Κόσμο. Η ίδια η Δυτική Ευρώπη υπέκυψε σε μια διαδικασία αμερικανοποίησης που την μετέτρεψε σε εξαρτημένο γεωπολιτικό χώρο, στερημένο οικείας βούλησης. Και ο ρόλος της θρησκείας – ειδικά κατά τη πρώτη εικοσαετία μετά το 1945 – ήταν κρίσιμος, καθώς υπηρέτησε ως ιδεολογικός και θεσμικός μοχλός για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου.

 

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ας φανταστούμε μια στρογγυλή τράπεζα, όπως λέγεται, όπου κάθονται άνετα, οι Άγιοι Διδάσκαλοι, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Γρηγόριος, Αθανάσιος, Κύριλλος, μαζί με τους αιρετικούς, Άρειο, Ευνόμιο, Μακεδόνιο, Νεστόριο, Ιωάννη Βέκκο. Η συζήτησή τους περί Πίστεως δεν εστιάζει στην αλήθεια, αλλά στη διαβούλευση: «η γνώμη σου και η γνώμη μου», αρκεί να επικρατεί η αγάπη. Με απλά λόγια, το κρίσιμο ζήτημα της σωτηρίας διά της πίστεως διαγράφεται και εξοστρακίζεται. Ακυρώνεται παντελώς το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως που ορίζει: «Εις μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν».

Η απαρασάλευτη διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, ότι εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, ούτε αλήθεια, ούτε φωτισμός, ούτε Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ούτε ζωογόνα μυστήρια, ούτε κανονική ιερωσύνη, όχι μόνο σχετικοποιείται, αλλά αντίθετα, εντός της οικουμενιστικής ιδεοληψίας, αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτή η εγκυρότητα όλων αυτών ανεξαρτήτως δογματικής ομολογίας, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της πίστεως. Κατά συνέπεια, διαλύεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ βεβήλου και ιερού, φωτός και σκότους, όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο. Οι αιρετικές διδασκαλίες εξισώνονται θεολογικά με την αγιοπνευματική ορθόδοξη πίστη και ταξινομούνται ως απλώς «διαφορετικές» παραδόσεις, που αναπτύχθηκαν σε ετερογενή πολιτισμικά πλαίσια. Ο ανά τους Αιώνες αγώνας των Αγίων εναντίον των αιρέσεων ακυρώνεται ολοσχερώς. Η σχέση ορθοδόξων και αιρετικών δομείται πλέον σε ένα φιλελεύθερο πνεύμα, όπου τα πάντα σχετικοποιούνται και θεωρούνται «καθ’ οδόν» προς μια αδιαμόρφωτη, αόριστη αλήθεια.

Η νέα αυτή θεολογική οπτική αρθρώνει τον λεγόμενο «δογματικό μινιμαλισμό» (δηλαδή την ελαχιστοποίηση των δογμάτων πίστεως), ο οποίος αποτελεί τη δογματική έκφραση της αιρέσεως του Οικουμενισμού. Έννοιες όπως «σχετικοποίηση», «ανεκτικότητα», «πλουραλισμός» και «εμπλουτισμός» κυριαρχούν στα κείμενα και στον προφορικό λόγο των εκπροσώπων του. Η ελευθεριότητα με την οποία κινούνται, καταπατώντας πλήθος ιερών κανόνων – τους οποίους περιφρονούν ως «τείχη του αίσχους» –, εδράζεται στην πεποίθηση ότι η Ιερά Παράδοση είναι ένα μουσειακό μνημείο άλλων εποχών, κάτι ξεπερασμένο και αχρείαστο. Γι’ αυτόν τον λόγο ομιλούν για την «κωδικοποίηση των ιερών κανόνων», δηλαδή για μια επιλεκτική προσαρμογή τους στο πλαίσιο της οικουμενικής αντίληψης. Σε τι μεταφράζεται αυτό πρακτικά; Στην αποδοχή του δεύτερου γάμου κληρικών, στον γάμο επισκόπων, στην πλήρη αναγνώριση κάθε αιρετικού βαπτίσματος, ιερωσύνης και μυστηρίων, στη γυναικεία ιερωσύνη, στη συνεχή τριβή με αιρετικούς μέσω συμπροσευχών και συνεδρίων, στην αλλαγή των Λειτουργικών κειμένων της Εκκλησίας, στην κατάργηση νηστειών και ιερής αμφίεσης. Δηλαδή, πρόκειται για έναν πλήρη εκμοντερνισμό της Εκκλησίας, ο οποίος ισοδυναμεί με την κατάργηση του Αποστολικού περιεχομένου της πίστεώς της.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικουμενιστικής σχετικοποίησης των πάντων, σχεδόν καθόλου γνωστό, έως και σε αυτούς που ασχολούνται με τα θέματα του Οικουμενισμού, και το οποίο αποτυπώνει την θεολογική δουλειά της Δ’ Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΠΣΕ, στο Μόντρεαλ το 1963, είναι το κείμενο «Γραφή, Παράδοση και παραδόσεις». Το κείμενο καλεί τις Εκκλησίες να επανεξετάσουν τη σχέση Γραφής και Παράδοσης μέσα από τον οικουμενικό διάλογο, διακρίνοντας τρεις έννοιες της λέξης «παράδοση»:

1.        Η Παράδοση (με κεφαλαίο Π): Είναι το ίδιο το Ευαγγέλιο, ο Χριστός που είναι παρών στη ζωή της αδιαίρετης Εκκλησίας.

2.        Η παράδοση (με μικρό π): Αναφέρεται στη διαδικασία μετάδοσης της Παράδοσης στις επί μέρους ομολογίες.

3.        Οι παραδόσεις: Ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ποικιλομορφία των μορφών έκφρασης των λεγόμενων «ομολογιακών παραδόσεων» (π.χ. Λουθηρανική, Ορθόδοξη κλπ). Στο τελευταίο μέρος του κειμένου, η λέξη αποκτά ακόμη την έννοια των πολιτιστικών παραδόσεων.

Η κυρίαρχη θεολογική προοπτική που επικρατεί στο κείμενο είναι ότι η Οικουμενική θεολογία του ΠΣΕ αποτελεί το «όλον», ενώ τα μέλη-εκκλησίες αποτελούν τα «επί μέρους». Με άλλα λόγια, το μέρος δεν μπορεί να υπάρξει έξω από το «όλον» από το οποίο ζωοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το «όλον», απολυτοποιείται και γίνεται η αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη και ανάπτυξη των επί μέρους μερών που το συναποτελούν, που είναι οι Εκκλησίες.

Το δε κείμενο του ΠΣΕ στο Πόρτο Αλέγκρε (2006) αποτελεί την κατάργηση της Εκκλησιολογίας του Συμβόλου της Πίστεως. Η πίστη που τέθηκε ως βάση της ενώσεως δεν είναι η Ορθόδοξη, αλλά η προτεσταντική. Τα βασικά ορθόδοξα δόγματα απορρίφθηκαν ως «αγκυλώσεις του παρελθόντος». Το κείμενο διακηρύττει ρητά:

«Επιβεβαιώνουμε εκ νέου ότι ο πρωταρχικός σκοπός της κοινωνίας των εκκλησιών, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών είναι η μεταξύ τους κλήση για ορατή ενότητα σε μία πίστη και σε μία ευχαριστιακή κοινωνία, εκφραζόμενη στη λατρεία και στη κοινή εν Χριστώ ζωή […]» (παραγρ. 1).

Στη συνέχεια διατυπώνεται η φοβερή εκκλησιολογική αίρεση ότι το σύνολο των μελών του ΠΣΕ απαρτίζουν την καθολική Εκκλησία, και όχι κάποια επί μέρους «εκκλησία». Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της ΜΟΝΟ όταν βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες-μέλη. Μέσα στα άρθρα του κειμένου στο Πόρτο Αλέγκρε, το οποίο υπογράφηκε και από τα Πατριαρχεία μας, αναπτύσσεται το προτεστάντικο δόγμα περί της «αδιαιρέτου εκκλησίας» και της δογματικής πολυμορφίας εντός αυτής. Πρόκειται για μια θέση που έχει ήδη καταδικασθεί ρητώς από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1672.

Εδώ όμως πρέπει να πούμε, ότι υπήρξε Ορθόδοξη Συνοδική καταδίκη της οικουμενιστικής παναιρέσεως. Το εκκλησιαστικό γεγονός ήταν η Σύνοδος της Μόσχας τον Ιουλίο του 1948, ένα μόλις μήνα πριν το ιδρυτικό Συνέδριο του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ! Το Συνέδριο της Μόσχας έγινε στο περιθώριο των εορτασμών των 500 ετών αυτοκεφαλίας του Πατριαρχείου της.

Ουσιαστικά, ήταν μια πανορθόδοξη Σύνοδος στην οποία συμμετείχαν με αντιπροσώπους ή επικεφαλής ιεράρχες όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλην εκείνων που βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τον Δυτικό παράγοντα:

1.        Του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καθοδηγούμενου υπό του ακραίου οικουμενιστή και Μασόνου Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού, με τον Πατριάρχη Μάξιμο Ε’ σε ουσιαστική ομηρία (οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Οκτώβριο του 1948 υπό το πρόσχημα της ψυχοπάθειας), έως ότου αντικατασταθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα (ο οποίος κατέφθασε στην Τουρκία με το προσωπικό αεροπλάνο του Προέδρου Τρούμαν, τον Ιανουάριο του 1949).

2.        Της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την Ελλάδα να βιώνει τις τελευταίες τραγικές ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου, (που προκάλεσε η Μ. Βρετανία), και ουσιαστικά να βρίσκεται υπό Αμερικανική στρατιωτική κατοχή).

3.        Και της Εκκλησίας της Κύπρου (με την Κύπρο ακόμη υπό σκληρή Βρετανική κατοχή).

Οι αποφάσεις της Μόσχας αποτέλεσαν καίριο πλήγμα στο επερχόμενο αμερικανοκίνητο ιδρυτικό συνέδριο του ΠΣΕ, καθώς τορπίλισαν θεολογικά -επαναλαμβάνω: θεολογικά- τη νομιμοποίηση συμμετοχής των τριών προαναφερθεισών Εκκλησιών. Οι αποφάσεις συμπεριλάμβαναν μια άνευ προηγουμένου καταδίκη του Οικουμενισμού ως ξένου προς την ορθόδοξη δογματική αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Σε συνδυασμό με την καταδίκη του Παπισμού και την άρνηση αναγνώρισης του κύρους των Αγγλικανικών χειροτονιών (τις οποίες είχαν αναγνωρίσει η Κωνσταντινούπολη, η Ρουμανία και η Αλεξάνδρεια) –στηριζόμενη θεολογικά στην ερμηνεία της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου περί της ιερωσύνης των αιρετικών –, οι αποφάσεις αυτές αποτέλεσαν την οριστική θεολογική ταφόπλακα της συνδυασμένης επίθεσης προς την Ορθοδοξία και τους ορθόδοξους λαούς.

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Η Οικουμενιστική θεολογική κατανόηση, που έχουμε εν συντόμω αναφέρει, πρέπει με κάποιον τρόπο να περάσει «ανώδυνα» στο λαό, μετά την αποδοχή της στους κόλπους της εκκλησιαστικής διοίκησης (Βλ. Κολυμπάρι), χωρίς όμως ο λαός να καταλάβει το μέγεθος της φοβερής προδοσίας που συντελείται. Με τη συνεργασία της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας, έχει συντελεσθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ένας δυσδιάκριτος πόλεμος, ώστε ο λαός να «ωριμάσει» και να είναι έτοιμος γιά την πνευματική του άλωση. Δηλαδή, να προσπερνά αδιάφορος, το ότι πολλοί ιεράρχες είναι πλήρως αποκομμένοι από την πίστη της Εκκλησίας και την ομολογία της. Να δέχεται αναντίρρητα τις όποιες αποφάσεις εκδίδονται, με το επιχείρημα : «έτσι αποφάσισε η σύνοδος και ο λαός οφείλει να υπακούσει». Να μην έχουν τη δυνατότητα να σκεφθούν, ότι η υπακοή στη διοίκηση της Εκκλησίας δεν είναι τυφλή, αλλά δογματικά προϋποθετημένη επί της ομολογίας της Ορθοδόξου πίστεως.

Ο ρόλος του λαού όμως δεν είναι να είναι ένας παθητικός δέκτης, αλλά να είναι ο φύλακας της πίστεως. Ο πιστός λαός δεν είναι ένας καταναλωτής «αποφάσεων», εύκολη λεία στην Οικουμενιστική λαίλαπα. Ο πιστός λαός δεν είναι οι νερόβραστοι «χριστιανοί», που δεν θέλουν να υστερούν στην ψευδοπρόοδο του κόσμου και δειλιάζουν υπό το βάρος του στιγματισμού και σιωπούν ακολουθώντας τα του Κόσμου.

Κλείνοντας, θα παραθέσω στην αγάπη σας, μία ιστορική μαρτυρία, γιά να εννοήσουμε όλοι, το τι σημαίνει «Λαός του Θεού» και πως διαφυλάσσει την Σωτήριο Πίστη του. Η μαρτυρία βρίσκεται στα Πρακτικά της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου (MANSI CONSILIORUM, 8 τομ.,σελ. 1062-1066). Tο 518, στις 15 Ιουλίου, ο Πατριάρχης Κων/λεως Ιωάννης Β’ εισερχόμενος στην Αγία Σοφία με συνοδεία κληρικών και 12 επισκόπων και φθάνοντας στο μέσον του Ναού, όλος ο λαός άρχισε να τον πολυχρονίζει. Στη συνέχεια όμως άρχισε ένας χείμαρρος διαμαρτυριών από τον λαό. Απαιτούσαν να παύσει ο Πατριάρχης την επαμφοτερίζουσα τακτική του, να αναθεματίσει τους αιρετικούς και να ορίσει Σύναξη εορταστική προς τιμή της Δ’ τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου. Δεν έλλειψαν και οι απειλές από τον λαό, «ο μη λαλών, Μανιχαίος εστί», «ή κηρύσσεις, ή εξέρχη». Ο Πατριάρχης εζήτησε τότε να προσκυνήσει πρώτα το θυσιαστήριον και μετά να απαντήσει. Νέες ισχυρότερες φωνές τον ανάγκασαν να ανέλθει στον άμβωνα, όπου ομολόγησε δημοσίως πίστη στο Σύμβολον της Πίστεως και στις 4 Οικουμενικές Συνόδους, χωρίς όμως να αναθεματίσει τους αιρετικούς, ή να ορίσει εορτή γιά την Δ’ Οικουμενική, όπου ζητούσε ο λαός.

Αναφέρει το κείμενο, ότι οι φωνές εξηκολούθησαν επί πολύ, λέγοντας ότι δεν αναχωρούν. «Την μνήμην των Πατέρων της Συνόδου κήρυξον, αν σήμερον κηρύξης, αύριον επιτελείται, …ουκ αναχωρούμεν… ου κατέρχη εκ του άμβωνος, εάν μη λάβωμεν απόκρισιν, εως νυκτός εδώ θα είμαστε». Ο Πατριάρχης είπε ότι θα ώριζε την εορτή εάν συμφωνούσε και ο Βασιλέας. Αμέσως, οι χριστιανοί το απέρριψαν και ορκίζοντο στο Ευαγγέλιο, ότι δεν φεύγουν αν δεν κηρυχθή η εορτή. Τότε ο Πατριάρχης δέχθηκε και ώρισε την επομένη, την 16η Ιουλίου, ως εόρτιο μνήμη των 4 Οικουμενικών Συνόδων.

Ο λαός όμως επέμενε και απαιτούσε ΚΑΙ τον αναθεματισμό των αιρετικών κατ’ όνομα, την διαγραφή τους από τα δίπτυχα και την εγγραφή των Ορθοδόξων Πατέρων. Ζητούσαν επιμόνως, γιά ασφάλεια να αναγνωσθούν τα δίπτυχα από τον άμβωνα. Ο δε Πατριάρχης άρχισε να ομιλεί εκτενώς γιά την Ορθόδοξη πίστη, την προσήλωση στην Παράδοση των Πατέρων και γιά το θείο κύρος των 4 Οικουμενικών Συνόδων, αλλά δεν έκανε λόγο γιά τα δίπτυχα, ούτε και αναθεμάτισε τους αιρετικούς.

Νέα θύελλα διαμαρτυριών, αναγκάζει τον Πατριάρχη να ζητάει χρόνο γιά να συμφωνήσει ο Βασιλέας και θα πράξει αυτό που ζητούν. Τότε οι χριστιανοί έκλεισαν τις θύρες της Αγίας Σοφίας και επέμεναν φωνάζοντας εκτενώς. Ο Πατριάρχης έδωσε εντολή και έγραψαν τις 4 Οικουμενικές Συνόδους στα δίπτυχα.

Τότε με μεγάλη φωνή άπαντες ως εξ ενός στόματος, εβόησαν «Ευλογητός Κύριος ο Θεός, ότι επεσκέψατο και εποίησεν λύτρωσιν τω λαώ αυτού». Επί πολλήν ώραν έψαλλον αντιφωνούντες αυτό. Έπειτα ανήλθον οι ψάλτες στον άμβωνα, ψάλλοντες τον Τρισάγιον Ύμνον. Ο δε λαός εσιώπα, ψάλλων και ευχόμενος. Κατά την τάξη εσυνεχίσθη η Θεία Λειτουργία, ενώ ήσαν οι θύρες του Ναού κλειστές. Μετά δε το «Πιστεύω», την ώρα των διπτύχων, συνέδραμε όλος ο λαός κύκλω του θυσιαστηρίου,και όταν άκουσαν τον Διάκονο να εκφωνεί τις 4 Οικουμενικές Συνόδους και να μνημονεύει τους εν οσία τη μνήμη Αρχιεπισκόπους Ευφήμιον, Μακεδόνιον, Λέοντα, μεγάλη τη φωνή έκραξαν άπαντες, «Δοξα Σοι Κύριε, Δόξα Σοι». Μετά τούτο, μετά μεγίστης ευταξίας επληρώθη, συν Θεώ, η Θεία Λειτουργία.

Αγαπητοί μου αδελφοί, με φρόνημα και επίγνωση πίστεως ενός τέτοιου λαού, ουδείς Οικουμενισμός μπορεί να γίνει απειλή γιά την Εκκλησία.

Ευχαριστώ γιά την προσοχή και την υπομονή σας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η έντονη μορφή λέξεων και φράσεων επελέγη από τον διαχειριστή του παρόντος ιστολογίου.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

 

Ἡ συνομιλία τοῦ Χριστοῦ

μέ τή Σαμαρείτιδα

 

 


Χριστός Ανέστη!

Κυριακή της Σαμαρείτιδος 2026.

Ο Χριστός μέρα μεσημέρι βρίσκεται στο φρέαρ (πηγάδι) του Ιακώβ και συνομιλεί με μια γυναίκα όχι ηθικώς ανεπίληπτου βίου, όχι "ορθόδοξη" στην πίστη της στον Θεό. Τίποτε δεν τον εμποδίζει να την πλησιάσει Εκείνος πρώτος και μέσα από έναν συγκλονιστικό διάλογο (συνομιλία)  να της αποκαλύψει την αληθινή λατρεία του Τριαδικού Θεού. Κι εκείνη, όμως, τη γυναίκα, τίποτε δεν την εμπόδισε να έχει πνευματικές ανησυχίες, να έχει μελετήσει τα περί Θεού και να βιώνει την προσδοκία του Μεσσία.

Γνωρίζουμε, είπε στον συνομιλητή της, ότι θα έλθει ο Μεσσίας, ο Χριστός, κι Εκείνος θα μας τα διδάξει όλα. Για να πάρει τη συνταρακτική, απόλυτη και αφοπλιστική απάντησή Του: Εγώ ειμί ο λαλών σοι! (Εγώ είμαι, αυτός που τώρα σου μιλάει!)

Πόσα δισεκατομμύρια ανθρώπων θα ήθελαν να είναι στη θέση της και να ακούσουν αυτή τη μοναδική απάντηση από Εκείνον!....Όλοι οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται ειλικρινά για την Αλήθεια και τη Ζωή μπορούν να πάρουν αυτή την απάντηση και να προσανατολιστούν αναλόγως!

Εκείνη, η γυναίκα Σαμαρείτιδα, έγινε, μετά από εκείνο το συνταρακτικό διάλογο, η ισαπόστολος και μάρτυς Αγία Φωτεινή που η ζωντανή και χαροποιός πίστη της την έκανε κήρυκα του Ευαγγελίου στην Αφρική και έφθασε μέχρι τη Ρώμη. Εκεί  οδήγησε στον Χριστό ακόμη και την κόρη του Νέρωνα, τη Δομνίνα, αλλά και τον εαυτό της, τους δύο γυιούς της και τις αδελφές της στο μαρτύριο, την υπέρτατη απόδειξη της αγάπης στον Χριστό.

Αυτή την ημέρα συνεορτάσαμε στο χαριτωμένο εξωκκλήσι της Αγίας Φωτεινής στο Μετόχι Αχαΐας, με λειτουργό τον αγαπητό Πρεσβύτερο π. Ηλία Τσαρκατζόγλου, όπου συμψάλλαμε με τον αγαπητό ιεροψάλτη μουσικολογιώτατο κ. Ευάγγελο Τσαρκατζόγλου και κηρύξαμε μετά από προτροπή του λειτουργού τον Θ. λόγο. Ευλογημένη από Αναστάσιμη χαρά ήταν και η λιτάνευση της ι. Εικόνος της Αγίας μέσα στο χωριό. Ακολούθησε πλούσιο κέρασμα πρός όλους τους πανηγυριστές.

Αιωνία η μνήμη των αειμνήστων Κτητόρων του Ιερού Ναού Ευαγγέλου Αποστολοπούλου και της συζύγου του Ελευθερίας.

Δ.Ι.Κ.












Τρίτη 5 Μαΐου 2026

 

ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ

«ΕΝΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»



 

Άλλη μια σημαντική και ενδιαφέρουσα ημερίδα της "Εστίας Πατερικών Μελετών" για τη σύγχρονη παναίρεση του Οικουμενισμού, με γενικό τίτλο: Η ενότητα της Εκκλησίας και η "ένωση των εκκλησιών". Διεξήχθη στη μεγάλη Αίθουσα του Πολεμικού Μουσείου, στο κέντρο της Αθήνας.

Πέντε εκλεκτοί Εισηγητές, με ενδιαφέρουσες και δυναμικές Εισηγήσεις, προβολή σχετικού βίντεο με τα παλαιότερα και νεότερα "κατορθώματα" ή μάλλον αίσχη των οικουμενιστών και σχετική συζήτηση, την οποία έχασα, διότι έπρεπε να πάρω το δρόμο της επιστροφής.

Δεν μπορούσα να λείψω, εκτός των άλλων διότι ήθελα να ακούσω τον φίλο και συμφοιτητή μου στο μεταπτυχιακό στο ΕΚΠΑ αγαπητό κ. Βασίλη Τουλουμτσή, υπ. Διδάκτορα, ως Εισηγητή στο ενδιαφέρον θέμα της λεγομένης "Βαπτισματικής" (οικουμενιστικής) εκκλησιολογίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε η Εισήγηση του λογίου Αγιορείτου μοναχού π. Παϊσίου Καρεώτη, ο οποίος εμπεριστατωμένα αναφέρθηκε στά άγνωστα στους πολλούς πρόσωπα και οργανώσεις που υπήρξαν οι κρυφοί δημιουργοί, προωθητές και χρηματοδότες του Οικουμενισμού (από πού αλλού, παρά από τις ΗΠΑ....), ενώ θαύμασα τον χαιρετισμό προς την Ημερίδα από τον μάλλον μοναδικό επίσκοπο της επισήμου Εκκλησίας της Ελλάδος που ευθαρσώς, δυναμικώς και σταθερώς αποδοκιμάζει και καταγγέλει την παναίρεση του Οικουμενισμού, τον Κυθήρων Σεραφείμ.

Η προσέλευση, παρά το προηγηθέν τριήμερο, ήταν αρκετά μεγάλη, με ενδιαφέρουσα και παρήγορη την παρουσία νέων ανθρώπων.

Τέτοιες εκδηλώσεις θα έπρεπε να διοργανώνουν συχνά πυκνά, προς διαφώτιση του λαού και κάθε ενδιαφερομένου, κυρίως οι ποιμένες του πατρίου εορτολογίου, αλλά φαίνεται ότι τελευταίως οι περισσότεροι εξ αυτών περί άλλων μεριμνούν και τυρβάζουν ή έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους.... Ίσως, να αυταπατώνται πως αρκεί που τηρούν την εορτολογική παράδοση. Κρίμα, γιατί οι καιροί ειναι χαλεποί και ο λαός ακατήχητος και ανυποψίαστος.

Δ.Ι.Κ.

 

Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡ. ΚΥΘΗΡΩΝ Κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ




 

Ἅγιοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί,

ἐντιμότατοι σύνεδροι,

                                    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

 

Ἡ σπουδαιότητα τοῦ θέματος τῆς ἡμερίδος σας δύναται νὰ κατανοηθῆ πλήρως μόνον στὸν βαθμὸ ποὺ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὸ μέγεθος τοῦ προβλήματος - κινδύνου τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἐφόσον ἐκ τῶν ἀντιθέτων πολλάκις κατανοοῦμε τὸ ζητούμενο. Πρόκειται γιὰ θέμα μείζονος σημασίας ποὺ προέκυψε τὸν 19ο αἰ. στὸν προτεσταντικὸ χῶρο καὶ εἰσήχθη στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο τὸν 20ο αἰ. μὲ τὴν Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιο, ἀρχικά, τοῦ 1902-1904, στὴν ὁποία βρίσκουμε μιὰ πρωτόλεια διατύπωση τῆς περιβοήτου θεωρίας τῶν κλάδων, καὶ μὲ ἐκείνη τοῦ 1920, ποὺ τιτλοφορεῖται καὶ ἀπευθύνεται «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», στὴν ὁποία οἱ ἑτερόδοξες θρησκευτικὲς ὀργανώσεις χαρακτηρίζονται ὡς χριστιανικὲς ἐκκλησίες καὶ ὑποδεικνύονται οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ συζητούμενη ἕνωση.

Ἀκολούθησαν οἱ θεολογικοί διάλογοι τῶν Μικτῶν Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων – Προτεσταντῶν, μὲ τὶς διαβόητες ἀποφάσεις (Δηλώσεις Τορόντο 1950, κείμενο Πόρτο Ἀλέγκρε 2006 καὶ «Κείμενο Λίμα, 1982, - Βάπτισμα Εὐχαριστία Ἱερωσύνη») καὶ τὶς αἱρετικὲς θεωρίες «περὶ δύο πνευμόνων», περὶ ἐλλειμματικῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν δὲν ἔχει κοινωνία καὶ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων καὶ κακοδόξων ὁμολογιῶν κ.τ.τ.

Ἀποκορύφωμα ἐκείνων καὶ ὅλων τῶν οἰκουμενιστικῶν μετέπειτα λεχθέντων καὶ πραχθέντων ἀπετέλεσε ἡ λεγομένη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης», ἡ ὁποία κατωχύρωσε συνοδικῶς τὸν οἰκουμενισμό, ἀποτελώντας πλέον τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ὅλων τῶν οἰκουμενιστῶν, παραχάραξε τήν δογματική καί ἐκκλησιολογική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντας τούς ἑτεροδόξους (αἱρετικούς) «ἐκκλησίες», χωρίς νά διευκρινίζη ὅτι ἀρνεῖται ἤ ὄχι τό κύρος καί τήν ὑπόστασι τῶν αἱρετικῶν «μυστηρίων».

Ἡ Ἐκκλησιολογία μεταπίπτει σὲ κοινωνιολογία καὶ πολιτική. Προκρίνεται ἕνας ἐκκοσμικευμένος χριστιανισμός, ἐγκαταλείπεται τὸ δογματικὸ κριτήριο καὶ εἰσάγεται ἕνας ἀκραῖος σχετικισμὸς καὶ ὑποκειμενισμός. Μιὰ τέτοιου εἴδους ἕνωση ἀποτελεῖ σύζευξη ἑτεροκλήτων στοιχείων, γιὰ νὰ καταλήξουν σὲ μιὰ μίξη ἀμίκτων. Συζητεῖται καὶ ἐπιχειρεῖται, παντὶ τρόπῳ, μιὰ ἕνωση ποὺ δὲν προάγει τὴν ἑνότητα, παραβλέποντας καὶ ἀναιρώντας τὴν ἤδη ὑπάρχουσα φύσει ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ὁποιαδήποτε ἔννοια διαίρεσης.

Δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται ὅτι στὸν οἰκουμενισμὸ οἱ ἑτερότητες θεωροῦνται ὡς θετικὲς παραλλαγὲς μιᾶς διευρυμένης ἐκκλησίας (!). Ἡ θεία ἀποκαλυφθεῖσα διδασκαλία δέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες -καὶ ἀντίθετες μεταξύ τους-, ὅλες ἀποδεκτές, ἔτσι ὥστε νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐμπλουτισμὸ καὶ συμπερίληψη. «Ἑνότητα στὴν πίστη καὶ ἑνότητα/ἑτερότητα στὶς διατυπώσεις της» (Y. Congar, Diversités et communion, Παρίσι 1982, σ. 244), «ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ καὶ ἑνότητα ἐν τῇ ἑτερότητι καὶ μέσῳ τῆς ἑτερότητος» (O. Cullmann, Einheit durch Vielfalt, Τυβίγγη 1990², σ. 14), στὸ κέντρο ὁ Χριστὸς καὶ γύρω του ὅλες οἱ «ἐκκλησίες» ὡς «ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ» (!), ὡς οἱ πλανῆτες γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο (βλ. E. Schlink, Ökumenische Dogmatik. Grundzüge, Γοττίγγη 1983, σ. 696).

 

Σὲ ὅλα αὐτὰ ἀπαντοῦμε μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: «Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες. Ἐν τῷ Θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πρᾶγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός (Ἰω. 15, 1-6). Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της. Ἔτσι ἔχουν κατ’ ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων».

Συγκλείοντας τὸν χαιρετισμό μας ὑπενθυμίζουμε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ μεγαλυτέρου ἀντιαιρετικου θεολόγου τῆς δεύτερης χιλιετίας, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς τότε οἰκουμενιστὲς – λατινόφρονες τοῦ Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, «Ποία σχέση, ποῖο μερίδιο, ποία γνησιότης μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ αὐτὸς ποὺ ὑπερασπίζεται τὸ ψεῦδος; Ἡ Ἐκκλησία εἶναι "στύλος καὶ θεμέλιο τῆς ἀληθείας", σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο... Διότι ὅσοι ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀνήκουν στὴν ἀλήθεια· καὶ ὅσοι δὲν ἀνήκουν στὴν ἀλήθεια, δὲν ἀνήκουν οὔτε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀκόμη περισσότερο γι' αὐτοὺς ποὺ ψεύδονται γιὰ τοὺς ἴδιους τους τοὺς ἑαυτούς, ἀποκαλώντας τοὺς ἑαυτούς τους ἱεροὺς ποιμένες καὶ ἀρχιποιμένες, καὶ ἀποκαλούμενοι ἔτσι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον· διότι ἔχουμε διδαχθῆ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως».

 

Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ μέχρι καὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος συνῆλθαν 10 Τοπικὲς Σύνοδοι στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ δύο στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Ρωσία, ποὺ κατεδίκασαν τὶς λατινικὲς κακοδοξίες καὶ αἱρετικὲς δοξασίες.

Ὁ οἰκουμενισμός, τέλος, βασιζόμενος στὰ δεκανίκια τῆς «Πανθρησκείας», τῆς «Παγκοσμιοποίησης» καὶ τῆς «νέας τάξης πραγμάτων», συνοδίτης καὶ συνοδοιπόρος των στὴν πλατεῖα καὶ εὐρύχωρο ὁδὸ τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς ἀπωλείας, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ παναίρεσις καὶ ὁ ἀμείλικτος καὶ ἀδυσώπητος πολέμιος τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανισμοῦ, οἱ δὲ ὑποστηρίζοντες καὶ προβάλλοντες αὐτόν, «ταράσσοντες (τὸ Χριστεπώνυμον Πλήρωμα) βαστάσουσι τὸ κρῖμα, οἷοι ἂν ὦσι» (πρβλ. Γαλ. 5, 10).

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!  ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

†ὁ Κυθήρων & Ἀντικυθήρων

Σεραφείμ

 

Οι επισημάνσεις μας και τινα (ρητορικά) ερωτήματα:

1. Γνωρίζω τις αγαθές προθέσεις των πρωτοβουλιών σας. Αμφιβάλω για την ουσιαστική  σημασία-αξία και την αποτελεσματικότητά τους.

2. Εάν υπάρχει ο Οικουμενισμός και εάν είναι αίρεση και παναίρεση, με την πατερική έννοια, οφείλεται η καταδίκη της και των φορέων της. Φύσις χωρίς υπόσταση και αίρεση χωρίς αιρετικούς, δεν υπάρχουν!

3. Εκτός από Ορθοδόξους κανονικές Συνόδους, είναι ορθό εκκλησιαστικά να αποδεχόμεθα ή ανεχόμεθα και ημι-ορθόδοξες ή εν μέρει κακοδόξους Συνόδους; Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου αρκεί να ελέγχεται ή πρέπει να αποκηρυχθεί;

4. Επισήμως δηλώνεται από το πρώτο τη τάξει Πατριαρχείο οτι μερική ένωσις εχει επέλθει με δυο μεγάλες αιρέσεις, του Παπισμού και του Μονοφυσιτισμού και απομένει η ολοκλήρωση και φανέρωση του τελικού σταδίου. Πόσο πατερική είναι η στάση  των θεωρητικών καταγγελιών της εκτροπής αυτής και του εκτροχιασμού αυτού, άνευ της έστω επιδιώξεως κανονικής καταγγελίας και καταδίκης των γεγονότων και λεγομένων "γυμνή τη κεφαλή";

5. Τέλος, δεν πρέπει να απαιτηθεί να δημοσιοποιηθούν ολα τα συμφωνηθέντα κείμενα στους διαλόγους με τους αιρετικούς και να τοποθετηθούν επ' αυτών οι κατά τόπους Σύνοδοι, αλλά και όλοι, ως ευσεβής λαός του Θεού, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πληροφορούμαι πως από Μητροπόλεις όταν ζητούνται τα κατά νόμον απαιτούμενα για τέλεση Γάμου πιστοποιητικά αγαμίας από ακολουθούντες το παλαιό ημερολόγιο, τότε, εάν οι αιτούντες είναι βαπτισμένοι υπό παλαιοημερολογιτών κληρικών, τους ζητείται ως προϋπόθεση εξυπηρετήσεως ο αναβαπτισμός τους! Τελικώς, οι μόνοι θεωρούμενοι υπό των οικουμενιστών ως αιρετικοί και αβάπτιστοι είναι οι...παλαιοημερολογίτες;......

 

Δ.Ι.Κ.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

 Ὁμιλία στό Γάμο ἀγαπητῶν καί ἐκλεκτῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας [i]



Πρός νεονύμφους…..



 

Χριστός Ανέστη!

Εδώ και σαράντα περίπου χρόνια κηρύττω, με την ευλογία της Εκκλησίας και των Ποιμένων Της. Με έχουν προσκαλέσει σε Πανηγύρεις Ναών, Μονών, σε Θ. Λειτουργίες Ενοριών και Εορτές, σε Χειροτονίες και άλλες τελετές. Πρώτη φορά, όμως, με προσκαλούν οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι και νυν νεόνυμφοι να μιλήσω στον Γάμο τους. Αυτό σε μένα δίνει ιδιαίτερη χαρά, αλλά για εκείνους είναι έπαινος που σκέφθηκαν γι΄αυτή την ιερή στιγμή της πνευματικής ενώσεώς τους εν Χριστώ να αναζητήσουν και δύο λόγια επιστηρικτικά στη νέα τους πορεία, από έναν ελάχιστο υπηρέτη του άμβωνος.

Προσωπικά, από μικρής ηλικίας δεν με συγκινούσε ιδιαίτερα η τελετή του Γάμου και δεν επεδίωκα να συμμετέχω. Έκανα όμως λάθος και το διεπίστωσα και στον δικό μου Γάμο, πριν από 34 χρόνια τον οποίο είχα την τιμή να ευλογήσει ο άγιος Πνευματικός μου Πατέρας Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Ανδρέας, αλλά και στη σημερινή τελετή, όπου πρόσεξα για άλλη μία φορά και συνειδητοποίησα ότι όποιος συμμετέχει με ευλάβεια στον Γάμο οποιουδήποτε ζεύγους ορθοδόξων χριστιανών είναι σα να παρακολουθεί μία Θεία Λειτουργία. Και τούτο όχι μόνο διότι ο ιερουργός βάζει, όπως λέμε, «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός κλπ», όπως στη Θεία Λειτουργία, αλλά διότι στη δεύτερη ευχή του Μυστηρίου ο ίδιος εύχεται και παρακαλεί τον Θεό πέραν των νεονύμφων και των κουμπάρων τους και υπέρ του καθενός από εμάς και όλων μαζί που συναχθήκαμε σε αυτήν εδώ τη χαρά του γάμου ώστε να μας θυμάται ο Θεός, να μας ευλογεί και να ικανοποιεί τα προς σωτηρίαν αιτήματά μας!

Η Ακολουθία, τα λόγια όπως λέμε της Ακολουθίας του Μυστηρίου, είναι διδασκαλία της Εκκλησίας προς όλους μας. Σε εγγάμους και αγάμους, μικρούς και μεγάλους. Ιδιαίτερα, βεβαίως, για το νέο ζευγάρι που ακούει ότι είναι θέλημα Θεού η νόμιμη σύζευξη του άνδρα και της γυναικός και η συνακόλουθη τεκνοποιΐα, ότι εδώ είναι παρών αοράτως ο Κύριος από τον οποίο η Εκκλησία δια του ιερουργού ζητάει την ευλογία Του και να χαρίσει ειρηνική ζωή, μακροημέρευση, φρονιμάδα, ομόνοια, αγάπη, τη χαρά της τεκνογονίας και πάνω από όλα το αμάραντο στεφάνι της δόξας, τα ουράνια αγαθά, κοντά σε άφθονα επίγεια ώστε να δίνουν, όπως επισημαίνεται, από αυτά και σε όσους έχουν ανάγκη.

Διδασκόμαστε όλοι και κυρίως το νέο ανδρόγυνο, μια ιδιότυπη λέξη που σημαίνει και τον ενιαίο πλέον άνθρωπο, ότι πριν ακόμη από την πτώση ο Θεός είπε ότι δεν είναι ωραίο να είναι μόνος του ο άνθρωπος, ο Αδάμ, και έτσι δημιουργήθηκε από το πλευρό του, για χάρη του, ένας ακόμη άνθρωπος, όμοιος προς αυτόν, ισότιμος, διαφορετικός στο φύλο αλλά συμπληρωματικός. Γι΄ αυτήν, την Εύα, ο ίδιος ο Αδάμ που ήταν ήδη σε κατάσταση χάριτος είπε ότι αυτό το πλάσμα είναι σάρκα από τη σάρκα μου και οστό από τα οστά μου και προφήτευσε τρόπον τινά ότι γι΄ αυτήν θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα και τη μητέρα του και θα της αφοσιωθεί  και θα γίνουν οι δύο σάρκα μία!

Είναι δε πολύ συγκινητικοί και άλλο τόσο βαθείς και πνευματικοί οι λόγοι με τους οποίους εύχεται η Εκκλησία το νέο ζευγάρι: Να νοιώσουν οι νεόνυμφοι την απερίγραπτη χαρά που ένοιωσε η αγία Ελένη όταν βρήκε τον Τίμιο Σταυρό, να μην τους εγκαταλείψει ο Θεός ποτέ, όπως συνέβη με τον Προφήτη Ηλία και να τους στηρίζει, όπως στήριξε τους αγίους Σαράντα μάρτυρες (που είναι κατά σύμπτωση αγιογραφημένοι εδώ κυκλικά) κατά την ώρα του μαρτυρίου τους. Δεν παραθεωρεί δε να ευχηθεί και για τους γονείς των νεονύμφων που ανέθρεψαν αυτούς τους νέους, διότι οι ευχές των γονέων στηρίζουν τα θεμέλια του νέου σπιτικού τους. Και, βεβαίως, εύχεται και παρακαλεί τον Θεό να τους χαρίσει καλά και ωραία τέκνα και να έχουν ομόνοια ψυχών και σωμάτων και κυρίως, μεταξύ άλλων ευχών, να ευαρεστήσουν με τη ζωή τους τον Θεό και να λάμψουν σαν πηγές φωτός στον Ουρανό.

Στο θέμα της υπακοής η Εκκλησία ουσιαστικά ζητά να υποτασσόμαστε ο ένας στον άλλον, με φόβο Χριστού. Υπακοή για την Εκκλησία σημαίνει σεβασμό και φόβο Θεού. Η γυναίκα βλέπει στο σύζυγό της τον Χριστό και ο σύζυγος στη σύζυγό του βλέπει την Εκκλησία, καλείται δε να την αγαπά όπως τον εαυτό του και ακόμη περισσότερο, όπως ο Χριστός την Εκκλησία, για την οποία Εκείνος θυσιάστηκε. Αυτά διδασκόμαστε από το Αποστολικό Ανάγνωσμα, ενώ από την Ευαγγελική περικοπή και την περιγραφή του πρώτου δημόσιου θαύματος του Χριστού στον Γάμο της Κανά, λαμβάνουμε το μήνυμα ότι μέσα από αυτό το Μυστήριο αλλάζουν τα πράγματα, όπως το νερό έγινε κρασί και μάλιστα εκλεκτής ποιότητος, αρίστης, και έμμεσα γίνεται παραπομπή στη μεταβολή που συμβαίνει στη Θεία Ευχαριστία, του οίνου σε Αίμα Χριστού.

Ο Γάμος που στις ημέρες μας έχει τόσο πολύ ευτελιστεί ως θεσμός σε όλα τα επίπεδα, για την Εκκλησία δεν έχει καμμία προσωρινότητα ή ημερομηνία λήξεως, αλλά έχει μακρά και εν τέλει αιώνια προοπτική ή μάλλον σκοπό. Γι αυτό η Εκκλησία, αφού διδάσκει ότι ως γεγονός το δέχθηκε και το θέλησε ο Θεός για να γίνει και όχι μόνο οι νεόνυμφοι, παρακαλεί να τους διαφυλάξει μέχρι τα βαθειά τους γεράματα να ζούν με ειρήνη και ομόνοια τηρώντας με καθαρή καρδιά τις εντολές Του. Μάλιστα η σύνδεση του Μυστηρίου με την αιωνιότητα φανερώνεται με αυτό που αναφέρει ο λειτουργός στην προτελευταία ευχή του Μυστηρίου όπου σηκώνει- παίρνει συμβολικά ο ιερουργός τα στέφανα από τις κεφαλές των νεονύμφων, τα οποία καλεί να τα άρει (πάρει) ο Θεός στη Βασιλεία Του για να διατηρηθούν καθαρά και ακηλίδωτα στους ατελείωτους αιώνες!

Πλέον οι νεόνυμφοι με τα δακτυλίδια, τις βέρες όπως λέμε, στα χέρια τους, θα θυμούνται συνεχώς ότι αλληλοσυμπληρώνονται στις ικανότητες και τις ελλείψεις, ότι έχουν δώσει υπόσχεση ενώπιον Θεού και ανθρώπων για καθαρότητα, τιμή, σταθερότητα, αμοιβαία εμπιστοσύνη, αλληλοκατανόηση και αλληλοπροσφορά.

Ο Γάμος έφερε την αδιάσπαστη ένωση, έδειξε με τα Στέφανα το βασιλικό μεγαλείο του ανθρώπου, όπως ήταν στον Παράδεισο, έδειξε την επιβράβευση στην αγνότητα και έγινε διαρκές κάλεσμα, όπως στους Αγίους και τους μάρτυρες, να προσανατολίσουν και οι νεόνυμφοι τη ζωή τους προς τη Βασιλεία του Θεού, να φθάσουν εκεί πλήρεις δώρων του Πνεύματος, με δόξα και τιμή.

Για να ευοδωθούν αυτά όλα, ο Γάμος θα πρέπει να τρέφεται, να συντηρείται και να βαθαίνει με ουσιαστική συμμετοχή στο Σώμα του Χριστού, κυρίως μέσω της Θείας Ευχαριστίας. Το ζεύγος να έχει ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας με το νέο τρόπο και τη νέα ποιότητα ζωής που εγκαινιάζεται σήμερα. Η σημερινή παρουσία του Χριστού ανάμεσά τους μπορεί να γίνει διαρκής και η νέα τους ζωή να είναι ζωή ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, ασχέτως των τυχόν δυσχερειών ή αντιξοοτήτων που ανθρωπίνως θα αντιμετωπίσουν, αφού η Εκκλησία έχει ζητήσει και παρέχεται από τον Θεό η ευλογία της δρόσου του ουρανού άνωθεν και από της πιότητος της γής, Θεού θέλοντος δε, θα δοθεί καρπός καλλιτεκνίας, ομόνοια ψυχών και σωμάτων.

Εν κατακλείδι, το πιο σημαντικό, που πρέπει να μη λησμονείται από τους νεονύμφους αλλά και από κανέναν μας, είναι ότι κύριος σκοπός του Γάμου είναι η αλληλοβοήθεια των συζύγων για να φθάσουν στην κατά χάριν θέωση. Ο Γάμος δεν δόθηκε για τις σαρκικές ηδονές, αφού η σαρκική μίξη που νομιμοποιείται εντός αυτούς υπάρχει πρωτίστως για την παιδοποιΐα αλλά και ως αντίδοτο στις επιθυμίες και αδυναμίες μας, ως κάτι μεταπτωτικά φυσικό.

Μένουμε σήμερα στη χαρά και την ευφροσύνη, όπως τότε στον Γάμο της Κανά όπου ο Κύριός μας, με προτροπή της μητέρας του και Κυρίας μας Θεοτόκου, τέλεσε το πρώτο δημόσιο θαύμα του, ως Μεσσίας.

Γι  αυτό, θα τελειώσω κι εγώ τον λόγο απλά, αδελφικά με μια λαϊκή ευχή, ως ταπεινή συνέχεια των αγίων ευχών που λάβατε, αγαπητέ Μηνά και αγαπητή Αντωνία, από τη μητέρα μας Εκκλησία, τα οποία δανείζομαι από την ευσεβή λαογραφία της Πατρίδος μας και συγκεκριμένα της ακριτικής Καρπάθου:

Ώ Παναγία Δέσποινα, με τον Μονογενή σου

Τ΄ αντρόγυνο πού γίνηκε ας έχει την ευχή σου.

Θεέ μου, που σε προσκυνά η γης κι η οικουμένη,

Στο νιό ζευγάρι χάριζε ζωή ευτυχισμένη.

Να ζήσετε, να ζήσετε

και να πολυχρονίσετε!



[i] Τό Μυστήριο τοῦ Γάμου ἔλαβε χώρα τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων 2026 στόν ἱστορικό Ἐνοριακό Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιθέας Ἀθηνῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν & Πάσης Ἑλλάδος κ. Στεφάνου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν: Αἰδεσιμωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Δημητρίου Τ., Ἐφημερίου τοῦ Ναοῦ, Πανοσιωτάτου Ἱερομονάχου π. Ἀνανίου Π. και Αἰδ/του Πρεσβυτέρου π. Ἠλιοῦ Τ. Ἡ ὁμιλία ἔγινε ὑπό τοῦ Θεολόγου κ. Δημητρίου Κάτσουρα.