Translate

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

 

Ὁ Πατριάρχης

τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων



Τοῦ κ. Βασιλείου Κονδύλη, θεολόγου

 

Ἰδιαίτερα σοβαρὸ θεολογικὸ πρόβλημα δημιουργεῖ ἡ ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης, στὶς 17 Σεπτεμβρίου 2026, ὑπὸ τὸν τίτλο «Orthodoxy and Human Rights». Ἡ ὁμιλία δημοσιεύθηκε τὴν ἑπομένη στὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ παρουσιάζει, κατὰ τὴν ἴδια τὴ διατύπωσή της, τὴν «ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» γιὰ τὴ σχέση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μὲ τὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Καὶ αὐτὸ καθιστᾷ τὸ ζήτημα ἀκόμη σοβαρότερο. Δὲν ἔχουμε ἐνώπιόν μας μία ἁπλὴ ἀκαδημαϊκὴ παρέμβαση ἑνὸς θεολόγου, ἀλλὰ μία πατριαρχικὴ ὁμιλία ποὺ διεκδικεῖ ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ προσδιορίσει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει νὰ σταθεῖ ἀπέναντι στὴ νεωτερικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε διατύπωσή της πρέπει νὰ ἐξετασθεῖ μὲ αὐστηρὰ πατερικὰ καὶ δογματικὰ κριτήρια.

Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Πατριάρχης χαρακτηρίζει τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ὡς «ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα πολιτικὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας». Ἡ καταγωγή τους ἐντοπίζεται, ἱστορικά, στὴν Ἀμερικανικὴ καὶ στὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, καὶ ἡ διεθνὴς κατοχύρωσή τους στὴν Οἰκουμενικὴ Διακήρυξη τοῦ 1948. Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτό, ὅμως, ὁ Πατριάρχης δὲν περιορίζεται στὴ διαπίστωση τῆς νομικῆς χρησιμότητος τῶν δικαιωμάτων. Προχωρεῖ πολὺ περισσότερο: ἐπιχειρεῖ νὰ κατασκευάσει μία θεολογικὴ γέφυρα μεταξὺ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς νεωτερικῆς ἀνθρωπολογίας.

Ἐδῶ βρίσκεται ἡ βασικὴ ἀντίφαση.

Ἡ νεωτερικότητα, στὴ φιλοσοφικὴ μορφή της, δὲν ἀποτελεῖ φυσικὴ συν­έχεια τῆς πατερικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἀντιθέτως, θεμελιώνει τὸν ἄνθρωπο ὡς αὐτόνομο ὑποκείμενο, ἱκανὸ νὰ προσδιορίζει τὴν ἀξία, τὴν ἐλευθερία καὶ τὸν προορισμό του χωρὶς ἀναγκαία ἀναφορὰ στὸν Θεό. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ριζικὴ νεωτερικότητα εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ ἄθεη: ὄχι ἐπειδὴ κάθε νεωτερικὸς στοχαστὴς εἶναι προσωπικῶς ἄθεος, ἀλλὰ διότι τὸ σύστημά της μπορεῖ νὰ λειτουργήσει χωρὶς Θεό, Χάρη, ἁμαρτία, μετάνοια, θεραπεία τῶν παθῶν καὶ θέωση.

Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ πατριαρχικὴ ὁμιλία παραδέχεται ὅτι τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀποτελοῦν «ἐπίτευγμα τῆς νεωτερικότητος μὲ κοσμικὸ χαρακτῆρα». Καὶ γεννᾶται τὸ αὐτονόητο ἐρώτημα: γιατί ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης θεωρεῖ ἀναγκαῖο αὐτὸ τὸ κοσμικὸ κατασκεύασμα νὰ ἀποκτήσει ἐκ τῶν ὑστέρων ὀρθόδοξη θεολογικὴ θεμελίωση;

Ὁ Χριστὸς δὲν ἐκήρυξε τὴν διεκδίκησιν, ἀλλὰ τὴν διακονίαν

Ἡ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία ξεκινᾷ ἀπὸ ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀφετηρία. Ὁ Χριστιανὸς δὲν καλεῖται πρωτίστως νὰ ἀναζητήσει τί τοῦ ὀφείλουν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ τί ὀφείλει ὁ ἴδιος νὰ προσφέρει. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἔχει στὸ κέντρο του τὴ διεκδίκηση, ἀλλὰ τὴ διακονία· ὄχι τὴν αὐτοκατοχύρωση, ἀλλὰ τὴν αὐταπάρνηση· ὄχι τὴν ἀπαίτηση, ἀλλὰ τὴ θυσία.

«Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28).

Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται ἡ τεράστια ἀπόσταση μεταξὺ τῆς νεωτερικῆς λογικῆς τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους. Ἡ πρώτη ρωτᾷ: «Τί δικαιοῦμαι νὰ λάβω;». Τὸ Εὐαγγέλιο ρωτᾷ: «Τί δύναμαι νὰ προσφέρω;». Ἡ πρώτη ὁριοθετεῖ τὸ ἐγώ μου ἀπέναντι στὸ ἐγὼ τοῦ ἄλλου. Ἡ δεύτερη καλεῖ τὸ ἐγὼ νὰ νεκρωθεῖ ἀπὸ τὴ φιλαυτία χάριν τοῦ ἀδελφοῦ.

Ἐδῶ ἡ θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη προσφέρει ἕνα ἰδιαίτερα χρήσιμο κριτήριο. Ὁ πεπτωκὼς ἄνθρωπος κινεῖται στὸ πλαίσιο τῆς ἰδιοτελοῦς ἀγάπης, τῆς φιλαυτίας καὶ τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἰδίου συμφέροντος. Ἡ θεραπεία τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας ὁδηγεῖ στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ θωρακίσει θεολογικὰ τὴν αὐτοαναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει ἀπὸ αὐτήν.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀδιαφορία γιὰ τὸν ἀδικούμενο. Κάθε ἄλλο! Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ προστατεύει τὸν ἀδύναμο, νὰ ὑπερασπίζεται τὸν διωκόμενο, νὰ τρέφει τὸν πεινασμένο καὶ νὰ συμπαρίσταται στὸν καταπιεσμένο. Ἀλλὰ τὸ κάνει ὡς διακονία πρὸς τὸν ἄλλον, ὄχι ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία μετατράπηκε σὲ θρησκευτικὸ παράρτημα τῆς Διακηρύξεως τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τοῦ Πολίτου τοῦ 1789.

Καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ ἡ ὁμιλία τοῦ Πατριάρχου φαίνεται νὰ ἀντιστρέφει τὴν κατεύθυνση: ἀντὶ νὰ κρίνεται ἡ νεωτερικότητα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀναζητοῦνται στὴν Ὀρθοδοξία θεολογικὲς κατηγορίες ποὺ θὰ καταστήσουν τὴ νεωτερικότητα περισσότερο ἀποδεκτή.

Ὁ Ζηζιούλας ὡς νέος κανών  τοῦ «ὀρθοδόξως θεολογεῖν»;

Ἀκόμη σοβαρότερη εἶναι ἡ θεολογικὴ μέθοδος ποὺ ἀκολουθεῖται. Ὁλόκληρη ἡ προσπάθεια συνδέσεως τῶν δικαιωμάτων μὲ τὴν Ὀρθοδοξία στηρίζεται σὲ μεγάλο βαθμὸ σὲ μία συγκεκριμένη περσοναλιστικὴ ἀνθρωπολογία, μὲ δεσπόζουσα τὴ μορφὴ τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα.

Οἱ παραπομπὲς στὸν Ζηζιούλα εἶναι ἐπανειλημμένες. «Τίποτε δὲν εἶναι ἱερότερο ἀπὸ τὸ πρόσωπο», διαβάζουμε. «Ἕνα πρόσωπο δὲν εἶναι κανένα πρόσωπο». Ἡ «ἱερότητα τοῦ προσώπου», ὁ «νόμος τοῦ προσώπου», ἡ σχεσιακότητα καὶ ἡ κοινωνικότητα μεταβάλλονται σταδιακὰ στὸ κεντρικὸ λεξιλόγιο, μὲ τὸ ὁποῖο ἑρμηνεύονται ἡ ἀνθρωπολογία, ἡ κοινωνία, ἡ ἐλευθερία καὶ τὰ δικαιώματα.

Ἔτσι ὁ Ζηζιούλας δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς ἕνας σύγχρονος θεολόγος. Στὴν πατριαρχικὴ ὁμιλία ἀναδεικνύεται σχεδὸν σὲ πυρήνα τοῦ συγχρόνου «ὀρθοδόξως θεολογεῖν». Μέσα ἀπὸ τὸν περσοναλιστικὸ φακό του ἑρμηνεύονται ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος, ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἐλευθερία.

Ἀλλὰ ἀπὸ πότε ἡ θεολογία ἑνὸς συγχρόνου θεολόγου τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἀπέκτησε τέτοια κανονιστικὴ θέση; Καὶ ἀπὸ πότε ἡ Ὀρθοδοξία χρειάζεται τὸν περσοναλισμὸ, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει τοὺς Καππαδόκες Πατέρες;

Ἀπὸ τὸν Τριαδικὸν Θεὸν εἰς τὸν «Θεὸ τῶν σχέσεων»

Ἡ πλέον ἀνησυχητικὴ διατύπωση ἔρχεται ὅταν ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανοσύνης χαρακτηρίζεται ὡς ὁ πλέον «κοινωνικὸς» Θεός, ὡς «Θεὸς σχέσεων».

Ἡ φράση δὲν εἶναι ἀθώα.

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία κοινωνία τριῶν «ἐγώ».

Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα δὲν εἶναι τρία ἄτομα τοῦ θείου εἴδους, τρία αὐτόνομα ψυχολογικὰ κέντρα ἢ τρεῖς αὐτοσυνειδησίες ποὺ συγκροτοῦν τὴ θεία ἑνότητα διὰ τῆς μεταξύ τους ἀμοιβαιότητος. Ἡ μεταφορὰ μίας τέτοιας διαπροσωπικῆς λογικῆς στὴ Θεότητα θὰ ὁδηγοῦσε σὲ κοινωνικὸ τριαδισμό.

Ἡ πατερικὴ Τριαδολογία διδάσκει μία θεία οὐσία καὶ φύση, μία φυσικὴ θέληση, μία ἐνέργεια, μία δύναμη, μία δόξα καὶ μία θεότητα. Οἱ τρεῖς ὑποστάσεις διακρίνονται ἀκοινωνήτως διὰ τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων: ὁ Πατὴρ ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς γεννητός, τὸ Πνεῦμα ἐκπορευτόν. Τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα δὲν εἶναι ἐνέργειες, συμβεβηκότα ἢ ψυχολογικὲς πράξεις ἀμοιβαιότητος.

Καὶ ἐδῶ ἡ εὐθύνη μίας πατριαρχικῆς ὁμιλίας εἶναι μεγάλη. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δὲν ὁμιλεῖ ὡς κοινωνιολόγος, ἀλλὰ ὡς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος. Ὅταν, λοιπόν, ὁ Τριαδικὸς Θεὸς παρουσιάζεται μὲ σύγχρονες κατηγορίες «κοινωνικότητος» καὶ «σχέσεων», ὀφείλουμε νὰ ρωτήσουμε: πρόκειται πράγματι γιὰ τὴ γλῶσσα τῶν Πατέρων ἢ γιὰ τὴ γλῶσσα τοῦ συγχρόνου περσοναλισμοῦ;

Ἡ Ἁγία Τριὰς δὲν μπορεῖ νὰ μετατρέπεται σὲ θεολογικὸ πρότυπο κοινωνικῆς θεωρίας, προκειμένου κατόπιν νὰ θεμελιωθοῦν σὲ αὐτὸ σύγχρονες ἀντιλήψεις περὶ δικαιωμάτων.

Ἀπὸ τὸν «Θεὸν τῶν σχέσεων» εἰς τὴν θρησκευτικὴν νομιμοποίησιν τῆς νεωτερικότητος

Ἡ ἁλυσίδα γίνεται πλέον φανερή. Ἡ Τριάδα διαβάζεται περσοναλιστικά. Ἡ περσοναλιστικὴ Τριαδολογία μεταφέρεται στὴν ἀνθρωπολογία. Τὸ «πρόσωπο» ἀναγορεύεται σὲ ὑπέρτατη κατηγορία. Ἡ «ἱερότητα τοῦ προσώπου» συνδέεται κατόπιν μὲ τὴ νεωτερικὴ ἔννοια τῆς ἀξιοπρέπειας καὶ τελικῶς τὰ δικαιώματα ἀποκτοῦν ὀρθόδοξο θεολογικὸ περίβλημα.

Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀκριβῶς ποὺ πρέπει νὰ ἐλεγχθεῖ.

Οἱ Πατέρες δὲν ἔγραψαν περὶ «νόμου τοῦ προσώπου». Δὲν ὀνόμασαν τὸν Θεὸ «κοινωνικὸ Θεό» μὲ τὴ σύγχρονη περσοναλιστικὴ σημασία. Δὲν θεμελίωσαν τὴ σωτηρία σὲ μία αὐτονομημένη «ἱερότητα τοῦ προσώπου». Μίλησαν γιὰ κάθαρση, φωτισμό, θέωση, θεραπεία τῆς φιλαυτίας, ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ μέθεξη στὴν ἄκτιστη Χάρη.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ μεγάλη ἀπορία ποὺ προκαλεῖ ἡ ὁμιλία τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου: γιατί τόση προσπάθεια νὰ παρουσιασθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία ὡς συμφιλιωμένη μὲ τὶς κατηγορίες τῆς νεωτερικότητος;

Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται τὸν Διαφωτισμὸ, γιὰ νὰ μάθει νὰ ἀγαπᾷ. Δὲν χρειάζεται τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, γιὰ νὰ μάθει νὰ προστατεύει τὸν ἀδύναμο. Δὲν χρειάζεται τὸν περσοναλισμὸ, γιὰ νὰ μάθει τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καὶ δὲν χρειάζεται νὰ παρουσιάσει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς «Θεὸ σχέσεων», γιὰ νὰ ἀποδείξει στὸν σύγχρονο κόσμο ὅτι διαθέτει κοινωνικὴ εὐαισθησία.

Ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔχει τοὺς Ἀποστόλους. Ἔχει τοὺς Πατέρες. Ἔχει τοὺς Ἁγίους. Ἔχει τὴν ἄσκηση, τὴ μετάνοια, τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ θέωση.

Ἡ νεωτερικότητα λέγει: «Ἔχω δικαιώματα».

Ὁ Χριστὸς λέγει: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι».

Ἡ μία γλῶσσα ἀρχίζει ἀπὸ τὴν κατοχύρωση τοῦ ἐγώ. Ἡ ἄλλη ἀπὸ τὴ σταύρωση τῆς φιλαυτίας.

Καὶ γι’ αὐτὸ τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα ποὺ γεννᾷ ἡ ὁμιλία τῆς Ὀξφόρδης εἶναι πολύ σοβαρότερο ἀπὸ μία θεωρητικὴ συζήτηση περὶ δικαιωμάτων: ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος κρίνει τὴ νεωτερικότητα μὲ τὸ κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας ἢ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀναδιατυπώσει τὴν Ὀρθοδοξία, ὥστε νὰ καταστεῖ συμβατὴ μὲ τὴ νεωτερικότητα;

Διότι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Πατριάρχου δὲν εἶναι νὰ πείσει τὴ νεωτερικότητα ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία μπορεῖ νὰ προσαρμοσθεῖ στὸ λεξιλόγιό της. Εἶναι νὰ μαρτυρήσει ἀνόθευτη τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ καὶ ὀφείλει νὰ προστατεύει κάθε ἀδικημένο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς αὐτονομήσεως καὶ τῆς διεκδικήσεως. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς μετανοίας, τῆς θυσίας, τῆς διακονίας, τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ τῆς θεώσεως.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν χρειάζεται ἕνα «Πατριάρχη τῶν δικαιωμάτων».

Χρειάζεται Πατριάρχες ποὺ νὰ μαρτυροῦν τὴν Παράδοση τῶν Πατέρων.

 

Πηγή: Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, Orthodoxy and Human Rights – Ecumenical Patriarch Bartholomew (Oxford Law School, 17 September 2026), ὁμιλία 17 Σεπτεμβρίου 2026, ἀνάρτηση 18 Σεπτεμβρίου 2026.

 

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια: