Ἀναφορά σέ καινοφανεῖς ἀνεπέρειστες δηλώσεις τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΥΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Ἐν Κυθήροις τῇ 2α Ἀπριλίου 2025
Ἀρχιμ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Ὑπευθύνου τοῦ Γρ. Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν
Ὁ Οἰκουμενισμός «καλπάζει», προχωρεῖ ἀκάθεκτος καί ἰσοπεδώνει τά πάντα. Ἔχει ἁπλώσει παντοῦ τά θανατηφόρα πλοκάμια του καί ἀπειλεῖ θανάσιμα τήν ἁγία Ὀρθοδοξία μας. Ὑψηλόβαθμοι ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες ἔχουν στρατευτεῖ ἀνοιχτά στήν ὑλοποίηση τῶν δαιμονικῶν στόχων του. Συμπροσεύχονται μέ τούς αἱρετικούς, ὡσάν νά ἔχουν ἀπαρνηθεῖ τίς κακοδοξίες τους, καί παρά τίς ἀπαγορεύσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Διαγράφουν μέ μία μονοκονδυλιά τήν ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ὁριοθετεῖ τήν σώζουσα ἀλήθεια ἀπό τήν πλάνη. Ἔπαψαν νά θεωροῦν τήν αἵρεση ὡς ὁδόν ἀπωλείας καί διαδίδουν ὅτι ἡ σωτηρία δέν εἶναι μόνον ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῶν αἱρέσεων, ἀκόμη καί τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου! Ἔφθασαν στό σημεῖο νά ἀρνοῦνται ἀκόμη καί αὐτονόητα καί ἀναντίρρητα ἱστορικά γεγονότα προκειμένου νά ἀνοίξουν τό δρόμο πρός τήν «Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν».
Τό πολυκέφαλο θηρίο αὐτῆς τῆς φοβερῆς αἱρέσεως φαίνεται πρός τό παρόν νά θριαμβεύει, νά βρίσκεται στό ἀποκορύφωμα τῆς δόξης του, ἀφοῦ κατόρθωσε νά λάβει καί τή συνοδική νομιμοποίησή του στήν ἰδιόμορφη Σύνοδο τῆς Κρήτης, (2016). «Τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ; τίς δύναται πολεμῆσαι μετ’ αὐτοῦ;», (Ἀποκ.13,4), ἀφοῦ ἡ πλειονότητα τῶν Ἐπισκόπων σήμερα πανορθοδόξως τό ἔχει προσκυνήσει, ἄλλοι ἀπό φόβο καί δειλία καί ἄλλοι ἐκ πεποιθήσεως; Τά ναυάγια περί τήν Πίστιν Κληρικῶν, Μοναχῶν καί λαϊκῶν δέν ἔχουν τελειωμό καί συνεχῶς αὐξάνουν μέ γεωμετρική πρόοδο. Ὁ θεοφώτιστος λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου φωτογραφίζει τή σημερινή ἐκκλησιαστική κατάσταση: «Ἀπέψυκται ἡ ἀγάπη, πορθεῖται ἡ τῶν Πατέρων διδασκαλία, ναυάγια περί τήν Πίστιν πυκνά, σιγᾶ τῶν εὐσεβούντων τά στόματα…»[1].
Πρόσφατα ἦρθαν στό φῶς τῆς δημοσιότητος νέες δηλώσεις τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, οἱ ὁποῖες μᾶς ἐξέπληξαν καί παράλληλα μᾶς ἐλύπησαν βαθύτατα, διότι θέτουν ἐν ἀμφιβόλῳ μεγάλα ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα οὐδείς ἐκκλησιαστικός ἱστορικός διενοήθη ποτέ νά ἀμφισβητήσει. Σύμφωνα μέ δημοσίευμα στό διαδίκτυο, ὁ Πατριάρχης «κατά τή διάρκεια συνάντησης στήν Κωνσταντινούπολη μέ τόν Ἑλληνοκαθολικό Μελκίτη Πατριάρχη Γρηγόριο Γ’, [12/3/2025],…μίλησε γιά τή θεωρία ὅτι δέν ὑπῆρχε πραγματικό σχίσμα μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινούπολης τό 1054». Κατά τούς ἰσχυρισμούς του «μᾶλλον, ὑπῆρχαν ἐντάσεις πού ἐνισχύθηκαν μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου…. Ὡστόσο αὐτές οἱ ἐντάσεις δέν εἶναι ἀνυπέρβλητες»[2].
Ὁ Πατριάρχης μέ τίς ὡς ἄνω δηλώσεις του ἔρχεται κατ’ ἀρχήν σέ ἀντίφαση μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, διότι αὐτές ἀναιροῦν παλαιότερες δηλώσεις του γιά τό ἴδιο θέμα. Πιό συγκεκριμένα κατά τήν «θρονική ἑορτή» τοῦ Φαναρίου στίς 30 Νοεμβρίου 2015 στήν προσφώνησή του πρός τόν ἐπικεφαλῆς τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας καρδινάλιο κ. Kurt Koch, εἶπε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «…Ἐκ τῶν διαλόγων τούτων, ὁ διάλογος τῆς ἀγάπης ἤρξατο διά μιᾶς ἐξόχως συμβολικῆς πράξεως ἀμφοτέρων τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ἐν ἔτει 1965 ἄρσεως τῶν ἑκατέρωθεν ἀναθεμάτων, διά τῶν ὁποίων, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, αἱ Ἐκκλησίαι Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως ἀπεσχίσθησαν ἀλλήλων κατά τό Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ., τήν ἀπαρχήν ταύτην τῶν θλιβερῶν γεγονότων, τά ὁποῖα ἐπηκολούθησαν εἰς τάς σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως ἐπί χίλια περίπου ἔτη»[3]. Τήν ὕπαρξη πραγματικοῦ Σχίσματος μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως δέν ἀρνήθηκε οὔτε ὁ προκάτοχός του κυρός Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος σέ δήλωσή του τόν Αὔγουστο τοῦ 1971 εἶπε: «Τό ’65 ἐσηκώσαμεν τό σχίσμα, εἰς τήν Ρώμην καί ἐδῶ, μέ ἀντιπροσώπους μας ἐκεῖ καί ἀντιπροσώπους ἐκεῖθεν ἐδῶ…»[4]. Πέραν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ Πατριάρχης πιστεύει ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε Σχίσμα μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, τότε γιατί ἄραγε δέν προχωρεῖ στό κοινό Ποτήριο μέ τόν Πάπα; Γιατί δέν προχωρεῖ σέ ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τόν Παπισμό, ἐπισήμως καί δημοσίως;
Εἶναι ἐπίσης ἐμφανής ἡ προσπάθεια του νά παρουσιάσει τά αἴτια τοῦ Σχίσματος σέ ἄλλους λόγους, μή δογματικούς, σέ «ἐντάσεις», διενέξεις καί συγκρούσεις μεταξύ μεμονομένων προσώπων. Ὅπως θά φανεί μέ ὅσα θά παραθέσουμε παρακάτω μέ ἄκρα συντομία, τά κύρια αἴτια τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 δέν ἦταν ἐξωτερικοί, ἤ προσωπικοί παράγοντες, ὅπως ἰσχυρίζονται σήμερα πολλοί οἰκουμενιστές, ἀλλά σαφεῖς, δογματικοῦ χαρακτῆρος κακοδοξίες ἀπό τήν πλευρά τῶν παπικῶν. Ἦταν ἀφ’ ἑνός μέν τό παπικό πρωτεῖο καί ἀφ’ ἑτέρου τό Filioque. Ἄς πάρουμε ὅμως τά πράγματα μέ τή σειρά.
