Ἐπί τῆ συμπληρώσει δέκα (10) ἐτῶν ἀπό τή σύγκληση τῆς διαβοήτου «Συνόδου
τῆς Κρήτης» (2016)
Ο καθηγητής της Θεολογικής
Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης σε βαρυσήμαντη επιστολή του
προς τον Αρχιεπίσκοπον κ. Ιερώνυμον και τα μέλη της Ιεραρχίας της «Εκκλησίας
της Ελλάδος», επισημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο της
Κρήτης (2016):
«Στη λεγόμενη «Σύνοδο»
του Κολυμπαρίου της Κρήτης επιχειρήθηκε μια θεσμικού χαρακτήρα πνευματική
έκπτωση από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην Κρήτη όχι μόνο δεν
καταδικάσθηκε καμμία ετεροδοξία, (αίρεση), αλλά και επιχειρήθηκε μια φοβερή,
θεσμικώς, έκπτωση από την συνοδικώς οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας,
μια έκπτωση ουσιαστικά από τον «Όρο Πίστεως» της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για την έκπτωση από την δογματική διδασκαλία του
Συμβόλου της Πίστεως, που αναφέρεται στην ταυτότητα της Εκκλησίας, καθ’ εαυτήν.
Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε, ότι πιστεύουμε «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν
και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Όμως, στη «Διάσκεψη» της Κρήτης, δέκα Αυτοκέφαλες
Εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και η Εκκλησία της Ελλάδος, αποδέχθηκαν
αθεολόγητα την «Βαπτισματική Θεολογία» και έμμεσα την «Θεωρία των Κλάδων»,
αναγνωρίζοντας ως Εκκλησίες τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Μαρωνίτες, τους
Νεστοριανούς, τους Μονοφυσίτες Αντιχαλκηδονίους, τους Μονοθελήτες, οι οποίοι
καταδικάστηκαν για την χριστολογική τους αίρεση από σειρά Οικουμενικών Συνόδων,
(από την Τρίτη έως και την Έκτη), αλλά και την πανσπερμία των Προτεσταντών, που
αντιπροσωπεύονται στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των λεγομένων Εκκλησιών. Αποτελεί
πνευματική παραφροσύνη και πνευματικό πραξικόπημα η πράξη της απόπειρας για
Συνοδική απόφαση στο Κολυμπάρι προς αναγνώριση ως Εκκλησιών των καταδικασθέντων
αιρετικών από Οικουμενικές Συνόδους. Αυτό, στην πράξη, είναι συγκρητισμός και
Οικουμενισμός. Δεν κινήθηκε ο θυμός –το έλλογο νεύρο της ψυχής των «Συνοδικών»
Αρχιερέων προς τους νοητούς λύκους της Εκκλησίας. Απεναντίας, οι «λύκοι»
ονομάστηκαν «πρόβατα» της μίας και μόνης λογικής ποίμνης, της Εκκλησίας. Εκ
του αποτελέσματος συμπεραίνουμε, ότι στην Κρήτη δεν έγινε η αναμενόμενη από το
ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας «σύσκεψη» των «Συνοδικών» Αρχιερέων με το Άγιο
Πνεύμα, ούτε και λειτούργησε η «σφενδόνη» του Αγίου Πνεύματος για την εκ νέου
καταδίκη των αιρετικών….
Με την ψήφιση του Στ΄ Κειμένου, που
χαρακτηρίζεται για τις σκόπιμες ασάφειες και ιδιαίτερα για τις θεολογικές
αντιφάσεις του, η «Αρχιερατική Διάσκεψη» στην Κρήτη κατοχύρωσε θεσμικά τον
Οικουμενισμό, εισάγοντας έτσι και προωθώντας την εκκλησιολογική σύγχυση
στις συνειδήσεις των πιστών. Υπενθυμίζω συγκεκριμένα την παράγραφο 16, όπου
σημειώνονται τα εξής: «Εν εκ των κυρίων οργάνων εν τη Ιστορία της Οικουμενικής
κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (ΠΣΕ). Παραλλήλως, υφίστανται
και άλλοι διαχριστιανικοί οργανισμοί και περιφερειακά όργανα, ως η «Διάσκεψις
των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών» (ΚΕΚ), το «Συμβούλιον Εκκλησιών Μέσης Ανατολής»
(ΣΕΜΑ) και το «Παναφρικανικόν Συμβούλιον Εκκλησιών». Ταύτα μετά του Παγκοσμίου
Συμβουλίου Εκκλησιών τηρούν σημαντικήν αποστολήν δια την προώθησιν της ενότητος
του χριστιανικού κόσμου».
Την αποδοχή του όρου «Εκκλησία», για τους
ετεροδόξους και ιδιαίτερα για τους Προτεστάντες, συναντούμε κατά κόρον και στις
παραγράφους 19 και 21, στο ίδιο Κείμενο. Η παραπάνω διατύπωση σημαίνει, ότι
εμείς, ως Ορθόδοξη Εκκλησία, συμφωνούμε πως οι ετερόδοξοι αιρετικοί συμβάλλουν
σημαντικά στην προώθηση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου! Από εδώ
πιστοποιείται, ότι όσοι ψήφισαν και όσοι υπέγραψαν αυτό το Κείμενο, δεν
συνειδητοποίησαν σίγουρα, ότι «ο Οικουμενισμός έχει πνεύμα πονηρίας και
κυριαρχείται από ακάθαρτα πνεύματα», κατά την χαρισματική εμπειρία του
μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη. Η θεμελιακή θέση του Οικουμενισμού
είναι ο δογματικός πλουραλισμός. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, την δογματικά
νομιμοποιημένη συνύπαρξη διαφορετικών δογματικώς πίστεων. Όποιος αμφισβητεί τον
δογματικό αυτό πλουραλισμό, χαρακτηρίζεται φανατικός και φονταμενταλιστής.
Παράλληλα, οι Οικουμενιστές δεν επιτρέπουν αξιολογικές κρίσεις για την
ορθότητα, την ανωτερότητα, ή την κατωτερότητα των διαφόρων θρησκειών. Στον
Οικουμενισμό όλοι χωρούν. Γιατί η ενότητα σ’ αυτόν δεν εμποδίζεται από την
ποικιλία των διαφορετικών πίστεων, πράγμα που είναι εκκλησιολογικά απαράδεκτο
από Ορθόδοξη άποψη.
Ως δογματολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας,
έχω την βαθύτατη πεποίθηση, ότι ο Οικουμενισμός είναι η μεγαλύτερη
εκκλησιολογική αίρεση, αλλά και η επικινδυνότερη πολυαίρεση, που εμφανίστηκε
ποτέ στην Ιστορία της Εκκλησίας. Και τούτο, γιατί ο Οικουμενισμός,
εξ’ αιτίας του συγκρητιστικού χαρακτήρα του, συνιστά την πιο δόλια
αμφισβήτηση της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά και την πιο σοβαρή νόθευσή
της. Αμβλύνει σε απαράδεκτο βαθμό την δογματική συνείδηση του πληρώματος
της Εκκλησίας και δημιουργεί σύγχυση γύρω από την ταυτότητα της Πίστεώς μας.
Κενώνει πονηρά την ακεραιότητα της σώζουσας Πίστεως της Εκκλησίας – πράγμα που
έχει ολέθριες σωτηριολογικές συνέπειες - με το να θεωρεί όλες τις
θρησκευτικές πίστεις νόμιμες σωτηριολογικώς, όταν υποστηρίζει, ότι όλες οι
ετερόδοξες και ετερόθρησκες πίστεις είναι οδοί, που οδηγούν στην ίδια σωτηρία.
Αλλά, με όσα αντιφατικά, ως προς την
Εκκλησιολογία, γράφονται στο Στ΄ Κείμενο, δίνεται η εντύπωση, ότι οι ετερόδοξοι
χριστιανοί εμπαίζονται, αφού στην αρχή κατονομάζονται ως «ετερόδοξες εκκλησίες»,
δηλαδή αιρετικοί, και στη συνέχεια ονομάζονται Εκκλησίες. Δεν επιτρέπεται να
υποτιμούμε τη νοημοσύνη τους. Καταλαβαίνουν καλώς, ότι δεν τους αγαπούμε
αληθινά, γιατί δεν τους λέμε την αλήθεια καθαρά. Τους λέμε ψέματα, πως
είναι Εκκλησίες. Και με τον τρόπο αυτό δεν τους βοηθούμε, γιατί δεν τους
καλούμε σε μετάνοια και άρνηση των δογματικών πλανών τους, ώστε να ενταχθούν
στην μόνη αληθινή Εκκλησία, την Ορθόδοξη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου