Translate

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Ἐλπιδοφόρα γεγονότα καί μηνύματα

Ἐνδιαφέρουσες ὀρθόδοξες ἀναλύσεις
καί τοποθετήσεις
μέ ἀφορμή τήν "Σύνοδο τῆς Κρήτης"
καί ἐξαγγελίες
σημαντικῶν πρωτοβουλιῶν
ἔναντι τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Βλάσφημη ἀπεικόνιση, σέ τοιχογραφία, τῆς οἰκουμενιστικῆς συνόδου τῆς Κρήτης
(Ναός Σερβικοῦ Πατριαρχείου, Σερβία).


Μετά χαρᾶς καί χρηστῶν ἐλπίδων δημοσιεύουμε κατωτέρω τήν βαρυσήμαντη Ποιμαντορική Ἐγκύκλιο (ἀρ. Πρωτ. 3512/28.11.2017 ἐκ. ἡμ.) τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ("παλαιοημερολογιτῶν") τῆς Ἑλλάδος ὡς "λόγο στηριγμοῦ καί οἰκοδομῆς στήν Ὀρθοδοξία μετά τήν κακόδοξο "Σύνοδο" τῆς Κρήτης τοῦ ἔτους 2016" καί ἐπαινοῦμε τήν καθαρότητα τῶν θέσεων καί τῶν κριτηρίων τῆς ἐν λόγῳ ὄντως σημαντικῆς καί μετά παρρησίας ἐπισήμου τοποθετήσεως ἐπί τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος τῆς "συνοδικῆς" καί "πανορθοδόξου" ἀμνηστεύσεως καί διακηρύξεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διά τῆς φερομένης ὡς "Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου" τῶν λεγομένων ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, τῆς συγκληθείσης κατά Ἰούνιον τοῦ 2016 στό Κολυμπάρι, Χανίων τῆς Κρήτης.
Θεωροῦμε δέ ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα τήν δημοσιευθεῖσα ἐπίσημη ἐξαγγελία ("Ἐνημερωτική Ἀνακοίνωση" ὑπ. ἀρ. πρωτ. 3516/28.11.2017 ἐκ. ἡμ.) τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου περί προσεχοῦς πραγματοποιήσεως (περί τοῦ ἰδίου θέματος) σχετικῆς Πανιερατικῆς Συνάξεως, ἀλλά, τό κυριώτερον, τά περί συγκλήσεως Μείζονος (διορθοδόξου) Συνόδου τῶν δύο ἐχουσῶν κανονική συγκρότηση καί Συνοδική δομήν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος καί Κύπρου (Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Πατρώων Παραδόσεων Κύπρου καί αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος) πρός σχετική συζήτηση καί ἀποφάσεις ἐπί τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ θέματος καί τῶν ἐν γένει ἐξελίξεων στό χῶρο τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλά καί τῶν συνεπειῶν των.
Ταῦτα δέ λαμβάνουν ἰδιαιτέρα σημασία μετά τίς τελευταῖες ἐξελίξεις στόν λεγόμενο ἐκκλησιαστικό χῶρο. Εἰδικότερον δέ μετά τίς πρόσφατες δηλώσεις τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου (30.11.2017) περί ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ "θεολογικοῦ διαλόγου" μετά τῶν παπικῶν, τῆς διαπιστουμένης πλήρους θεολογικῆς ἀδυναμίας τοῦ Φαναρίου νά ἀνταποκριθεῖ σέ κάτι τέτοιο, δεδομένης δέ καί τῆς στηρίξεώς/ἐξαρτήσεώς του (καί οἰκονομικῆς) ὑπό "ρωμαιοκαθολικῶν" καί προτεσταντῶν, ὡς καί τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο εὐθέως πλέον ἀντιπολιτεύεται μέ ἀξιώσεις τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί τίς πρωτοβουλίες του, μέ πρώτη τήν σύγκληση τῆς "Συνόδου" τῆς Κρήτης ἀπό τήν ὁποία ἐκεῖνο ἀπεῖχε, ἀλλά καί τήν ἄνευ ἐνστάσεων συμπαράσταση στούς Ρώσους πολλῶν πατριαρχείων καί τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως τοῦτο διαπιστώθηκε κατά τούς πρόσφατους ἑορτασμούς τῆς Μόσχας γιά τό Πατριαρχεῖο τους καί τόν Πατριάρχη Τύχωνα (+).


ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ  ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

Τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος

Λόγος στηριγμοῦ καί οἰκοδομῆς στήν Ὀρθοδοξία μετά τήν κακόδοξο «Σύνοδο» τῆς Κρήτης τοῦ ἔτους 2016

Πρός τά ἀπανταχοῦ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί κάθε ἐνδιαφερόμενο.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά καί ἀγαπητά, χαίρετε ἐν Κυρίῳ.
Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ὑμῶν.

Α΄. Μία πρώτη καί σύντομη ἀποτίμηση τῆς οἰκουμενιστικῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.

Παρῆλθε ἕνα καί ἥμισυ ἔτος ἀπό τῆς συγκλήσεως καί πραγματοποιήσεως τῆς, ἀπό τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος προετοιμαζομένης καί ὡς «Ἁγίας καί Μεγάλης» φερομένης «Συνόδου» τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στό Κολυμπάρι τῶν Χανίων τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ παρελθόντος ἔτους 2016. Περί αὐτῆς τῆς Συνόδου πολλά ἐλέχθησαν, λέγονται καί μέλλουν νά λεχθοῦν. Καί εἶναι φυσικό νά γίνεται περί αὐτῆς πολύς λόγος, διότι ἡ πολυχρόνια προετοιμασία της καί οἱ μεγάλες καί ποικίλες προσδοκίες πού αὐτή εἶχε δημιουργήσει σέ πολλούς, ἀνεξαρτήτως τῆς θετικῆς ἤ ἀρνητικῆς στάσεώς τους ἀπέναντί της, τήν θέτουν ἀναμφιβόλως στό ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῶν ἐξελίξεων στό χῶρο τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.
Ἀρκετός λόγος περί αὐτῆς καί περί συναφῶν πρός αὐτήν θεμάτων, εἶχε γίνει λίγο πρό τῆς συγκλήσεώς της καί στό ὑπ’ ἀριθμ. 3478/24-5-2016 Διάγγελμα τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ὅπου, μεταξύ ἄλλων, διετυπώθησαν καί κάποιες κρίσεις, προβλέψεις καί ἐκτιμήσεις σχετικῶς μέ τούς σκοπούς, τήν προετοιμασία, τό ἔργο καί τά ἀποτελέσματά της.
Δυστυχῶς οἱ κρίσεις, οἱ προβλέψεις καί οἱ ἐκτιμήσεις αὐτές, ἐπαληθεύθησαν πλήρως ἀπό τήν ἐν λόγῳ «Σύνοδο» τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ὅσα συνέβησαν πρό καί μετά τή «Σύνοδο» αὐτή, ἐντός καί ἐκτός αὐτῆς καί τά ὁποῖα ἀφοροῦν στή λειτουργία, στίς συζητήσεις, στά ἐγκριθέντα κείμενα – ἀποφάσεις της, στήν Ἐγκύκλιο καί στό Μήνυμά της, καθὼς ἐπίσης καί στίς γενόμενες, παντοειδεῖς καί πολύπλευρες ἀναλύσεις τῶν πεπραγμένων της, ἀλλά καί στίς ἀντιδράσεις πού προέκυψαν στό χῶρο τῶν νεοημερολογιτῶν καί τῶν κοινωνούντων αὐτοῖς, ὅλα ἐπαληθεύουν πλήρως ὄχι μόνο τά ἀναφερθέντα καί προβλεφθέντα περί αὐτῆς στό προαναφερθέν Διάγγελμα τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἀλλά, ἐπιπλέον, δικαιώνουν σαφέστατα ὅλον τόν Ἱερόν Ἀγῶνα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Ἀγώνας αὐτός ἄρχισε ὡς ἔπρεπε εὐθύς ἀμέσως μετά τήν πραξικοπηματική εἰσαγωγή τῆς καταδικασμένης πανορθοδόξως καινοτομίας τοῦ νέου παπικοῦ ἡμερολογίου τό ἔτος 1924. Ἡ ἀλλαγή αὐτή, ὅπως ἱστορικῶς καί διαχρονικῶς ἀποδεικνύεται, ἦταν τό πρῶτο, πλήν ὅμως καίριο καί ἀπαραίτητο, βῆμα γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος, τό ὁποῖο εἰσήγαγε ἐπισήμως ἡ διαβόητος ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμ. Πατριαρχείου τό ἔτος 1920.
Αὐτό ἀκριβῶς τό πρόγραμμα, μετά τή σταδιακή καί μεθοδευμένη ἐφαρμογή του σέ πρακτικό κυρίως ἐπίπεδο, βρίσκει πλέον καί τήν δῆθεν «Πανορθόδοξη» συνοδική «νομιμοποίηση» καί «κατοχύρωσή» του, διά τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης.
Ἡ «Σύνοδος» αὐτή ἀποδεικνύεται καταφανῶς καί πολυπλεύρως ἀντορθόδοξη, αἱρετική καί ληστρική διότι:
1)      Συνεκλήθη ὑπό αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν.
2)      Δέν ἀκολούθησε - ἐπικύρωσε τίς προγενέστερες Οἰκουμενικές καί Πανορθοδόξους Συνόδους.
3)      Κατέλυσε ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Πανορθοδόξων Συνόδων.
4)      Κατέλυσε τήν Ὀρθοδόξη συνοδικότητα διά τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς δυνατότητος συμμετοχῆς ὅλων τῶν «Ἐπισκόπων», διά τῆς ἀναβαθμίσεως τῶν προκαθημένων σέ «ὑπερεπισκόπους» καί διά τῆς πραγματοποιήσεώς της ἄνευ τῆς συμμετοχῆς καί παρουσίας ἐκπροσώπων ὅλων τῶν τοπικῶν «Ἐκκλησιῶν».
5)      Ἀκολούθησε καινοφανεῖς μεθόδους στή θεματολογία καί στή λειτουργία της.
6)      «Ἐπικύρωσε» καί «νομιμοποίησε» θεσμικῶς καί συνοδικῶς τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
7)      Ἀνεγνώρισε ὡς «Ἐκκλησίες» τίς αἱρέσεις.
8)      Ἀνεγνώρισε καί ἐπαίνεσε τό ἔργο τοῦ παναιρετικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν».
9)      Συσχηματίσθηκε «τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Πρβλ. Ρωμ. ιβ΄, 2) τόσο ὡς πρός τόν τρόπο λειτουργίας της, ὅσο καί ὡς πρός τίς ἐπιδιώξεις, τά πρόσωπα, τά μέσα, ἀλλά καί τόν ἐκκοσμικευμένο τρόπο προβολῆς τῶν πεπραγμένων της διά τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημερώσεως.
10)    Ἀποτελεῖ σαφῶς τό θεμέλιο γιά τήν περαιτέρω προώθηση τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων καί πρακτικῶν ὡς «κατοχυρωμένων» συνοδικῶς, ἀλλά καί τήν ἀπαρχή καί ἄλλων παρομοίων μέ αὐτήν «Συνόδων» (χωρίς νά ἀποκλείεται πλέον καί ἡ συνδιοργάνωσή τους μέ αἱρετικούς), μέ σκοπό τήν πλήρη «ἑνότητα» τῶν παντοειδῶν Οἰκουμενιστῶν στήν παγκόσμια ψευδοεκκλησία τους.

Β΄. Ὁ Οἰκουμενισμός ἀναδεικνύεται πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὅσο περνᾶ ὁ καιρός οἱ ἴδιες οἱ ἐξελίξεις στόν οἰκουμενιστικό χῶρο φανερώνουν ὅλο καί πιό καθαρά τόν χαρακτήρα καί τό βάθος, τήν πονηρία καί τούς σκοπούς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἂν οἱ ἄλλες αἱρέσεις πού ἀνεφάνησαν στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν τρομερές καί κατατάραξαν τό λαό τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας πολλούς στήν ἀπώλεια, ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀκόμη πιό τρομερή. Ἡ πονηρία της εἶναι σαφῶς μεγαλύτερη ἀπό ἐκείνη τῶν ἄλλων αἱρέσεων, μέ ἀποτέλεσμα τή δημιουργία ἀναλόγου πρός αὐτή συγχύσεως καί πλάνης «εἰ δυνατόν καί στούς ἐκλεκτούς» (Πρβλ. Ματθ. κδ΄, 24).
Ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις ἔβαλλαν εὐθέως κατά τῆς δογματικῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλοιώνοντας ἐμφανῶς τήν ἱερά παράδοση καί τό ἐν γένει βίωμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὁ Οἰκουμενισμός ὅμως, δέν ἐπιχειρεῖ νά προσβάλλει καί ἀλλοιώσει μέ τρόπο ἐμφανῆ καί εὐκολοδιάκριτο αὐτά τά κυρίαρχα χαρακτηριστικά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁ Διάβολος προσπαθεῖ νά ἀκυρώσει οὐσιαστικῶς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ὕπουλης, συγκεκαλυμμένης καί σταδιακῆς ἀναμείξεως τῆς ἀληθείας μέ τό ψεῦδος. Ἀποδομεῖ τή μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν παρουσίαση τῶν ποικίλων αἱρέσεων ὡς δῆθεν πραγματικῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. Σχετικοποιεῖ τά σωτήρια δόγματα ἐξισώνοντάς τα μέ τίς αἱρετικές δοξασίες καί παρουσιάζοντας ἀμφότερα ὡς δῆθεν ποικίλες ἐκδοχές καί ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος καί ὡς διαφορετικές ὁδούς πρός τόν ἴδιο προορισμό. Δηλητηριάζει καί ἐν τέλει θανατώνει πνευματικῶς ὅσους ἑκ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πλανήσει καί σύρει στήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ, τή συμπροσευχή καί τελικῶς τήν πλήρη ἕνωση μέ τούς παντοειδεῖς αἱρετικούς. Ἀπώτερος σκοπός του εἶναι ἡ τελική συγχώνευση ὅλων τῶν θρησκειῶν σέ μία πολυπεριεκτική καί ἀδογμάτιστη πανθρησκεία τῆς «Νέας Ἐποχῆς».
Πραγματικά, ἡ δογματική περιεκτικότητα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἡ πονηρότατη «ἀνοχή» του στή διαφορετικότητα, σέ θέματα πού ἀφοροῦν, τόσο στήν πίστη, ὅσο καί στή λειτουργική πράξη, εἶναι σαφῶς τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τά ὁποῖα τόν ἀναδεικνύουν ὡς τόν ὑπουλότερο ἐχθρό τῆς ἀληθείας καί πραγματικό πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου.
Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι, ὅπως ὁ Ἀντιχριστος θά ἀντιποιεῖται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, παρουσιαζόμενος ὡς «θεάνθρωπος» καί ἀπαιτώντας τή λατρεία τῶν ἀνθρώπων, ὅμοια καί ὁ Οἰκουμενισμός ἀντιποιεῖται τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπαιτώντας τήν ὑποταγή καί τήν προσχώρηση ὅλων σέ αὐτόν.

Γ. Ἡ συνέχιση τῆς ἀντιφατικῆς καί ἀναποτελεσματικῆς στάσεως τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν».

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὅπως δείχνουν τά σημεῖα τῶν καιρῶν, ἔχουμε ἤδη φθάσει στήν ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ δημόσια ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας καί ἡ ὁμολογία ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία καί μοναδική, δηλαδή ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἐνῶ οἱ ἄλλες θεωρούμενες ὡς «Ἐκκλησίες» δέν εἶναι παρά αἱρετικές καί σχισματικές ὁμάδες οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στό χῶρο τῆς πλάνης καί τῆς ἀπωλείας, θά θεωρεῖται ὡς ἔκφραση καί κήρυγμα «μίσους», θρησκευτικοῦ «φανατισμοῦ» καί «ρατσισμοῦ». Μετά δέ τήν πραγματοποίηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης καί τήν προβολή της ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς τήν δῆθεν «αὐθεντική» ἔκφραση τῆς «ὀρθοδόξου» αὐτοσυνειδησίας στό σύγχρονο κόσμο, κάθε ἀντίδραση καί ἐναντίωση στά ἀποφασισθέντα καί προγραμματισθέντα ὑπ’ αὐτῆς θά θεωρεῖται ὡς ἀνταρσία καί ἀντισυνοδική – ἀντιεκκλησιαστική ἐνέργεια. Ἤδη ἔχουν ἀρχίσει καί οἱ μεθοδεύσεις ὑπό τῶν ὑψηλοβάθμων παραγόντων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιά τήν πάταξη κάθε ἐναντιώσεως καί τήν παραδειγματική τιμωρία παντός ἀντιδρῶντος στά σχέδιά τους.
Ἡ ἐξέλιξη αὐτή φανερώνει ὄχι μόνο τί μέλλει γενέσθαι, ἀλλ’ ἐπίσης ἀποκαλύπτει τό μέγεθος τῆς πλάνης καί τῆς ἀδυναμίας τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν», τόσο τοῦ νεοημερολογιτικοῦ χώρου, ὅσο καί κάποιων παλαιοημερολογιτικῶν παρατάξεων, νά ἐκτιμήσουν καί ἀξιολογήσουν ὀρθά τά γεγονότα καί νά λάβουν τήν πρέπουσα θέση ἀπέναντί τους. Οἱ μέν νεοημερολογίτες «ἀντιοικουμενιστές» ἤ ἑξακολουθοῦν νά «ἀντιδροῦν» στόν Οἰκουμενισμό θεωρητικῶς καί διά λόγων μόνο, ἐνῶ ἐν τῇ πράξει ἐπικοινωνοῦν πλήρως μέ τούς Οἰκουμενιστές, ἤ «ἀποτειχίζονται» ἐλάχιστοι ἐξ αὐτῶν ἤ διακόπτουν τό μνημόσυνο τῶν «ἐπισκόπων» πού ἀποδέχονται τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἐναποθέτωντας ὅλες τίς ἐλπίδες τους σέ μία οὐτοπική μελλοντική «Πανορθόδοξη» Σύνοδο ἡ ὁποία, ὅπως φαντάζονται, μέλλει νά καταδικάσει τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί νά ἀνατρέψει τίς ἀποφάσεις καί τά προγράμματά της. Οἱ δέ παλαιοημερολογίτες «ἀντιοικουμενιστές» τινῶν παρατάξεων τῶν «διαδόχων» τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου (†1955), παρότι οἱ ραγδαῖες οἰκουμενιστικές ἐξελίξεις ἀποκαλύπτουν πλήρως τό οἰκουμενιστικό ὑπόβαθρο καί τή σημασία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ  νέου ἡμερολογίου γιά τήν ἐπιτυχῆ ἐξέλιξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτοί ἑξακολουθοῦν νά ἀποφεύγουν νά ἀποφανθοῦν ἄν ἡ πραξικοπηματική ἐπιβολή τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὡς πανορθοδόξως καταδικασμένη πρό πολλοῦ καινοτομία καί ἐντασσομένη πλήρως στά πλαίσια τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχει προκαλέσει καί συνεχίζει νά συνιστᾶ τετελεσμένο σχίσμα, μέ ὅλες τίς ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνέπειες αὐτοῦ.
Τά ἀνωτέρω σημαίνουν ὅτι, δυστυχῶς καί οἱ μέν καί οἱ δέ, πέφτουν στό ἴδιο οὐσιαστικῶς σφάλμα. Θεωροῦν τήν ἔκπτωση τῶν αἱρετικῶν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς συνοδική «ποινή» καί ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ αὐτοχωρισμοῦ τους ἀπό τόν Χριστό διά τῆς αἱρέσεως. Μέ ἄλλα λόγια, νομίζουν ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας δίνει ὑπόσταση στούς αἱρετικούς καί ὄχι ἡ αἵρεσή τους αὐτή καθ’ ἑαυτήν.

Δ΄. Ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν.