Πρώτη καί βασική αἰτία τοῦ σχίσματος ὑπῆρξε, σύμφωνα μέ μαρτυρίες πλείστων ὅσων κορυφαίων ἱστορικῶν καί θεολόγων, τό παπικό πρωτεῖο, ἡ ἀπαίτηση δηλαδή τοῦ Πάπα νά ἔχει τήν ἀπόλυτη καί πλήρη ἐκκλησιαστική ἐξουσία ἐφ’ ὅλης τῆς παγκοσμίου Ἐκκλησίας. Ὁ ἐν λόγῳ παποκαισαρισμός τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος σύν τῷ χρόνω κατέστη δόγμα πίστεως, ἀποτελεῖ σήμερα τόν θεμέλιο λίθο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησιολογίας. Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, θεωρήθηκε ὡς ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὁ ἀντιπρόσωπος καί τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, (Vicarius Christi), ἱστάμενος ὑπεράνω ὅλων τῶν Ἐπισκόπων καί Προκαθημένων καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δικάζων τούς πάντας καί αὐτός ὑπ’ οὐδενός δικαζόμενος. Αὐτή ἡ τραγική διαστροφή τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησιολογίας ἐξ αἰτίας τῆς μεταβολῆς τοῦ ἁπλοῦ πρωτείου τιμῆς τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σέ πρωτεῖο ἐξουσίας, φάνηκε ξεκάθαρα στό πρόσωπο τοῦ Πάπα Λέοντος τοῦ Θ΄ στά γεγονότα τοῦ 1054, πού ὁδήγησαν στό ὁριστικό Σχίσμα Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ἀπό τά γεγονότα αὐτά χάριν συντομίας μνημονεύουμε τήν ἐπιστολή πού ἔστειλε ὁ Πάπας πρός τόν τότε Οἰκ. Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, στήν ὁποία, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἐκάλεσε τόν Πατριάρχη νά ἀποδεχθεῖ τόν παπικό μῦθο περί τοῦ πρωτείου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, νά υἱοθετήσει τό πλαστό κείμενο τῆς Ψευδοκωνσταντινείου Δωρεᾶς καί νά ἀναγνωρίσει τόν Πάπα Ρώμης ὡς τόν ἀνώτατο αὐθέντη ὅλης τῆς οἰκουμένης[5]. Μνημονεύουμε ἐπίσης τόν λίβελλο τόν ὁποῖο κατέθεσε πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, (15/7/1054), ὁ καρδινάλιος Οὐμβέρτος ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας, παρόντος τοῦ Πατριάρχου, μέ τόν ὁποῖο ἀναθεματίζετο ὁ Πατριάρχης καί ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίζοντο ὡς Σιμωνιακοί, Ἀρειανοί κ.λπ. Μέ τόν λίβελλο αὐτό ὁ Πατριάρχης ἐκαλεῖτο νά δεχθεί ἄνευ ὅρων τό παπικό πρωτεῖο, τό Filioque καί τίς ἄλλες λατινικές καινοτομίες.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στήν περισπούδαστη μελέτη του περί τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος, ἀναφερόμενος στό μέγα χάσμα μεταξύ τῆς Δυτικῆς καί τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησιολογίας γράφει: «Οἱ Πάπαι ἀπέβησαν ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, ἡ δέ ρωμαϊκή Ἐκκλησία, ἡ αὐτοκράτειρα Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης ἐπίσκοπος τῶν ἐπισκόπων ὅλου τοῦ κόσμου…Τίς ἀντιστήσεται πρός αὐτούς; Τίς δύναται νά ἀτενίσει πρός τό ὕψος τό παπικόν; Τίς νά ἀντοφθαλμίσει πρός τήν μεγαλοπρέπειαν αὐτῶν; Ἡ Δύσις ἅπασα ἤδη προσπεσοῦσα προσεκύνησεν αὐτόν, ἀλλ’ ἡ Ἀνατολή δέν ὑποτάσσεται…»[6]. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής τῆς Δογματικῆς τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἰωάννης Καρμίρης, ἀναφερόμενος στά αἴτια τοῦ Σχίσματος, γράφει: «Ἡ βαθυτέρα αἰτία τοῦ θλιβεροῦ ἐκείνου γεγονότος ὑπῆρξεν ὁ Παπισμός καί ὡς σύστημα καθ’ ὅλου καί ἰδιαιτέρως διά τῆς ἀποπείρας του πρός ἐπέκτασιν καί κυριαρχίαν καί ἐπί τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς καί ἐπιβολήν ἐπ’ αὐτῆς τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας καί τῶν λατινικῶν δογμάτων καί παραδόσεων»[7].
Ἡ ἄλλη βασική αἰτία τοῦ σχίσματος ὑπῆρξε ἡ ἀντιβιβλική καί ἀντικανονική προσθήκη τοῦ Filioque, στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού συντάχθηκε ἀπό τήν Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἡ προσθήκη αὐτή ἔγινε γιά πρώτη φορά ἀπό τόν Πάπα Ρώμης Σέργιο τόν Δ΄ τό 1009 καί ἔκτοτε ἐξακολουθεῖ νά παραμένει μέχρι σήμερα παρά τήν ρητή παραγγελία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Θεοφόρων Πατέρων νά παραμείνει ἄθικτο καί ἀναλλοίωτο τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος διά τοῦ Ζ΄ Ἱεροῦ Κανόνος της ἀπαγορεύει ρητά κάθε ἀλλοίωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τό ὁποῖο ἔκλεισε καί ἐσφραγίσθη διά παντός ἀπό τίς δύο πρῶτες Οἰκουμενικές Συνόδους: «Τούτων ἀναγνωσθέντων ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος ἑτέραν Πίστιν μηδενί ἐξεῖναι προσφέρειν, ἤγουν συγγράφειν, ἤ συντιθέναι παρά τήν ὁρισθεῖσαν παρά τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν τῇ Νικαέων συναχθέντων πόλει σύν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἐπίσης ἡ ἐπί μεγάλου Φωτίου Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, τό 879, κατά παρόμοιο τρόπο ἀπαγορεύει κάθε ἀλλοίωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Οὐδέν ἀφαιροῦντες, οὐδέν προστιθέντες…». Σημειωτέον ὅτι τά Πρακτικά καί τῶν δύο παραπάνω Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὑπέγραψαν οἱ ἀντιπρόσωποι, (λεγάτοι), τοῦ Πάπα. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἀείμνηστος ἀρχ. Σ. Μπιλάλης «ἀντί νά ἀποκηρύξη ὁ (τότε) Πάπας Λέων ὁ Θ΄ τό ‘βλάσφημον δόγμα’ τοῦ Filioque, τό ἐχρησιμοποίησεν ὡς σημαίαν, διά νά καταπολεμήσῃ καί ἀφορίσῃ, διά τῶν ἀπεσταλμένων του ὡς αἱρετικήν τήν Ἀνατολικήν Ἐκκλησίαν, τήν μή δεχομένη τό Filioque…Τό 1014 τό Filioque προστίθεται εἰς τό Σύμβολον Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ Ρώμῃ, τῇ πιέσει τοῦ αὐτοκράτορος Γερμανίας Ἐρρίκου, καί, μετά τεσσαράκοντα μόλις ἔτη, τῷ 1054, οἱ παραχαράκται τοῦ Συμβόλου, τοῦ ἐπικυρωθέντος ὑπό πασῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατηγοροῦν ὡς αἱρετικούς τούς Ὀρθοδόξους, διότι ἀπέκοψαν δῆθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου τό αἱρετικόν νεόπλασμα τοῦ Filioque»[8]. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής τῆς Δογματικῆς Ἰωάννης Καρμίρης χαρακτηρίζει τό Filioque οὐσιώδη δογματική καινοτομία καί κυρίαν αἰτίαν τοῦ σχίσματος. Γράφει: «Ὅτε τοῦτο προσετέθη ἀντικανονικῶς καί ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ τῆς Πίστεως…ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολή ἐξηγέρθη μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὥστε τό Filioque ἀπέβη τό μοιραῖον σχισματοποιόν, (μετά τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί ἄλλων αἰτίων), κατά τε τήν ἔναρξιν τοῦ σχίσματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης κατά τόν Θ΄ αἰῶνα καί κατά τήν ὁλοκλήρωσιν αὐτοῦ κατά τόν ΙΑ΄ αἰῶνα, ἐπί πλέον δέ καί μετά ταῦτα ἀπέβη τό μέγα συντηρητικόν καί διαιωνιστικόν τοῦ σχίσματος στοιχεῖον…»[9].
Πέραν αὐτῶν ἐάν, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Πατριάρχης, οὐδέποτε ὑπῆρξε πραγματικό Σχίσμα, ἀλλά ἁπλῶς «ἐντάσεις», τότε πῶς ἐξηγεῖται ἡ ἐπί 10 αἰῶνες, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς δευτέρας χιλιετίας καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ ὡς αἱρέσεως ἀπό πλειάδα Ὀρθοδόξων Οἰκουμενικῶν καί Ἐνδημουσῶν Συνόδων; Ὁ ἀείμνηστος ἀγωνιστής καί ὁμολογητής Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως κυρός Ἀμβρόσιος σέ σχετική του ἐργασία μνημονεύει ἕνα κατάλογο Ἱερῶν Συνόδων, πού καταδίκασαν τόν Παπισμό καί τίς πλάνες του. Ἔγραψε: «…Εἶναι λοιπόν “κατεγνωσμέναι” παρά Συνόδων, ἤ Πατέρων αἱ αἱρετικαί διδασκαλίαι τῆς Δύσεως; Ἄς ἴδωμεν: Ἡ μεγάλη Σύνοδος τοῦ 879 ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἡ ὑπό πολλῶν θεωρουμένη ὡς Ὀγδόη Οἰκουμενική, δεχθεῖσα τό Σύμβολον ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ Φιλιόκβε, ἐδογμάτισε: “Πάντες οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω πιστεύομεν. Τούς ἑτέρως παρά ταῦτα φρονοῦντας, ἤ ἕτερον ὅρον ἀντί τούτου προβαλέσθαι τολμῶντας, τῷ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν. Εἴ τις παρά τοῦτο τό ἱερόν Σύμβολον τολμήσειεν ἕτερον ἀναγράψασθαι ἤ προσθεῖναι ἤ ἀφελεῖν καί ὅρον ὀνομάσαι ἀποθρασυνθείη, κατάκριτος καί πάσης χριστιανικῆς ὁμολογίας ἀπόβλητος… Ἰδού, λοιπόν, βαρυτάτη, ἐπισημοτάτη, πανηγυρικωτάτη καί σχεδόν Οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ καί βλασφήμου Φιλιόκβε! Ὅτε ὁ Πάπας Ρώμης Σέργιος ὁ Δ΄ ἐχρησιμοποίησε τό Σύμβολον μετά τῆς προσθήκης τοῦ Φιλιόκβε (1009), ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, μετ’ ἀπόφασιν Συνόδου, διέγραψε τό ὄνομα τοῦ μνημονευθέντος Ρώμης Σεργίου ἐκ τῶν διπτύχων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἔκτοτε δέ μέχρι σήμερον οὐδέν παπικόν ὄνομα ἐτέθη ἐν αὐτοῖς (Βασ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔκδ. α΄, σελ. 344). Τά ὀνόματα τῶν Προκαθημένων Ἐκκλησιῶν δέν διαγράφονται βεβαίως διά “τοπικά ἔθιμα”, ἀλλά δι’ αἱρέσεις!
Τάς Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασε καί ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1054, ὁπότε ἐγένετο καί τό ὁριστικόν Σχίσμα, ἀποκαλέσασα εἰδικῶς τό “Φιλιόκβε”, ὄχι “τοπικόν ἔθιμον”, ἀλλά “βλάσφημον δόγμα” (αὐτόθι,σελ.344). Τάς Λατινικάς κακοδοξίας κατεδίκασαν καί αἱ μέ τόν Ἡσυχασμόν ἀσχοληθεῖσαι Σύνοδοι τοῦ 1341, τοῦ 1347 καί τοῦ 1351.
Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1440, Σύνοδος ἐν Ρωσίᾳ κατά τό 1441, Σύνοδος ἐν Ἱεροσολύμοις κατά τό 1443, Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1450, Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1484, κατεδίκασαν καί ἀπεκήρυξαν τήν ψευδοσύνοδον τῆς Φλωρεντίας, ἡ ὁποία εἶχε δεχθῆ τήν “ἕνωσιν” ἐπί ψευδοῦς καί ἀσυστάτου βάσεως, ἤτοι μή θεωρήσασα ὡς αἱρέσεις τάς καινοτομίας τῆς Δύσεως.
Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1722 καταδικάζει “τῆς Λατινικῆς κακοδοξίας καί κακοφροσύνης τά δόγματα” καί ἀποφαίνεται ὅτι οἱ Λατῖνοι δι’ αὐτῶν “ἐξαπατῶσι τούς ἁπλουστέρους, εὐγάνοντές τους ἀπό τά εὐσεβῆ Δόγματα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί σύροντες τους ἀθλίως εἰς τόν βυθόν τῆς ἀπωλείας” (αὐτόθι, τομ. Β΄,σελ. 823-824). Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1727 ἀποκηρύσσει τάς ἑτεροδιδασκαλίας τῶν Λατίνων, παλαιάς τε καί νέας καί χαρακτηρίζει ταύτας “λῆρον μακρόν καί Κολακείας ψυχοβλαβοῦς ἐφευρέματα καί ἠπατημένης διανοίας γεννήματα” (αὐτόθι, σελ.867). Σύνοδος ἐν Κωσταντινουπόλει κατά τό 1838 καταδικάζει δριμύτατα τάς ἑτεροδιδασκαλίας τοῦ Παπισμοῦ, ὡς “βλασφημίας κατά τῆς Εὐαγγελικῆς ἀληθείας”, ὡς “ἑωσφορικήν πλάνην”, ὡς “ἀπομάκρυνσιν ἀπό τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀμώμου καί ἀδόλου Πίστεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ” κ.λ.π.(αυτόθι, σελ.896, 902).
Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1848 καταδικάζει τόν Παπισμόν ὡς αἵρεσιν! “Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἵδε Κύριος, ἐπί μέγα μέρος τῆς Οἰκουμένης αἱρέσεων, ἥν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἐστί δέ τήν σήμερον καί ὁ Παπισμός”, ὅν χαρακτηρίζει ὡς ἀνατρέποντα πάσας τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους διά τῶν πλανῶν του!(Αὐτόθι, σελ.906). Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1895 καταδικάζει τάς ἑτεροδιδασκαλίας τοῦ Παπισμοῦ, ὡς “φρονήματα ὑπερφιάλου ἀλαζονείας”, ὡς “καινοτομίας ἀθέσμους καί ἀντιευαγγελικάς”, ὡς “οὐσιώδεις περί τήν Πίστιν διαφοράς ἀναγομένας εἰς τά θεοπαράδοτα τῆς Πίστεως Δόγματα”, ὡς “ἀντιευαγγελικάς καί παναθέσμους”, ὡς “σπουδαίας καί οὐσιώδεις περί τήν Πίστιν διαφοράς”, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καί τῆς παρερμηνείας τῆς τε Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ὅρων τῶν Ἁγίων Συνόδων”, καί ἐπάγεται: “Διό καί δικαίως ἀπεκηρύχθη καί ἀποκηρύσσεται, ἐφ’ ὅσον ἄν ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτοῦ” (αὐτόθι, σελ. 933, 935, 936, 938, 942)»[10].
Ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας, οἱ ὁποῖοι σαφέστατα καταδικάζουν τόν Παπισμό ὡς αἵρεση, μνημονεύουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τόν Παλαμᾶν, καί τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, τόν μέγα πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀντίπαλο τοῦ Παπισμοῦ, αὐτόν ὁ ὁποῖος συνέτριψε κατά κράτος τίς παπικές κακοδοξίες καί σήκωσε ὅλο τό βάρος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας. Σέ Ἐπιστολή του, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τούς «ἁπανταχοῦ τῆς γῆς» χριστιανούς, ἔγραψε: «Ἐφ’ ὅσον οἱ Παπικοί ἐξακολουθοῦν νά σφάλουν περί τήν θεολογίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, (δηλαδή τήν κακοδοξία τοῦ filioque), εἰς ὅ βλασφημῆσαι κινδύνων ὁ χαλεπώτατος, αἱρετικοί εἰσίν ἄρα καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν»[11]. Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος σέ πρόσφατη ἐκδοτική του ἐργασία τῶν Ἀπομνημονευμάτων τοῦ Σίλβεστρου Συρόπουλου, (Χρονογράφου καί Μ. Ἐκκλησιάρχου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας), γράφει τά ἑξῆς γιά τήν μεγάλη προσωπικότητα τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: «…διαδηλῶ τήν πεποίθησίν μου ὅτι ὁ Ἐφέσου ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, καί μόνος αὐτός, ὁ ἀφ’ ἑνός μέν, σθεναρῶς καί πεπαρρησιασμένως εἰς ἐπήκοον καί κατ’ ἐνώπιον πάντων τόν Λόγον τῆς Ἀληθείας ὀρθοτομήσας, τά δέοντα καί εἰκότα δηλονοῦν διακηρύξας καί οὕτω ἀσινῆ, ἀβλαβῆ καί ὁλολαμπῆ διασώσας τήν τιμήν καί τήν τελειότητα τῆς Πίστεως τῆς Μόνης καί μόνως Ὀρθοδοξούσης Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, καί πάλιν μόνος αὐτός, τήν ἀγερωχίαν τοῦ πάπα καταρρακώσας, ὅλως ματαίαν, πρός δέ, κουφοδεστάτην καί ‘συναγωγήν πονηρευομένων’, (Ψαλμ.21,17), τήν ΦερραροΦλωρεντινήν Σύναξιν καταδείξας, ἐπ’ οὐδενί θά ἠδύνατο νά ἀποφύγῃ τήν ἐκδικητικήν μανίαν τοῦ Εὐγενίου…»[12].
Παραθέτουμε, τέλος, πρός ἐπίρρωσιν τῆς θέσεώς μας περί ἀποφυγῆς τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Ἁγίου Πάσχα μετά τῶν ἑτεροδόξων Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ἀγγλικανῶν, τοῦ ὁποίου τήν προετοιμασία ἔσπευσε νά διακηρύξῃ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, τό κείμενον τοῦ διακεκριμένου Κανονολόγου τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, μακαριστοῦ Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τό ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἄν εὑρεθῇ ἐνώπιον προτάσεως περί κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἤ οἱασδήποτε ἄλλης ἑορτῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων, ὀφείλει νά ἀρνηθῇ καί συζήτησιν κἄν περί τοῦ θέματος. Τοιαύτη συζήτησις πρέπει νά ἀποκλεισθῇ παντί σθένει καί πάσῃ θυσίᾳ, διότι ἀποτελεῖ ἀνατροπήν ἐκ τῶν θεμελίων τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς καί ἰδίᾳ τῆς Ἐκκλησιολογίας. Ἤ πιστεύομεν ὅτι εἴμεθα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἤ δέν πιστεύομεν. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πεποιθυΐα ὅτι αὕτη καί μόνη εἶνε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας, τό Ταμεῖον τῆς Χάριτος, τό Ἐργαστήριον τῆς Σωτηρίας, ἐνδιαφέρεται μέν ζωηρότατα περί τῆς εἰς αὐτήν ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ἀδιαφορεῖ ὅμως τελείως περί τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῶν ζητημάτων, ἐν ὅσῳ οὗτοι μένουν ἐν τῇ πλάνῃ. Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἠθέλησε νά θεσπίσῃ κοινόν ἑορτασμόν, ἀλλά διά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οὐχί διά τούς ἐκτός αὐτῆς εὑρισκομένους. Δέν συνεζήτησεν οὔτε μετά τῶν Γνωστικῶν, οὔτε μετά τῶν Μαρκιωνιτῶν, οὔτε μετά τῶν Μανιχαίων, οὔτε μετά τῶν Μοντανιστῶν, οὔτε μετά τῶν Δονατιστῶν, ἵνα εὕρῃ βάσιν συνεννοήσεως περί κοινῶν ἑορτασμῶν. Καί ὅτε βραδύτερον ἀπεκόπησαν ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἀρειανοί, οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσῖται οἱ Εἰκονομάχοι κ.λπ. κ.λπ., ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε διενοήθη νά προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετ᾽ αὐτῶν πρός θέσπισιν κοινοῦ ἑορτασμοῦ εἴτε τοῦ Πάσχα εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἑορτῆς. Ἡ Ἐκκλησία ρυθμίζει τά ζητήματα Αὐτῆς, λαμβάνουσα ὑπ᾽ ὄψιν ἀποκλειστικῶς καί μόνον τό συμφέρον τῶν μελῶν Αὐτῆς καί οὐχί τάς ἐπιθυμίας τῶν ἐκτός Αὐτῆς εὑρισκομένων. Ἄν οἱ ἑορτασμοί τῶν αἱρετικῶν συμπίπτουν μετά τῶν τοιούτων τῆς Ἐκκλησίας, ἄς συμπίπτουν. Ἄν δέν συμπίπτουν, ἄς μή συμπίπτουν. Ἡ Ἐκκλησία δέν συσκέπτεται ἐπί ἴσοις ὅροις μετά τῶν αἱρετικῶν. Διαλέγεται βεβαίως μετ᾽ αὐτῶν, ἀλλ᾽ ἵνα δείξῃ εἰς αὐτούς τήν ὁδόν τῆς ἐπιστροφῆς. Τό νά συγκροτῶνται ‘Οἰκουμενικά Συμπόσια’ ἤ ἄλλου τύπου Συνέδρια μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῆς πανσπερμίας τῶν αἱρετικῶν καί ἐν αὐτοῖς νά συσκεπτώμεθα περί καθορισμοῦ κοινῶν ἑορτασμῶν, ἐμμενόντων ὅμως καί τῶν μέν καί τῶν δέ (Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν) ἐν τοῖς οἰκείοις Δογματικοῖς χώροις, τοῦτο ἄγνωστον καί ἀδιανόητον ὄν εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὄζον δέ ἀπαισίου θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί τεῖνον εἰς τήν καθιέρωσιν τῆς ἁρμονικῆς καί ἀδιαταράκτου συνυπάρξεως ἀληθείας καί πλάνης, φωτός καί σκότους, μόνον ὡς ‘σημεῖον τῶν καιρῶν’ δύναται νά ἑρμηνευθῆ»[13].
Κλείνοντας, εὐχόμαστε ἀπό καρδίας νά ἀναδείξει ὁ Θεός, στούς ἐσχάτους καί ἀποκαλυπτικούς αὐτούς καιρούς πού ζοῦμε, νέους ἁγίους Μάρκους Εὐγενικούς καί προμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἐπισκόπους μιμητές τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀνταξίους τοῦ πνευματικοῦ ἀναστήματος τοῦ ἁγίου Μάρκου, ποιμένες μέ ἡρωικό, ἀνδρεῖο καί θυσιαστικό φρόνημα, πού θά ἀγωνιστοῦν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις ἀπέναντι στή σύγχρονη φοβερή αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρός δόξαν της ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας. Ἀμήν.
[1]. Μεγ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 164, P.G.32,636D-637A
[2]. https://spzh.eu/gr/news/85480-Patriarkh-Varfolomey-v-1054-godu-ne-bylo-raskola-Rima-i-Konstantinopolya
[3]. Βλ. δημοσίευμα τοῦ Γρ. αἱρέσεων καί παραθρησκειῶν τῆς Ι.Μ. Πειραιῶς μέ τίτλο: «Σχόλιο στήν ἀναφορά τοῦ Οἰκ. Πατρ. κ. Βαρθολομαίου πρός αἱρετικούς παπικούς γιά τήν ἅρση τῶν ἀναθεμάτων».
[4]. «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 176, 15 Δεκεμβρίου 1972, σελ. 4.
[5]. Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, «Τό πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης», Ἀθῆναι 1930, σελ. 192.
[6]. Νεκταρίου Πενταπόλεως, «Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος», τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1911, σελ. 199-200.
[7]. Ἰω. Καρμίρη «Δύο βυζαντινοί Ἱεράρχαι καί τό σχίσμα τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας», Ἀθῆναι 1950, σελ. 48.
[8]. Ἀρχ. Σ. Μπιλάλη, Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, Ἐκδ. «Ὀρθ. Τύπου» τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1972, σελ.82
[9]. Ἰω. Καρμίρη, «Σύνοψις τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», Ἀθῆναι 1960, σελ. 21, ὑποσημ. 1.
[10]. https://www.impantokratoros.gr/BD7FE22A.el.aspx
[11]. Μ. Ἐφέσου, Ἐπιστολή τοῖς ἀπανταχοῦ τῆς γῆς(…) Χριστιανοῖς, CFDS, Ser. A΄, Τομ.Χ, fascII, σελ.144(29-33).
[12]. Βλ. Σιλβέστρου Συροπούλου, Μ. Ἐκκλησιάρχου καί Δικαιοφύλακος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, «Ἡ Ἱστορία τῆς Συνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας, Εἰσαγωγή Ἀδαμαντίου Διαμαντοπούλου, καθηγητοῦ τῆς ἐν Σμύρνῃ Εὐαγγελικῆς Σχολῆς, Ἐκδότης ὁ Ροδοστόλου Χρυσόστομος, Ἐπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Ἅγιον Ὄρος 2021, σελ. 19.
[13]. https://www.hristospanagia.gr/%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%ce%bf%e1%bf%a6-%e1%bc%91%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%bf%e1%bf%a6-%cf%84%ce%bf%e1%bf%a6-%cf%80%ce%ac%cf%83%cf%87%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%cf%84/