Translate

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017


Διάλογος
Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου (N. E.) Ἱεροθέου


Κατ' ἀρχήν πρέπει νά δηλώσω ὅτι δέν εἶμαι ἐναντίον τοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί τούς ἄλλους ἑτεροδόξους, εἶμαι ὑπέρ τοῦ διαλόγου, ὁ ὁποῖος ὅμως πρέπει νά γίνεται μέ ὁρισμένες θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Τίποτε δέν πρέπει νά γίνεται ἀπροϋπόθετα.
Συμφωνῶ ἀπόλυτα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γιά πολλά χρόνια ἦταν ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ Διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Σέ παλαιότερο βιβλίο μου κατέγραψα τίς ἀπόψεις του γιά τόν Διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅπως τίς ἐξέφρασε σέ κείμενό του μέ τίτλο «Ὁ θεολόγος στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Οἰκουμενικό Διάλογο».
Στό κείμενό του αὐτό διακρίνονται τέσσερα σημαντικά σημεῖα. Πρῶτον, φαίνονται οἱ ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι γιά τό θέμα αὐτό, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη πείρα μέ τούς θεολογικούς Διαλόγους. Δεύτερον, ἀναλύονται οἱ προϋποθέσεις, βάσει τῶν ὁποίων ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος μπορεῖ νά συμμετάσχη στούς θεολογικούς Διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Τρίτον, παρουσιάζονται τά προβλήματα πού ἀναφύονται στούς Διαλόγους σέ βάρος τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Τέταρτον, καταγράφεται καί ἡ στρατηγική πού πρέπει νά ἐφαρμόζεται ἀπό ὀρθόδοξου πλευρᾶς κατά τήν πορεία τῶν Διαλόγων.

Στήν συνέχεια θά τονίσω μερικά σημεῖα πού θεωρῶ ὅτι εἶναι σημαντικά γιά νά κατανοήσουμε τό θέμα τοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

1. Ἡ ἱστορία τοῦ Διαλόγου

Ἀπό τό 1965, μέ τήν λήξη τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου, τῆς συναντήσεως τοῦ Πάπα μέ τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἤ τῆς ἀκοινωνησίας, ἄρχισε ὁ «Διάλογος τῆς ἀγάπης» μέ πολλούς τρόπους, κυρίως μέ τήν ἐπιστροφή λειψάνων, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν ἐπιστροφή τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στήν Πάτρα.
Ἀπό τό ἔτος 1980 ἄρχισε ὁ «θεολογικός διάλογος» μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν.
Τό ἔτος 1979, πρίν ἀρχίσει ὁ θεολογικός διάλογος, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β' εἶπε σέ Ρωμαιοκαθολικούς, μεταξύ τῶν ἄλλων, τά ἀκόλουθα:
Ὁ διάλογος θά γίνη «ἐπί ἴσοις ὅροις». Οἱ δύο Ἐκκλησίες ἔχουν αὐτοσυνειδησία τῆς ταυτότητάς τους, τῆς ἐκκλησιολογίας τους καί τῆς μυστηριακῆς δομῆς τους. Καί οἱ δύο Ἐκκλησίες διακρίνονται ἀπό τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι συνεχίζουν ἀδιακόπως τήν ζωή τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδή ὅμως ὑπάρχει διαίρεση σέ ἱστορική πραγματικότητα, γι' αὐτό ὁ διάλογος τοποθετεῖται μέσα στήν προοπτική τῆς ἀδιαίρετης προσχισματικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάλογο «εἰς ὑπεροχήν» τοῦ ἑνός ἐπί τοῦ ἄλλου, ἀλλά γιά διάλογο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν γιά ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος.
Γι' αὐτό ὁ διάλογος θά γίνη ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν τούς Ὀρθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Μέσα ἀπό τά σημεῖα αὐτά θά ἐξετασθοῦν καί τά σημεῖα πού διαιροῦν.
Ἄρχισε ὁ θεολογικός διάλογος πάνω στά θέματα τά ὁποῖα ἔχουν προσδιορισθῆ. Ὅπως ἔχει σημειωθῆ, μετά τήν ἔκδοση καί τοῦ δευτέρου κειμένου (κείμενο Μπάρι) ὑπῆρξε τέτοια εὐφορία, ὥστε καλλιεργοῦνταν ἡ πεποίθηση ὅτι ὅλα βαίνουν καλῶς, ὅτι ἐπί τέλους ἀναπνέουμε μέ τούς δύο πνεύμονες τῆς Ἐκκλησίας.
Τά κείμενα στά ὁποῖα ἔγινε ὁ θεολογικός διάλογος εἶναι τά ἑξῆς:
α) «Τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος» (Μόναχον 1982).
β) «Πίστις, μυστήρια, ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» (Μπάρι 1987).
γ) «Τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης ἐν τῇ μυστηριακῇ δομῇ τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδίᾳ ἡ σπουδαιότης τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τόν ἁγιασμόν καί τήν ἑνότητα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ» (Νέο Βάλαμο 1988).
δ) «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης καί αὐθεντία» (Ραβέννα 2007).
ε) Βρίσκεται σέ ἐξέλιξη ὁ διάλογος γιά τήν «Συνοδικότητα καί τό Πρωτεῖο κατά τήν πρώτη χιλιετία» μέ τό κείμενο τοῦ Κιέτι (2016) καί ἐπιδιώκεται ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀφοροῦν τήν ὀδό πρός τήν ἑνότητα ἐν τῇ πίστει.

2. Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν

Μελέτησα ὅλα τά κείμενα τά ὁποῖα μέχρι τώρα ἔχουν ὑπογραφῆ ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν, καί μέ πολλή συντομία θά καταγράψω μερικές ἀπό τίς παρατηρήσεις μου.
α) Τόν διάλογο αὐτόν τόν χειριζόταν μιά μικρή ὁμάδα Ἀρχιερέων καί θεολόγων καθηγητῶν, ἡ ὁποία ἐνημέρωνε τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν λάμβανε γνώση τοῦ διαλόγου. Στά 22 χρόνια τῆς ἀρχιερατείας μου, μόνον δύο φορές ἦρθε τό θέμα στήν Ἱεραρχία, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2004, πού ἔγινε ἐνημέρωση ἐπί τῶν θεολογικῶν διαλόγων σήμερα ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Ἀττικῆς Παντελεήμονα, καί τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009.
Νομίζω ὅτι δέν μπορεῖ νά ἔχουμε ἥσυχη τήν συνείδησή μας ὅτι ἀσχοληθήκαμε ὡς Ἱεραρχία μέ τό σοβαρό αὐτό θέμα. Ἀσχοληθήκαμε μέ πολλά ἄλλα προβλήματα πρακτικῆς φύσεως, ἀλλά ὄχι μέ τό σοβαρό αὐτό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό θέμα.
β) Ὁ διάλογος ἄρχισε στά «ἑνοῦντα» θέματα καί διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι κατά τήν πορεία θά ἐξετασθοῦν καί τά «διαιροῦντα».
Εἶναι χαρακτηριστικό τό κείμενο τοῦ Μονάχου τό 1982 μέ θέμα «τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Τό κείμενο αὐτό ἔχει λανθασμένη θεολογική ἀρχή, γιατί ἡ Ἐκκλησία ἔχει Χριστολογικό καί ὄχι Τριαδολογική βάση, καί διά τοῦ Χριστοῦ μετέχουμε τῆς ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, δέν μπορεῖ νά καταργηθῆ ἡ ἀποφατικότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά τεθῆ ἡ ἐσωτερική ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς βάση γιά νά ἑρμηνευθῆ ἡ Ἐκκλησία καί οἱ θεσμοί της.
Πέρα ἀπό αὐτό, στό κείμενο γράφονται καί πολλά λανθασμένα σημεῖα. Γράφεται σέ ἕνα σημεῖο:
«Ἡ παροῦσα ἔκθεσις προσεγγίζει τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μίαν μόνον πλευράν του, μίαν πλευράν ὅμως ἰδιαιτέρως σημαντικήν εἰς τά πλαίσια τῆς μυστηριακῆς προοπτικῆς τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ἤτοι∙ τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μᾶς εἶχε ζητηθῆ νά ἐκκινήσωμεν ἀπό τά σημεῖα, τά ὁποῖα μᾶς ἑνώνουν καί, ἀναπτύσσοντας αὐτά, νά πλησιάσωμεν ἐκ τῶν ἔνδον καί προοδευτικῶς ὅλα τά σημεῖα ἐπί τῶν ὁποίων δέν συμφωνοῦμεν.
Συντάσσοντες τό κείμενον τοῦτο, ἐπιθυμοῦμεν νά δείξωμεν ὅτι διά τῆς τοιαύτης ἐνεργείας μας ἐκφράζομεν ἀπό κοινοῦ μίαν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχισις τῆς πίστεως τῶν Ἀποστόλων».
Ἔχω ὑπογραμμίσει δύο βασικά σημεῖα τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὅτι ὁ διάλογος γίνεται στά πλαίσια τῆς μυστηριακῆς προοπτικῆς τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ὅτι ξεκινᾶ ὁ διάλογος ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν γιά νά φθάσουν στά σημεῖα πού μᾶς χωρίζουν, ἀλλά συγχρόνως λέγεται ὅτι ἐκφράζουν καί τά δύο μέρη, Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί, μία πίστη, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῆς πίστεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων!
Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει ὅτι τό θεμέλιο τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων εἶναι τά κατηγορήματα τῆς ὁμοιότητος καί τῆς διαφορᾶς, ἀλλά καί ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων, κατατάσσοντας τά πράγματα σέ γένη καί εἴδη. Τά κοινά σημεῖα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ζώων εἶναι περίπου στό 85% . Ὅταν λοιπόν ἐξετάζουμε τούς ἀνθρώπους καί τά ζῶα θά παραμείνουμε στά κοινά σημεῖα μεταξύ τους καί δέν θά δοῦμε τήν διαφορά; Ἔπειτα τά κοινά σημεῖα μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀνέρχονται στό ποσοστό 99,9%. Καί ὅταν συγκρίνουμε τούς ἀνθρώπους, θά δοῦμε μόνον τά κοινά σημεῖα, δέν θά δοῦμε τήν διαφορά τους στό 0,1%;
Θεωρῶ ὅτι στόν διάλογο αὐτό δέν μελετήθηκαν καθόλοι οἱ θεολογικές διαφορές, ὅπως ἡ αἵρεση τοῦ filioque, πράγμα τό ὁποῖο θεωρεῖτο ὡς βασική διαφορά ἀπό τόν 9ο μέχρι τόν 19ο αἰώνα, καί ἡ αἵρεση τοῦ actus purus ὅπως φάνηκε στόν διάλογο μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ἀντιησυχαστῶν καί καταγράφεται στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μόνον δέν ἔγινε διάλογος γιά τίς διαφορές, ἀντίθετα μάλιστα ἔγινε λόγος γιά «μυστηριακή προοπτική τῶν Ἐκκλησιῶν μας» καί ὅτι «ἐκφράζομεν ἀπό κοινοῦ μίαν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχισις τῆς πίστεως τῶν Ἀποστόλων».
Ἀκόμη, στό κείμενο τοῦ Μονάχου τοῦ 1982 παρακάμφθηκε ἡ συζήτηση πάνω στήν αἵρεση τοῦ filioque. Στό κείμενο αὐτό γράφεται:
«Χωρίς νά θέλωμεν νά ἐπιλύσωμεν ἀκόμη τάς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν σχέσιν μεταξύ τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, δυνάμεθα ἤδη νά εἴπωμεν ἀπό κοινοῦ ὅτι τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός (Ἰω. 15, 26), ὡς τῆς μόνης πηγῆς ἐν τῇ Τριάδι, καί τό ὁποῖον κατέστη τό Πνεῦμα τῆς υἱοθεσίας μας (Ρωμ. 8, 15) καί διότι εἶναι ἐπίσης καί τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ (Γαλ. 4, 6), παρέχεται εἰς ἡμᾶς, ἰδιαιτέρως εἰς τήν Εὐχαριστίαν, διά τοῦ Υἱοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναπαύεται, τόσον ἐν χρόνῳ ὅσον καί τῇ αἰωνιότητι».
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ δήλωση τήν ὁποία ἔκανε ὁ τότε καρδινάλιος Ratzinger, μετέπειτα Πάπας σέ συνέντευξή του, κρίνοντας τό κείμενο τοῦ Μονάχου. Εἶπε ὅτι γιά τό ἄν τό Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα εἴτε ἀπό τόν Πατέρα καί τόν Υἱό «αὐτό τό πρόβλημα ἔχει ἀφεθεῖ στό περιθώριο, ἐφόσον αὐτό τό θέμα ἦταν συνδεδεμένο μέ ἕνα εὐρύ πεδίο βασικῶν προβλημάτων, στά ὁποῖα ἡ Καθολική καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἀντιμετωπίση ἡ μία τήν ἄλλη».
Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ filioque παρακάμφθηκε καί δέν συζητήθηκε.
γ) Ἀπό τό 1982 στό Μόναχο τῆς Γερμανίας ἐπελέγη ὡς θέμα τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς «τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Καί ὁ διάλογος συνεχίσθηκε πάνω σέ ἄλλες πτυχές τοῦ θέματος αὐτοῦ.
Αὐτό τό θεωρῶ μεγάλο θεολογικό λάθος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί ὄχι εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τόνιζε πάντοτε τό Χριστολογικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Γνωρίζουμε τόν Πατέρα διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε τόν Πατέρα» (Ἰω. ιδ’, 9).
Γιατί, ὅμως, ξεκίνησε ὁ Διάλογος ἀπό τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος;
Θεωρῶ ὅτι αὐτό τό ἔκαναν γιά νά φθάσουν στό Πρωτεῖο, ἐνῶ δέν λύθηκαν τά ἄλλα σοβαρά θεολογικά λάθη, ὅπως τό filioque καί τό actus purus. Ἀλλά καί τό Πρωτεῖο τό βλέπουν οἱ δύο πλευρές διαφορετικά. Οἱ μέν Ρωμαιοκαθολικοί τό βλέπουν μέσα ἀπό τήν ἑνότητα τῆς οὐσίας, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι μέσα ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Πατρός. Ἄλλωστε, αὐτή ἦταν μιά ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου, ὅτι μεταξύ τῶν βαπτιζομένων ὑπάρχει μιά θεμελιώδης ἑνότητα, ἡ κοινωνία communio, «ἡ communio ἐκκλησιολογία, ἤ εὐχαριστιακή κοινωνία», «εἰς τύπον τῆς εἰκόνας τῆς Τριάδος, εἰς τύπον τῆς τριαδικῆς communio».
Πρόκειται γιά σοβαρά θεολογικά προβλήματα, γιατί ἔτσι καταργεῖται ἡ ἀποφατικότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τό ἔλεγε καθαρά: «Ὑπεράγνωστα καί ὑπεράρρητά ἐστι καί τά τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως καί τά τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεως καί τά τῆς ἀμιγοῦς παντάπασι καί ἀφύρτου συμφυΐας. Τοιαῦτά δε ἐστίν, ἐπεί καί τελέως ἐστιν ἀμέθεκτα. Διό οὐδ' ὑπόδειγμα ἐπί τούτων ἐπί τῆς κτίσεως εὑρεῖν»
δ) Μελετώντας ὅλα τά κείμενα τά ὁποῖα ἔχουν συνταχθῆ, παρατηροῦμε ὅτι ὑπάρχει μιά συνεχής ροή μεταξύ τους, τό ἕνα ἀκολουθεῖ τό ἄλλο, εἶναι ἀλληλοκυλιόμενα, καί τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο.
Γιά παράδειγμα, στό Μόναχο τό 1982 συζητήθηκε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στό Μπάρι τό 1987 ἀναλύθηκε τό θέμα πίστις, μυστήρια καί ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στό Νέο Βάλαμο τό 1988 προχώρησαν στό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης στήν μυστηριακή δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαιτέρως τήν σπουδαιότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Στήν Ραβέννα τό 2007 ὑπέγραψαν κείμενο γιά τίς ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνέπειες τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, καί συγκεκριμένα γιά τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί τήν συνοδικότητα καί αὐθεντία. Στήν συνέχεια συζητεῖται τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα στήν πρώτη χιλιετία. Παρατηρεῖ κανείς μέ πολλή εὐκολία ὅτι ὑπάρχει μία συνεχής πορεία τῶν ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων σάν νά ὑπάρχη ταυτότητα ἐκκλησιολογική καί θεολογική μεταξύ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων.
Μπορεῖ νά σημειωθῆ ὅτι ὅταν τά κείμενα αὐτά τά ἐξετάζη κανείς ὡς κείμενα πού ὑπεγράφησαν μόνον ἀπό Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἔχουν μιά γενική σωστή κατεύθυνση. Ὅταν ὅμως ὑπογράφονται ἀπό Ὀρθοδόξους καί Ρωμαιοκαθολικούς, στούς ὁποίους ὑπάρχει μεγάλη διαφορά στήν θεολογία καί τήν ἐκκλησιολογία, τότε ὑπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα. Καί δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ κανείς ὅτι ὑπεχώρησαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί προσχώρησαν στίς ὀρθόδοξες ἀπόψεις, γιατί τά κοινά κείμενα εὔκολα ἀναιροῦνται ἀπό τόν Πάπα. Ἄλλωστε, ὅλα τά ὑπογραφέντα ἀκυρώνονται, ὅταν δέν ὑποχωρήση ὁ Πάπας στό πρωτεῖο.
Θά παραθέσω μερικές φράσεις ἀπό τά ὑπογραφέντα ἀπό κοινοῦ κείμενα καί στίς ὁποῖες φράσεις φαίνεται ὅτι δυστυχῶς οἱ ὑπογράψαντες ἔχουν συνείδηση τῆς ταυτότητας θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ἐνῶ τόσο στήν θεολογία, ὅσο καί στήν ἐκκλησιολογία ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
–«Τό Σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἕν» (κείμενο Μονάχου).
–«Ἡ Τοπική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τελεῖ τήν Εὐχαριστίαν περί τόν Ἐπίσκοπον δέν εἶναι μέρος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» (κείμενο Μονάχου).
–«Ἕκαστος ὀφείλει νά ἀναγνωρίσῃ εἰς τούς ἄλλους, διά μέσου τῶν τοπικῶν ἰδιομορφιῶν, τήν ταυτότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας» (κείμενο Μονάχου).
–«Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι "μυστήρια πίστεως"» (κείμενο Μπάρι).
–«Πᾶν μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας χορηγεῖ τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (κείμενο Μπάρι).
–«Τοῦτο (γιά τήν διατύπωση τῆς πίστεως) ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ θεολογία τῶν "θεολογουμένων" τύχῃ σοβαρᾶς ἐξετάσεως. Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον νά διασαφηνισθῇ ποία συγκεκριμένη ἐξέλιξις ἐπελθοῦσα ἐντός ἑνός τμήματος τῆς χριστιανωσύνης θά ἠδύνατο νά θεωρηθῇ ὑπό τοῦ ἄλλου τμήματος ὡς θεμιτή ἐξέλιξις. Ἐπί πλέον πρέπει νά ἀναγνωρίσωμεν ὅτι συχνάκις ἡ ἔννοια τῶν λέξεων ἤλλαξε κατά τήν ροήν τοῦ χρόνου» (κείμενο Μπάρι).
Ἐπισημαίνω καί πάλι ὅτι οἱ φράσεις αὐτές ὅταν περιέχονται σέ κείμενα πού ὑπογράφωνται μόνον ἀπό Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μπορεῖ νά γίνουν ἀποδεκτά, ἀλλά εἶναι ἀπαράδεκτο νά ὑπογράφωνται ἀπό ὀρθοδόξους καί ἑτεροδόξους τέτοια κείμενα στά ὁποῖα λέγεται ὅτι ἕνα εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐννοώντας ὅτι καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἀνήκουν στήν μία Ἐκκλησία∙ ὅτι κάθε τοπική Ἐκκλησία (Ὀρθόδοξη καί Ρωμαιοκαθολική) εἶναι ἡ ὅλη Ἐκκλησία∙ ὅτι καθένας ὀφείλει νά ἀναγνωρίζη στούς ἄλλους τήν ταυτότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν ὑπάρχουν ἁπλῶς τοπικές ἰδιομορφίες καί ὄχι διαφορές στά δόγματα∙ ὅτι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «μυστήρια πίστεως»∙ ὅτι κάθε μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθοδόξου καί ἑτεροδόξου, ὁλοκληρωμένης ἤ ἐλλιποῦς, χορηγοῦν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ὅτι ὑπάρχουν «θεολογούμενα» ζητήματα μεταξύ τῶν τμημάτων τῆς Χριστιανωσύνης πού πρέπει νά συζητηθοῦν μέσα στό πλέγμα τῆς θεμιτῆς ἐξέλιξης καί τῆς ἀλλαγῆς τῶν λέξεων στήν πορεία τοῦ χρόνου!!!
Ὅλα αὐτά εἶναι τό λιγότερο ἀπαράδεκτα.
ε) Ἐνῶ κατά τήν πορεία τήν θεολογική τοῦ διαλόγου παρακάμφθηκαν οἱ σοβαρές θεολογικές διαφορές, ἐν τούτοις ἡ μόνη διαφορά πού ἀνέκυψε κατά τήν πορεία τοῦ διαλόγου εἶναι ἡ Οὐνία καί αὐτό τό θέμα δέν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα, μᾶλλον ἐξανάγκασε τούς Ὀρθοδόξους νά ἀποδεχθοῦν τήν συμμετοχή τῶν Οὐνιτῶν στόν διάλογο.
Ὅταν διαβάση κανείς τήν ἱστορία τοῦ ζητήματος, αὐτό διαπιστώνει, ὅτι ναί μέν καταδικάσθηκε ἡ Οὐνία στό Freising τό 1990 ὡς μέθοδος ἑνότητας πού ἀντιβαίνει στήν κοινή παράδοση τῶν «δύο Ἐκκλησιῶν», ἀλλά ἡ ἀπόφαση αὐτή δέν ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τό Βατικανό καί μάλιστα στόν Μπαλαμάντ τό 1993 κατάφερε τό Βατικανό, ἐκμεταλλευόμενο τήν ἀπουσία ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά ἀνατρέψη τίς ἀποφάσεις τοῦ Freising καί νά καταξιώση τήν ὕπαρξη τῆς Οὐνίας.
Βέβαια, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν συμμετεῖχε στό Μπαλαμάντ καί ἀντέδρασε γιά τήν Οὐνία. Μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ διαλόγου μεταξύ ὀρθοδόξων καί καθολικῶν, ὁ Ἀρχιεπίκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός ἔθεσε ὑπό ἀμφισβήτηση, κρίση καί ψῆφο τήν ἐπίσημη ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνεδρίασε γιά τήν ἀπόφαση τοῦ Μπαλαμάντ καί ἐξέδωσε ἕνα σπουδαῖο Συνοδικό Γράμμα πού κρίνει τήν ἀπόφαση τοῦ Μπαλαμάντ, ὄχι μόνον στό θέμα τῆς Οὐνίας, ἀλλά καί στήν ἀπόφαση πλήρους κοινωνίας μεταξύ Ὀρθοδόξων καί «Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» μέ τήν ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν ὑπ' αὐτῶν τελουμένων μυστηρίων.
Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφεται:
«Εἰς τό ἐν Balamand συνταχθέν νέον κείμενον ἐπιχειρεῖται κατά πρόληψιν καί ἄνευ ἄρσεως τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν ἡ πλήρης κοινωνία μεταξύ τῆς ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν ὑπ' αὐτῶν τελουμένων μυστηρίων. Ἡ Μικτή Ἐπιτροπή δηλαδή διά τοῦ περί τῆς Οὐνίας κειμένου εἰσηγεῖται αὐθαιρέτως ἀφ' ἑνός μέν τήν παραίτησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκ τῆς ἀποκλειστικῆς αὐτοσυνειδησίας αὐτῆς ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀφ' ἑτέρου δέ τήν ἀναγνώρισιν τῶν ἰδιοτήτων τούτων καί εἰς τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν πρίν ἤ διά τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἀποκαταστασθῇ ἡ ἑνότης εἰς τήν ὀρθήν πίστιν».
Καί τό Συνοδικό Γράμμα καταλήγει:
«Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θεωρεῖ τό περί τῆς Οὐνίας κείμενον τοῦ Balamand ὡς ἀπαράδεκτον ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, ὡς παντελῶς ξένον πρός τήν μακραίωνα ὀρθόδοξον παράδοσιν καί ὡς ἀντίθετον πρός πάσας τάς ἐπί τοῦ Διαλόγου μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Τά ἀποσπασματικῶς διατηρηθέντα εἰς τό κείμενον τοῦτο ὀρθά στοιχεῖα περί τῆς Οὐνίας ἐξαφανίζονται εἰς τήν ἐκκλησιολογικῶς συνεσκοτισμένην βάσιν αὐτοῦ καί καθίστανται ἀδιάφορα διά τόν Διάλογον καί τάς μελλοντικάς προοπτικάς αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη ἀξιολόγησις τοῦ κειμένου περί τῆς Οὐνίας, κριθεῖσα ἀναγκαία διά τόν καθησυχασμόν τοῦ φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησίας, γνωστοποιεῖται κατά τά παραδεδομένα τῇ Μητρί Ἐκκλησίᾳ, ἵνα μή τό κακόν χεῖρον γένηται».
Ὕστερα ἀπό αὐτά διερωτῶμαι: Γιατί ἀγνοήθηκε αὐτή ἡ ἀπόφαση καί δέν παρεπέμφθη στήν Ἱεραρχία πρός ἐπικύρωση; Καί γιατί ἐξακολουθοῦν πολλοί νά ὁμιλοῦν γιά μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων, ὅταν δέν ἔχουν λυθῆ τά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά προβλήματα καί ὅταν δέν ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ ἑνότητα στήν ὀρθή πίστη;
Στόν διάλογο πού ἔγινε στήν Βαλτιμόρη τῶν ΗΠΑ τό 2000 γιά τήν Οὐνία οἱ συζητήσεις ὁδηγήθηκαν σέ οὐσιαστικό ναυάγιο. Ἐκεῖ ἀποκαλύφθηκε ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β’ στόν Καρδινάλιο Cassidy πού μεταξύ τῶν ἄλλων ἔλεγε: «Διά τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν αἱ Ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν τό αὐτό κῦρος (dignity) τό ὁποῖον ἔχουν καί οἱ λοιπαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πλήρη κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης».
Οἱ ἀποκαλύψεις αὐτές συνετέλεσαν στό νά σταματήση ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί παραιτήθηκε ὁ Ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός.
Τό 2003 νέος πρόεδρος ἀπό πλευρᾶς τοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνέλαβε ὁ Περγάμου Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος περιῆλθε ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἀποφασίσθηκε πανορθοδόξως νά συνεχισθῆ ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Τήν περίοδο ἐκείνη ἤμουν συνοδικός Ἀρχιερεύς καί παρακολουθοῦσα τό θέμα.
Πάντως, τό 2005 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀποφάσισε νά συνεχισθῆ ὁ θεολογικός διάλογος, ἀλλά συγχρόνως τόνισε ὅτι «πρέπει ὁριστικά καί ἀπερίφραστα νά καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος», «πρέπει ὁπωσδήποτε νά συνεχισθεῖ ἡ συζήτηση καί ἐπί τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, τό ὁποῖο οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ». Ἡ συζήτηση αὐτή πρός διευκόλυνση τῆς πορείας τοῦ διαλόγου «μπορεῖ νά διεξαχθεῖ ἐντός τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπό τό πρίσμα τοῦ πρωτείου».
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι γίνεται ὁ Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί στήν ἀντιπροσωπεία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐνῶ προηγουμένως συμπεριλαμβανόταν μόνον ἕνας Οὐνίτης, τώρα συμπεριλαμβάνονται τέσσερεις Οὐνίτες!! Ἔτσι, ὄχι μόνον τό θέμα τῆς Οὐνίας δέν συζητήθηκε, ἀλλά εἶναι καί παρόντες περισσότεροι Οὐνίτες ἀπό προηγουμένως.
στ) Εἶναι σημαντικά ὅσα ἔγιναν λίγο πρίν συγκληθῆ ἡ θεολογική Ἐπιτροπή Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν στήν Ραβέννα (8-15 Ὀκτ. 2007).
Ὁ Πάπας τήν 29η Ἰουνίου 2007 ἑορτή τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου προσυπέγραψε κείμενο μέ τίτλο: «Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις πού ἀφοροῦν ὁρισμένες ὄψεις γύρω ἀπό τήν διδασκαλία περί Ἐκκλησίας». Μέσα στό κείμενο αὐτό ὑπάρχουν ἀπαράδεκτες θέσεις ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας.
Μεταξύ αὐτῶν γράφεται ὅτι ἡ «Καθολική Ἐκκλησία» εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διατηρεῖ τά γνήσια στοιχεῖα, τά ὁποῖα καθόρισε ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ πραγματική καί ὁρατή Ἐκκλησία ἐντός τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε ἀπό τόν Χριστό στήν γῆ∙ ἡ μόνη Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού διοικεῖται ἀπό τόν Πάπα, τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου, καί τούς Ἐπισκόπους πού βρίσκονται σέ κοινωνία μέ αὐτόν∙ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ἔχουν «ἐκκλησιολογικό ἔλλειμμα»∙ ὑπάρχει πλήρης ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν «Καθολική Ἐκκλησία», ἐνῶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ἔχουν μόνον κάποια στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας∙ ἡ κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων μέ τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου εἶναι ἡ οὐσιαστική προϋπόθεση μέ τήν ὁποία ὁριοθετοῦνται ὅλες οἱ ἐκκλησιαστικές δομές καί περιγράφονται οἱ ἐσωτερικές ἀρχές καί οἱ ὅροι γιά κάθε «ἰδιαίτερη Ἐκκλησία» καί τήν «Καθολική Ἐκκλησία».
Ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ἀπόφασή της τήν 5-10-2007 ἐξέφρασε τίς ἐπιφυλάξεις της καί ἔκανε κριτική στίς ἀπόψεις αὐτές.
Ἑπομένως, αὐτά πού εἶπε ὁ Πάπας εἶναι ἀνακόλουθα μέ τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ὅπως φαίνεται στά κείμενα, τά ὁποῖα ἔχουν μέχρι τώρα ὑπογραφῆ. Αὐτό σημαίνει ὅτι γίνονται θεολογικοί διάλογοι, ὑπογράφονται τά κείμενα, ἀλλά ὁ Πάπας μέσα στήν προοπτική ὅτι αὐτός ὑπέρκειται καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι μέλος τῆς Συνόδου, ὁ Πάπας δέν ἐλέγχεται ἀπό τήν Σύνοδο, ἀλλά τήν ἐλέγχει καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου εἶναι ἁπλῶς εἰσηγητικά κείμενα.
Μέσα ἀπό αὐτές τίς προϋποθέσεις, πῶς μπορεῖ κανείς νά εἶναι σίγουρος γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ διαλόγου; Καί πῶς μπορεῖ κανείς νά ἐμπιστευθῆ τούς ἐπισκόπους καί τούς θεολόγους πού συμμετέχουν σέ τέτοιο διάλογο, καί καταρτίζονται τά κείμενα μέ τήν ἀρχή τοῦ ad referendum (πρός ἔγκριση ἀπό τίς Τοπικές Ἐκκλησίες) καί ὅμως οὔτε ἔρχονται γιά τήν ἔγκρισή τους στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλά συγχρόνως τίθενται ὑπό τήν ἀμφισβήτηση τοῦ Πάπα.
ζ) Τό σημαντικό ὅμως τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι στήν Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στό Σαμπεζύ τό 1986 ἑτοιμάσθηκε τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Στό κείμενο αὐτό γινόταν λόγος γιά τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ὅπως καί μέ τούς ἄλλους Χριστιανούς.
Στό κείμενο αὐτό γράφονταν τά θεολογικά θέματα πού δυσχέραιναν τόν διάλογο, ὄχι μόνον τά ἑνοῦντα ἀλλά καί τά διαιροῦντα στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιολογίας, θέματα μεθοδολογικά, ὅπως ἐπίσης ὅτι καί ἡ Οὐνία πρέπει νά ἐξετασθῆ ὡς ἐκκλησιολογική προτεραιότητα. Μεταξύ τῶν ἄλλων γραφόταν στό κείμενο αὐτό: «Ἡ Διάσκεψις εἰσηγεῖται τήν ἐπιλογήν τῶν ἐφεξῆς θεμάτων διά τόν Διάλογον οὐχί ἁπλῶς καί μόνον ἐκ τῶν "ἑνούντων" τάς δύο Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἐκ τῶν "χωριζόντων" αὐτάς, ἰδίως ἐκ τοῦ χώρου τῆς Ἐκκλησιολογίας».
Ὅμως, μετά τήν ἀναθεώρηση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων πού ἔγιναν ἀπό τήν Ε' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στό Σαμπεζύ τό 2015 διεγράφησαν ὅλα αὐτά τά θετικά σημεῖα καί σχηματίσθηκε ἕνα νέο κείμενο πού δέν ἀναφέρεται κἄν ποῦ βρίσκεται σήμερα ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί πῶς θά συνεχισθῆ.
Στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης δινόταν ἡ εὐκαιρία νά ἐνημερωθοῦμε ποῦ ἀκριβῶς βρίκεται αὐτός ὁ διάλογος, νά ἐγκριθοῦν ἤ μή τά ἕως τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπογραφέντα ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν κείμενα καί νά ἀποφασισθῆ ἡ περαιτέρω πορεία.
Ὅμως δέν ἔγινε τίποτε πάνω στά ζητήματα αὐτά, μάλιστα δέ ἀποφασίσθηκε νά γραφῆ «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», ὁπότε τίθενται πάρα πολλά ἐρωτήματα: Ἰσχύουν τά ἕως τώρα ὑπογραφέντα κείμενα; Μέ ποιά ἐξουσιοδότηση θά συνεχισθῆ ὁ διάλογος καί ἀπό ποιό σημεῖο; Ποιά εἶναι τά θέματα πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς; Καί πολλά παρόμοια ἐρωτήματα.

3. Συμπεράσματα

Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω πού παρουσιάσθηκαν μέ μεγάλη συντομία, θεωρῶ ὅτι ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν πάσχει στήν βάση του.
Κατ' ἀρχάς δέν ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀνέκυψαν καί ἀνακύπτουν ἐνδορθόδοξα σοβαρά προβλήματα.
Ἔπειτα, γίνεται διάλογος ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας μας, χωρίς τά ἀποτελέσματα τῶν διαλόγων νά τίθενται στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας γιά ἔγκριση ἤ μή.
Ἐπί πλέον, παραγνωρίσθηκε ἡ ἀναγκαία ἐκκλησιολογική βάση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, καί ἀντίθετα τήν θέτει «ὑπό τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος», πού ἐξυπηρετεῖ οἰκουμενιστικούς σκοπούς.
Ἀκόμη τά κείμενα τά ὁποῖα ἔχουν ὑπογραφῆ εἶναι ἀπαράδεκτα ἀπό πλευρᾶς θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ὅταν ὑπογράφωνται ταυτοχρόνως ἀπό Ὀρθοδόξους καί Ρωμαιοκαθολικούς, ἐνῶ μεταξύ τῶν δύο ὑπάρχει διαφορετική ἐκκλησιολογία καί δέν δεσμεύεται ὁ Πάπας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεράνω τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τίς ἀποφάσεις τους τίς θεωρεῖ ὡς εἰσηγητικά κείμενα. Καθώς ἐπίσης ὑφίστανται σοβαρές αἱρέσεις, ὅπως τό filioque καί τό actus purus, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά παραθεωρηθοῦν.

Τέλος, ὁ διάλογος αὐτός εἶναι ἀτελέσφορος καί φυσικά ἐπικίνδυνος, γιατί στό τέλος θά γίνη ὅ,τι θέλει ὁ Πάπας μέ τήν δύναμη πού κατέχει, τήν θέση τήν ὁποία ἔχει, ὅτι εἶναι διάδοχος κατευθείαν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί ὄχι τοῦ προκατόχου του καί ὑπέρκειται ὅλων τῶν Ἐπισκόπων καί αὐτῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά καί τήν ἀδυναμία τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά ἐκφρασθοῦν κατά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Νομίζω ὅτι χωρίς γνώση τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κορυφαίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά γίνη κανένας θεολογικός διάλογος. Καί αὐτό συνιστᾶ τό ἔλλειμμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

π. Σεραφείμ μοναχός, Η Μασονία & ο διαθρησκ. συγκρητισμός (Α΄) [ΒΙΝΤΕΟ 2...


Σχόλιο διαχειριστοῦ: Ἐπειδή ἐκτιμοῦμε ὡς ἐνδιαφέροντα καί, κυρίως, τεκμηριωμένα τά ὅσα παρουσιάζονται ὑπό τοῦ γνωρίμου μας καί ἀγαπητοῦ λογίου μοναχοῦ π. Σεραφείμ (Ζήση) ἀναρτοῦμε τήν παροῦσα ὁμιλία του καί, σύν Θεῶ, θά ἀκολουθήσουν (ἀναρτηθοῦν) καί ἄλλες σχετικές ὁμιλίες τοῦ ἰδίου προσώπου. Τό ζήτημα τῆς Μασονίας ἀποδεικνύεται στίς ἡμέρες μας ἰδιαιτέρως σημαντικό γιά τίς ἐξελίξεις, ὄχι μόνο στόν λεγόμενο ἐκκλησιαστικό χῶρο (βλ. Οἰκουμενισμός), ἀλλά καί  στό χῶρο τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς, ἄν ὄχι πλήρως, ρυθμίζει τή ζωή τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων καί κοινωνιῶν. Δυστυχῶς, ἡ πάλαι ποτέ ὀρθόδοξη Πατρίδα μας κάθε ἄλλο παρά ἐξαιρεῖται αὐτῆς τῆς "τύχης".

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μέ κατάνυξη καί τάξη τελέσθηκε

Ὁ πρῶτος ἑορτασμός
τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου τοῦ Θαυματουργοῦ
στή νέα μικρή Ἐνορία τοῦ φερώνυμου Ναοῦ
στή Ξυλοκέριζα Κορινθίας




Ἀρκετοί πιστοί, παρά τό ἐργάσιμο τῆς ἡμέρας, προσῆλθαν στίς ἱερές Ἀκολουθίες καί συμμετεῖχαν στόν ἑορτασμό τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, τοῦ ἐν Αἰγίνη, τοῦ Θαυματουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα, σύμφωνα μέ τήν ἐκκλησιαστική τάξη καί παράδοση, στή νεοπαγή φερώνυμη Ἐνορία στή Ξυλοκέριζα Κορινθίας.
Τήν παραμονή τῆς Ἑορτῆς στό κατάλληλα εὐτρεπισμένο ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου τελέσθηκε ἀπό τόν ἐφημερεύοντα τῆς Ἐνορίας Αἰδ/το π. Νικόλαο (Κατσούλη), ἐξ Αἰγίου, μέ την εὐλογία τοῦ Τοποτηρητοῦ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως, ὁ Ἑσπερινός μετά Λιτῆς καί Ἀρτοκλασίας.
Ἰδιαίτερα κατανυκτικό ἦταν τό κλίμα ἐξαιτίας τῆς χρήσεως τῆς νέας Ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου (ἀνεκδότου ἀκόμη), τήν ὁποία εἶχε συντάξει ὁ μακαριστός ἀγωνιστής τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀείμνηστος λόγιος μοναχός Παῦλος ὁ Κύπριος (+1994), ἀλλά καί ἀπό τήν ἀποκλειστική χρήση τῶν κεριῶν ὡς πηγή φωτισμοῦ.
Τό πρω τῆς Ἑορτῆς τελέσθηκε ὁ Ὄρθρος καί ἡ Θεία Λειτουργία μέ τή συμμετοχή ἀρκετῶν πιστῶν ἀπό τήν Κορινθία, τήν Ἀργολίδα καί τήν Ἀθήνα. Στούς Αἴνους ἐκτέθηκε σέ προσκύνηση ἀπό τούς πιστούς ἀπότμημα τῶν ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου, ἐνῶ μετά τή μεγάλη Δοξολογία καί στό προαύλειο τοῦ Ναοῦ, λόγω στενότητος χώρου, ἔγινε ἡ τελετή τῆς Ἀρτοκλασίας. Κατά τό Κοινωνικό τόν θ.λόγο ἐκήρυξε ὁ θεολόγος τῆς Ἐνορίας, ἀναφερθείς μεταξύ ἄλλων καί στήν παρακαταθήκη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου ἀλλά καί τήν πρόρρησή του περί τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, τότε Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, ὅτι "αὐτός μίαν ἡμέρα θά σχίσει τήν Ἐκκλησία"! Πρό τῆς Ἀπολύσεως ἔγινε μικρή λιτάνευση τῆς ἱ. Εἰκόνος  τοῦ Ἁγίου καί μετά τήν ἐπιστροφή στό Ναό ὁλοκληρώθηκε ἡ ἱ. Ἀκολουθία μέ τή διανομή τοῦ ἀντιδώρου, ἐνῶ οἱ ψάλτες ἀπέδιδαν τόν Θεομητορικό ὕμνο "Ἁγνή Παρθένε", ποίημα τοῦ ἑορταζομένου Ἁγίου.
Συγκινητική ἦταν καί ἡ ἐπί τό αὐτό συνάντηση τῶν πιστῶν καί ἐκτός τοῦ Ναοῦ, ὅπου ὅλοι προσέφεραν ἐκ τῶν ἰδίων, ἐδέσματα καί κεράσματα, χάριν τῆς Ἑορτῆς καί τῶν ἀδελφῶν των. Ἔτσι ἀνεχώρησαν ὅλοι χαρούμενοι καί ἀναπαυμένοι ἀπό τήν ἀνανέωση τῶν πνευματικῶν δυνάμεων, τήν ὁποία παρέχει ἡ κοινή ὀρθόδοξη Θεία Λατρεία καί ἡ ἐπί τό αὐτό καί κυρίως ἐν Χριστῶ συνύπαρξη καί κοινωνία τῶν πιστῶν μεταξύ τους, ὡς ἀδελφῶν καί τέκνων τῆς Ἐκκλησίας.


  
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΝΟΥΣ, ΣΤΙΧΗΡΟ ΠΡΟΣΟΜΟΙΟ

Ἦχος πλ. δ΄, Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος.

" Πάτερ θεόφρον Νεκτάριε, τῆς σῆς πατρίδος τιμή, νῦν αὐτήν κινδυνεύουσαν, πολεμίων πάντοθεν, κυκλωσάντων σύ πρόφθασον˙ εὐχαῖς σου ταύτην, κύκλοθεν τείχισον˙ τῆς Ἐκκλησίας δέ πάντα σκάνδαλα, παύσασθαι πρέσβευε, τήν  Ὀρθοδοξίαν τε, ἐν πᾶσι γῆ, λάμψαι εἰς σωτήριον, τῆς ἀνθρωπότητος."

(Ἐκ τῆς ἀνεκδότου ἱερᾶς Ἀκολουθίας τοῦ Ἁγίου, ποιηθείσης ὑπό τοῦ

 ἱδρυτοῦ τοῦ Περιοδικοῦ μας ἀειμνήστου Παύλου μοναχοῦ, τοῦ Κυπρίου)


ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ























Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ
ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΞΥΛΟΚΕΡΙΖΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ


Τήν προσεχή Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017 ( 9η Νοεμβρίου, κατά τό ἐκκλησιαστικό ἡμερολόγιο) θά ἑορτασθεῖ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου τοῦ ἐν Αἰγίνῃ, τοῦ θαυματουργοῦ, στό φερώνυμο ἐκκλησάκι στή Ξυλοκέριζα Κορινθίας (οἰκισμός "Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ").
Τήν παραμονή (Τρίτη 21/11/2017, τό ἀπόγευμα) θά τελεσθεῖ πανηγυρικός Ἑσπερινός, μέ Λιτή καί Ἀρτοκλασία, περί ὥρα 5 μ. μ.
Τό πρω τῆς Ἑορτῆς (Τετάρτη 22/11/2017) καί περί ὥρα 7 π. μ. θά τελεσθεῖ ὁ Ὄρθρος καί ἐν συνεχείᾳ Θεία Λειτουργία, μετά Ἀρτοκλασίας καί Θείου Κηρύγματος. Θά ἀκολουθήσει λιτάνευση τῆς ἱερᾶς Εἰκόνος τοῦ Ἁγίου καί τμήματος τῶν ἱερῶν Λειψάνων Του. Κατόπιν, θά προσφερθεῖ στούς παρευρισκομένους τό καθιερωμένο κέρασμα, στό προαύλειο τοῦ Ναοῦ.
Καλοῦνται, ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς καί τιμῶντες τή μνήμη τοῦ θαυματουργοῦ Ἁγίου, νά προσέλθουν στήν Πανήγυρη γιά νά λάβουν τήν εὐλογία Του.


Ἐκ τῆς Ἐκκλ/κῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἱ. Ναοῦ  


Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Ἕνα θαρραλέο σχόλιο ἀνωνύμου σχολιαστοῦ
σέ τοποθέτηση τοῦ ἀντι-οἰκουμενιστοῦ νεοημερολογίτου κληρικοῦ π. Παϊσίου Παπαδοπούλου
 περί ἀνάγκης "παύσεως
τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ σχίσματος".


"ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΠΛΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ  ΠΛΟΥ"
 Γράφει ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Παίσιος Παπαδόπουλος, Ἡγούμενος  Ἱ. Μ. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ Φιλώτα:"....8ον Σκοπός μας στην αποτείχιση δεν είναι να φύγουμε από την Εκκλησία αλλά να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις να συγκληθεί μια όντως Ορθόδοξη Σύνοδος η οποία θα καταδικάσει την αίρεση,  θα παύσει το παλαιοημερολογητικό Σχίσμα, που θα διατρανώσει την Ορθόδοξη  Παράδοση και θα φέρει την ειρήνη και την ανακούφιση στις ορθόδοξες συνειδήσεις....."



Ἡ ἀναφορά τοῦ π. Παϊσίου σέ "παλαιοημερολογιτικό σχίσμα" εἶναι ἐσφαλμἐνη καί τόν ἀδικεῖ ὡς εἰλικρινῶς ἀνησυχοῦντα γιά τή σωτηρία του καί τήν ἀλήθεια ἐν γένει. Στήν εὐγενικότερη διατύπωσή του, τό ζήτημα πρέπει νά κατονομάζεται ὡς ἡμερολογιακό σχίσμα, ἐφ' ὅσον δέν ἔχουμε τήν γενναιότητα νά παραδεχθοῦμε τό ἀπολύτως ἀκριβές, δηλαδή ὅτι πρόκειται γιά νεοημερολογιτικό σχίσμα, ὑπό τήν ἁπλή καί λογική καί πραγματική ἔννοια ὅτι ἡ (κατά τό ἔτος 1924) ἐπιβολή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐδημιούργησε τό Σχίσμα, ὡς ποιητική αὐτοῦ αἰτία. Ἀλλοίμονον, ἐάν θεωροῦμε ὅτι ἠθικοί αὐτουργοί τοῦ σχίσματος εἶναι οἱ πιστοί οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νά μείνουν ἐν οἷς ἔμαθον καί ἐγεννήθησαν καί ἀνετράφησαν. Διαφορετικῶς, τί νόημα ἔχει νά τίθεται θέμα "παλαιοημερολογιτικοῦ σχίσματος" πρός "παῦσιν"; Εἶναι παράλογον καί ψευδεπίγραφον! Διότι, πῶς ἄραγε θά παύσει-θεραπευθεῖ τό παλαιοημερολογιτικόν, κατά τόν π. Πασιον, σχίσμα; Μήπως μετά τούς ἀπάνθρωπους καί ἀντιχριστιανικούς διωγμούς, τούς ὁποίους ὑπέστησαν, κατά τό παρελθόν, οἱ λεγόμενοι παλαιοημερολογίτες, ὑπό τῶν νεοημερολογιτῶν, τώρα πρός ἀπάλειψη τοῦ δῆθεν "παλαιοημερολογιτικοῦ σχίσματός" των θά τούς ἐξολοθρεύσουν ἤ ἐξορίσουν ἤ δολοφονήσουν ἤ μήπως θά τούς ἐξαφανίσουν, διά νά μή ὑφίσταται αὐτό; Ἄς εἴμαστε λίγο πιό προσεκτικοί! Ἤ, μήπως, πιστεύει κανείς ὅτι πρόκειται οἱ λεγόμενοι παλαιοημερολογίτες, οἱ διελθόντες διά πυρός καί ὕδατος διωγμῶν καί λοιδοριῶν καί κατηγοριῶν καί συκοφαντιῶν μέχρι σήμερον καί ἐμμένουν ἀταλάντευτα στήν προσήλωσή τους στήν ἑορτολογική Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (καί μάλιστα ἀκοινώνητοι πρός τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!), θά ἀλλάξουν φρόνημα καί θέσεις; Αὐτό, λογικῶς, ἀποκλείεται! Ἑπομένως, διά νά μή λέμε λόγια ἄνευ οὐσίας, ἄς συναισθανθοῦμε τίς εὐθύνες μας καί ἄς εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρωτίστως μέ τόν ἑαυτόν μας παραδεχόμενοι τήν λογική ἐκδοχή ὅτι ἀντιμετώπιση τοῦ λεγομένου ἡμερολογιακοῦ σχίσματος δέν μπορεῖ παρά νά σημαίνει ἕνα καί μόνο πράγμα: Ἀπάλειψη τοῦ αἰτίου τοῦ σχίσματος, τό ὁποῖο, διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου προκλήθηκε στό ὀρθόδοξο πλήρωμα, δηλαδή διόρθωση τοῦ λάθους, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ καί κατεγράφη ὡς παγκόσμιο σκάνδαλο! Ὅπερ ἐστί μεθερμηνευόμενον, ἐπιστροφή στήν ἑορτολογική Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδή ἐγκατάλειψη τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας. Τότε, λογικῶς, εἰλικρινῶς καί ἐκκλησιαστικῶς, θά ὑπάρξουν οἱ προϋποθέσεις, ἐφ' ὅσον προηγουμένως ἀποκηρυχθοῦν ὅλα τά ἔργα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, Π.Σ.Ε., βλάσφημη ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, ἀντορθόδοξες συμφωνίες καί Κείμενα Θεολογικῶν Διαλόγων, οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, κ.ο.κ.) γιά μία κατά Θεόν ἕνωση ἐν τῆ Ἀληθείᾳ καί κυρίως ἐν τῆ Μιᾶ, Ἁγίᾳ, Καθολικῆ καί Ἀποστολικῆ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ!

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Ἐκκλησιαστική συνέπεια

τοῦ Μητροπολίτου (Ν.Ε.) Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου (Βλάχου)





Στό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», πού τέθηκε στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης γιά συζήτηση καί ψήφιση, γινόταν λόγος γιά τίς ἄλλες ἐκτός ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες».

Κατά τήν συζήτηση προτάθηκε ἀπό τρεῖς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀντί νά γραφῆ «Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες» νά γραφῆ «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», «ἑτερόδοξες Κοινότητες», «Χριστιανικές Κοινότητες». Τελικά ἀποφασίσθηκε νά χρησιμοποιηθῆ ὁ ὅρος «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες», καί νά προσδιορισθοῦν ἔτσι «μέ τήν ἱστορική τους ὀνομασία».

Ἑπομένως, τό τελικό κείμενο κάνει λόγο γιά «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες». Προφανῶς ὡς «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» χαρακτηρίζονται οἱ λεγόμενες Ἀνατολικές «Ἐκκλησίες», δηλαδή οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἤ Μονοφυσίτες, καί οἱ Νεστοριανοί, τῶν ὁποίων οἱ θεολογικές ἀπόψεις καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους Δ', Ε' καί ΣΤ', καθώς ἐπίσης καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, τῶν ὁποίων οἱ ἀπόψεις γιά τό filioque καί γιά τό actus purus καταδικάσθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους Η' καί Θ', ἐνῶ ὡς «Ὁμολογίες» χαρακτηρίζονται οἱ Προτεσταντικές ὁμάδες καί οἱ Ἀγγλικανοί.

Ὁ ὅρος ἑτερόδοξος σαφῶς ἐννοεῖται ὡς διαφορετικός ἀπό τό ὀρθόδοξος καί συνεπῶς αἱρετικός. Οἱ ὅποιες προσπάθειες πού καταβάλλονται ἀπό νεώτερους θεολόγους νά ἀποσυνδεθοῦν οἱ ὅροι ἑτερόδοξος καί αἱρετικός, εἶναι προφανῶς ἀστήριχτες καί ἐντάσσονται μέσα στήν σύγχρονη νοοτροπία τῆς «δημιουργικῆς ἀσάφειας». Ὅμως μέ «δημιουργικές ἀσάφειες» δέν μπορεῖ νά ἐκφράζεται ἡ ὀρθόδοξη θεολογία.

Πάντως, ἡ τελική ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης γιά «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» χειροκροτήθηκε ἀπό τούς παρόντες Προκαθημένους, Ἐπισκόπους, μοναχούς καί λαϊκούς.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀπόφαση αὐτή εἶναι δεσμευτική καί αὐτό ἀναφέρεται κυρίως γιά αὐτούς πού ὑπέγραψαν τό κείμενο αὐτό. Εἶναι εὐνόητον ὅτι ἀπό τότε καί στήν συνέχεια, μέχρι νά γίνη κάποια ἄλλη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, θά πρέπει νά ὁμιλοῦν γιά ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες. Γιά παράδειγμα, νά λένε «ἡ ἑτερόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρώμης» καί ὄχι «ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία», καί «οἱ Χριστιανικές Ὁμολογίες», γιά τούς Προτεστάντες, καί ὄχι «οἱ Χριστιανικές Ἐκκλησίες».

Ἡ συνέπεια εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νά χαρακτηρίζη τίς πράξεις μας καί τούς λόγους μας. Δέν εἶναι δυνατόν ἄλλα νά ὑπογράφουμε καί ἄλλα νά ὁμολογοῦμε.

Τό γράφω αὐτό, γιατί οἱ ἴδιοι πού ὑπέγραψαν τό κείμενο στήν Κρήτη ὡς «ἱστορική ὀνομασία τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν», ἀμέσως μετά τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐξακολουθοῦν νά ὁμιλοῦν γιά Ἐκκλησίες. Καί δέν μποροῦν νά ἰσχυρίζωνται ὅτι δέν μποροῦμε νά ἑτεροπροσδιορίζουμε τούς ἄλλους, γιατί αὐτοί οἱ ἴδιοι στό συγκεκριμένο κείμενο τούς ἑτεροπροσδιόρισαν!

Ἑπομένως, στίς ἡμέρες μας ὡς Ἐπίσκοποι πρέπει νά ὁμολογοῦμε αὐτό πού ὑποσχεθήκαμε πρίν τήν χειροτονία μας σέ Ἐπίσκοπο, ἤτοι ἀποδεχόμαστε τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού χαρακτηρίζουν τούς ἑτεροδόδους ὡς αἱρετικούς, ἤ τοὐλάχιστον νά εἴμαστε συνεπεῖς σέ αὐτά πού ὑπογράφουμε, δηλαδή νά τίς χαρακτηρίζουμε «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες». Ὅλα τά ἄλλα εἶναι δικαιολογίες, σκοπιμότητες καί θεολογικός βερμπαλισμός.

Περιοδικό "Παρέμβαση"


ΣΧΟΛΙΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: Φιλότιμη ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Ἱεροθέου (Μητρ/του τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) νά καταδείξει, ἐπικαλούμενος τά αὐτονόητα, τήν ἐκκλησιαστική ἀ-συνέπεια τῶν ἀδελφῶν καί συνεπισκόπων του, ὅσον ἀφορᾶ στά κείμενα τῆς λεγομένης ἁγίας καί μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (κατά τό γράμμα κάποιων μεμονωμένων διατυπώσεων), τά ὁποῖα ὑπέγραψαν (καί) ἐν σχέσει πρός ὅσα οἱ ἴδιοι συνεχίζουν νά ὑποστηρίζουν καί ὁμολογοῦν καθημερινῶς περί τῶν αἱρετικῶν, π.χ. τῶν λεγομένων ρωμαιοκαθολικῶν, ὡς δῆθεν Ἐκκλησίας. Μήπως, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ "καταδείξεις" εἰς οὐδέν ὠφελοῦν, ὅταν εἶναι πασιφανές ὅτι οἱ οἰκουμενίζοντες δέν "θίγονται" τοιουτοτρόπως, διότι,  οὕτως ἤ ἀλλέως, τό μεῖζον ἐν προκειμένῳ εἶναι τό ζητούμενον δι' αὐτούς ἀποτέλεσμα.  Δηλαδή, τό ἐάν ὁ σκοπός των προωθεῖται καί ἐάν ὁ στόχος των, ὅσον ἀφορᾶ στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἐπετεύχθη. Καί, δυστυχῶς, αὐτά συνέβησαν ἀναμφιβόλως, καθότι ἰδιαιτέρως τό διαβόητο Κείμενο "Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον", παρά τίς ὅποιες, ἐλάχιστες πάντως, ὀρθοδοξοφανεῖς τοποθετήσεις του, καταφάσκει πλήρως στόν παναιρετικό Οἰκουμενισμό ("Οἰκουμενική Κίνηση") καί στό ἐπίσημο ὄργανό του, τό παναιρετικό "Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν", ἡ συμμετοχή τῶν λεγομένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό ὁποῖο καί θεωρητικῶς καί πρακτικῶς, τώρα πλέον "Συνοδικῶς καί Πανορθοδόξως" (διά τῶν ἀποφάσεων τῆς "Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης"), τίς καθιστᾶ ἐν τοῖς πράγμασιν, ὄχι ἁπλῶς ἐκκλησιαστικῶς ἀ-συνεπεῖς, ἀλλά ἀντορθοδόξους καί, οὐσιαστικῶς, κάτι χειρότερον: ἐκκλησιομάχους! Ἑπομένως, τά περί ἀ-συνεπείας, ἤ, μᾶλλον, ἡ ἔγκληση περί μή ἐκκλησιαστικῆς συνεπείας τῶν συνειδητῶς οἰκουμενιζόντων καί ταῦτα μάλιστα ἐν τῶ παρόντι καιρῶ λεγόμενα καί ὑποστηριζόμενα, πολύ ἀπέχουν ἀπό τόν ὀφειλόμενο μετά παρρησίας ἔλεγχο τῶν μειοδοτῶν τῆς Πίστεως καί τήν ἐπίσης ὀφειλομένη πεπαρρησιασμένη ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας! Ἅπερ ἔδει δεῖξαι, ἀγαπητοί κύριοι τοῦ λεγομένου ἀντι-οἰκουμενιστικοῦ μετώπου, καί μάλιστα οὐχί μόνον ἐν λόγοις, ἀλλά καί, κυρίως, ἐν ἔργοις, διότι, ὡς γνωστόν, "οὐκ ἐν γράμμασιν, ἀλλ' ἐν πράγμασιν ἡμῖν ἡ εὐσέβεια", σύμφωνα μέ τή διδασκαλία καί τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων μας Πατέρων. 

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Μικρό ἱστορικό μαζί μέ πρόσφατο φωτογραφικό ὁδοιπορικό 


Στό ἡσυχαστήριο
Παναγίας Πορταϊτίσσης-Ἁγίου Νεκταρίου
στό Χαλκί Κορινθίας
























Στούς πρόποδες τοῦ ὄρους Φωκᾶ (πλησίον τῆς κορυφῆς τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀσκητήριο καί σπηλαιώδης Ναός ἐπ' ὀνόματι τῆς "Ζωοδόχου Πηγῆς") στή βορειοδυτική Κορινθία, βρίσκεται τό μικρό ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Τό ἀνήγειρε τό 1971 ὁ μοναχός Θεοδόσιος (Καρανάσιος), τοῦ ὁποίου ἡ κατά κόσμον πρώην σύζυγος καί ἡ θυγατέρα του ἐμόνασαν (καί ἐκοιμήθησαν) στήν Ἱερά Μονή Παναγίας, Κερατέας Ἀττικῆς. Ἀπό 30ετίας περιῆλθε, δι' ἀγορᾶς, στήν ἰδιοκτησία τοῦ διαχειριστοῦ τοῦ παρόντος ἱστολογίου. Περιλαμβάνει ἕνα διώροφο κτίσμα, ὅπου ὑπάρχουν ἕνας μικρός ναός, ἐπ' ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως τοῦ ἐν Αἰγίνῃ τοῦ Θαυματουργοῦ, δύο κελλάκια, μία Τράπεζα, μία Κουζίνα καί οἱ ἀναγκαῖοι ἀποθηκευτικοί κλπ, χῶροι. Τό κτίσμα βρίσκεται ἐντός κτήματος τριῶν στρεμμάτων μέ ἐλαιόδενδρα. Τό ἐκκλησάκι πανηγυρίζει δύο φορές ἐτησίως: Μία, στή μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (9 Νοεμβρίου) καί δεύτερη, τήν Τρίτη  τοῦ Πάσχα (Τρίτη τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος) πρός τιμήν τῆς Παναγίας Πορταϊτίσσης, ἡ ὁποία τιμᾶται κατ' αὐτήν τήν ἡμέρα στό Ἅγιον Ὄρος. Στό μικρό Ναό τοῦ ἡσυχαστηρίου φυλάσσεται μικρό ἀπότμημα ἐκ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (προσφορά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου), ὑπάρχει δέ φορητή Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, διαστάσεων 50Χ60 ἐκατοστῶν, ἁγιογραφηθεῖσα ἔν ἔτει 1988, ὑπό τοῦ κατά σάρκα ἀνεψιοῦ καί ἀναδεκτοῦ (εἶχε βαπτισθεῖ ὑπό) τοῦ Ἁγίου, Ἀναστασίου Κεφαλᾶ, ὁ ὁποῖος ἔχει πλέον ἀποβιώσει. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πρῶτος κτήτωρ τοῦ ἡσυχαστηρίου εἶχε παρασυρθεῖ στήν πλάνη τῆς γνωστῆς ἁγιομάχου μοναχῆς Μαγδαληνῆς ἐκ Κοζάνης, ἡ ὁποία δέν παρεδέχετο τήν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἦταν ἡ φοβερή ἐνέργειά του νά ἀλλοιώσει τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία βρισκόταν στό τέμπλο τοῦ ναοῦ τοῦ ἡσυχαστηρίου. Μάλιστα, ἐπιζωγράφισε ἐπί τοῦ προσώπου του τή μορφή ἑνός ἄλλου ἁγίου, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (4ος αἰώνας), ὅπως μπορεῖ κανείς νά τό διαπιστώσει στήν εἰκόνα αὐτή. Ὁ τολμήσας, ὅμως, βρῆκε μετά ἀπό αὐτό τό ἀνοσιούργημα, τραγικό θάνατο. Τόν κτύπησε θανασίμως αὐτοκίνητο καί μάλιστα τοῦ συνέτριψε τήν κεφαλή! Ἴσως, ἐπειδή, εἶναι ἀναπόδραστος ἡ ἰσχύς τοῦ ὅτι εἶναι "φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος", τοῦ λέγοντος "μή ἅπτεσθε τῶν χρηστῶν μου καί ἐν τοῖς προφήταις μου μή πονηρεύεσθε"! Εἶναι δέ συγκλονιστικό ὅτι, πρό τοῦ δυστυχήματος, ὁ ἁγιομαχήσας μοναχός δέχθηκε εἰδοποίηση πρός μετάνοια, μέσω ἐμφανίσεως τοῦ Ἁγίου σέ πιστό, ἐν ὁράματι, πλήν ὅμως ἀσυνέτως τήν περιφρόνησε. (Σχετικά δημοσιεύματα περί τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ σημείου ἔχουν φιλοξενηθεῖ παλαιότερον σέ θρησκευτικά Περιοδικά.) Στήν πνευματική ἰδιοκτησία τοῦ ἡσυχαστηρίου ἀνήκει μία ἐξαιρετική πλήρης Ἱερά Ἀκολουθία πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου τοῦ ἐν Αἰγίνει, τοῦ θαυματουργοῦ, συγγραφεῖσα, κατά παραγγελίαν τοῦ ἰδιοκτήτου του, ὑπό τοῦ λογίου ἀσκητοῦ μοναχοῦ καί συγγραφέως ἀειμνήστου πατρός Παύλου τοῦ Κυπρίου (+1994), ἡ ὁποία μέχρι σήμερον παραμένει ἀνέκδοτη. Στήν εὐρύτερη περιοχή, γύρω ἀπό τό κτῆμα τοῦ ἡσυχαστηρίου, ὑπάρχουν ἐλαιῶνες καί ἀμπελῶνες, ἀπό τούς ὁποίους παράγεται ἡ φημισμένη Κορινθιακή σταφίδα. Δυτικά τοῦ ἡσυχαστηρίου διακρίνεται στό βάθος τό ὄρος Κυλλήνη ἤ Ζήρεια (συνήθως χιονισμένο, κατά τούς χειμερινούς μῆνες), ἐνῶ βορειοανατολικά διακρίνεται ὁ Κορινθιακός Κόλπος καί τά Γεράνεια ὄρη. Στό ἡσυχαστήριο φθάνει κανείς ἀπό τήν Ἀθήνα ἀκολουθώντας τήν διαδρομή πρός Κόρινθο καί συνεχίζοντας πρός Πάτρα μέχρι τήν ἔξοδο γιά τό Ζευγολατειό, ὅπου καί στρίβει πρός Ἀρχαία Νεμέα. Στό δρόμο συναντᾶ τό χωριό Χαλκί, ἀπό τήν πλατεία τοῦ ὁποίου ἀνηφορίζει πρός τόν Φωκᾶ καί συναντᾶ δεξιά του τό ἡσυχαστήριο. Ἐξάλλου, ἀπό τήν παλαιά ἐθνική ὁδό Κορίνθου-Πατρῶν καί ὅταν φθάσει κανείς στό Βραχάτι Κορινθίας στρίβει ἀριστερά καί ἀκολουθεῖ τήν ἴδια διαδρομή, ὅπως ἀνωτέρω, πρός Ἀρχαία Νεμέα.

Γραφικό γεφυράκι στό ποτάμι πού τρέχει παράλληλα στό δρόμο 


Ἀριστερά διακρίνεται τό χωριό Χαλκί καί δεξιά τό μοναστηράκι τοῦ Ἁγ. Γεωργίου


Τό κτίσμα τοῦ ἡσυχαστηρίου



Ἡ Βόρεια πλευρά τοῦ κτίσματος





Στό βάθος ψηλά τό βουνό Φωκᾶς






Παρά τό νεφελῶδες καί βροχερό τοῦ καιροῦ διακρίνεται στό βάθος ὁ Κορινθιακός Κόλπος

Ὁ Φωκᾶς νεφελοσκεπής καί γι' αὐτό μεγαλοπρεπής καί ἐπιβλητικός




Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017


Φωτογραφικό ὁδοιπορικό

Στό νδρικό Μοναστήρι
τς ναλήψεως το Κυρίου
στά Δύο Βουνά Φθιώτιδος

Μέ ἀφορμή τή συμμετοχή μας στά ὀνομαστήρια τοῦ σεβαστοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γέροντος Ἀρτεμίου

Ἡ "Δέηση" στό ὑπέρθυρο τῆς κεντρικῆς Πύλης εἰσόδου στή Μονή (ἁγιογραφημένη ὑπό τῶν Πατέρων).

Μέρος τῆς Ἀδελφότητος τῆς Μονῆς μαζί μέ ἐπισκέπτες Κληρικούς. Στό κέντρο ὁ πολιός Καθηγούμενος Γέρων Ἀρτέμιος.

Τό ὄμορφο ἐκκλησάκι στόν Ξενώνα τῆς Μονῆς, ἐπ' ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἡ ἐπιβλητική κεντρική Πύλη τῆς Μονῆς.




Εἴσοδος στόν ἐσωτερικό χῶρο τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος. Ἡ Μονή εἶναι ἄβατος γιά τίς γυναῖκες.

Ἡ εἴσοδος τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.


Πτέρυγα κελλιῶν τῶν μοναχῶν μέ ἐσωτερικό διάδρομο.

Τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου (ἐξωτερική, νοτιοδυτική ἄποψη).

Ἡ πτέρυγα ὅπου στεγάζεται ἡ Τράπεζα τῶν Πατέρων καί ὕπερθεν αὐτῆς ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς μέ τό ἀναγνωστήριο.






Τό περικαλλές Καθολικό τῆς Μονῆς, ἐπ' ὀνόματι τῆς Θείας Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου.


Ἡ κόγχη τοῦ α΄ χοροῦ τῶν ψαλτῶν ἐξωτερικά (Ἁγιορειτικής ἀρχιτεκτονικῆς).

Ὁ περίτεχνα ἐπενδεδυμένος μέ πέτρα καί ἄλλα διακοσμητικά ὑλικά τροῦλος τοῦ Καθολικοῦ.  Ἔργο τῶν Πατέρων.

Διακρίνεται τό Κωδωνοστάσιο, ἄνωθεν τῶν προπυλαίων τοῦ Καθολικοῦ.



Ἐσωτερικός διάδρομος.

Μέρος τῆς πλούσιας Βιβλιοθήκης τῆς Μονῆς.