Εἶναι ἐξαιρετικῶς σημαντική καί ἀπαραίτητη γιά τήν κατανοήση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἡ γνώση ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν, τόσο διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅσο καί διά τῆς διδαχῆς τῶν θεοφόρων Πατέρων καί τῶν Ἱερῶν Συνόδων, μαρτυροῦσε διαχρονικῶς καί ὅριζε σαφῶς ὅτι οἱ αἱρετικοί αὐτοαποβάλλονται, αὐτοαποσχίζονται καί ἐκπίπτουν τῆς Ἐκκλησίας λόγῳ τῆς φανερᾶς ἀλλοιώσεως τῆς πίστεως καί τῆς παραχαράξεως τῶν ὀρθῶν δογμάτων. Αὐτά συνιστοῦν βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἐπιφέρει σέ αὐτούς τή στέρηση τῆς σωτηρίου Θείας Χάριτος καί τῶν ζωοπαρόχων Θείων Μυστηρίων.
Ἐξόχως χαρακτηριστικά καί ἀποκαλυπτικά περί τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι τά ἀναφερόμενα στήν Ἐγκύκλιο ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τῶν παπικῶν καινοτομιῶν τό ἔτος 1848. Ἔγραφαν τότε οἱ ἀείμνηστοι ὀρθόδοξοι Πατριάρχες: «Ἡ γάρ πίστις ἡμῶν, ἀδελφοί, οὐκ ἐξ ἀνθρώπων οὐδέ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλά δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἐκήρυξαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἐκράτυναν αἱ ἱεραί οἰκουμενικαί Σύνοδοι, παρέδωκαν ἐκ διαδοχῆς οἱ μέγιστοι σοφοί Διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης καί ἐπεκύρωσαν τά ἐκχυθέντα αἵματα τῶν ἁγίων Μαρτύρων. «Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (Α΄ Πέτρ. ε΄, 8) ἥν παρελάβομεν ἄδολον παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τήν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀλλ’ αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μή ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καί ὁ τολμῶν ἤ πράξαι ἤ συμβουλεύσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα διά τό βλασφημεῖν εἰς τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καί διά τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τό φρικτόν τοῦτο ἀνάθεμα, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Χριστῷ ἀγαπητά, οὐκ ἐκφωνοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, ἀλλ’ ἐξεφώνησε πρῶτος ὁ Σωτήρ ἡμῶν· «ὅς ἄν εἴπῃ κατά τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. ιβ΄, 32)· ἐξεφώνησε ὁ θεῖος Παῦλος «θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπό τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, ὁ οὔκ ἐστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς, καί θέλοντες μεταστρέψαι τό εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· ἀλλά καί ἑάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. α΄ 6-8)· ἐξεφώνησαν τοῦτο αἱ ἑπτά οἰκουμενικαί Σύνοδοι καί σύμπας ὁ χορός τῶν θεοφόρων Πατέρων. Ἅπαντες οὖν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν, κατά τόν ψαλμῳδόν, «κατᾶραν ὡς ἱμάτιον» (Ψαλμ. ρη΄, 18), κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοί ἔτυχον εἶναι· «κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω, εἰ τίς ὑμᾶς εὐαγγελίζηται παρ’ ὅ παρελάβετε» (Α΄, Πέτρ. 1,22). Οὕτω φρονοῦντες οἱ Πατέρες ἡμῶν καί ὑπακούοντες εἰς τούς ψυχοσωτηρίους λόγους τοῦ Παύλου ἐστάθησαν σταθεροί καί ἑδραῖοι εἰς τήν ἐκ διαδοχῆς παραδοθεῖσαν αὐτοῖς πίστιν καί διέσωσαν αὐτήν ἄτρεπτον καί ἄχραντον διά μέσου τοσούτων αἱρέσεων, καί παρέδωκαν αὐτήν εἰς ἡμᾶς εἰλικρινῆ καί ἀνόθευτον, ὡς ἐξῆλθεν ἄδολος ἀπό τοῦ στόματος τῶν πρώτων ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου· οὕτω φρονοῦντες καί ἡμεῖς, ἄδολον, ὡς παρελάβομεν, μετοχετεύσομεν αὐτήν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς, μηδέν παραμείβοντες, ἵνα ὦσι κἀκεῖνοι, ὡς καί ἡμεῖς, εὐπαρουσίαστοι καί ἀκαταίσχυντοι, λαλοῦντες περί τῆς τῶν προγόνων αὐτῶν πίστεως». (Βλ. Ἰω. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 2ος, σελ. 922).
Γι’ αὐτούς ἀκριβῶς τούς λόγους καί ὅλες οἱ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν συγκληθεῖσες Ἱερές Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας κατεδίκαζαν καί ἀναθεμάτιζαν τούς παντοειδεῖς αἱρετικούς, ὄχι ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τούς ἐπέβαλαν τήν «ποινή» νά εἶναι καί νά ἀναγνωρίζονται τοῦ λοιποῦ ὡς αἱρετικοί καί ἀπερριγμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια τῆς συνοδικῆς διαπιστώσεως καί ἀναλύσεως τῆς αἱρέσεως καί τῆς διακηρύξεως στό λαό τοῦ Θεοῦ, πρός προστασίαν αὐτοῦ, ὅτι πράγματι αὐτοί, ἤδη ὡς ἐκ τῆς αἱρέσεώς τους, κατέστησαν «σεσηπότες» καί «ἐβλήθησαν ἔξω ὡς τό κλῆμα καί ἐξηράνθησαν» (Πρβλ. Ἰω. ΙΕ΄, 6). Αὐτοαπεκόπησαν, δηλαδή, καί ἀπεβλήθησαν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ἐκ τούτου οὐδεμία πνευματική, συμπροσευχητική καί λειτουργική κοινωνία μετ’ αὐτῶν καί μεθ’ ὅλης τῆς ψευδοεκκλησίας τους ἐπιτρέπεται.

Ε΄. Ἡ αὐτοαναίρεση τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν».

Ἀντιθέτως πρός αὐτά οἱ σημερινοί «ἀντιοικουμενιστές» τόσο τοῦ νεοημερολογιτικοῦ χώρου, ὅσο καί τινῶν παλαιοημερολογιτικῶν παρατάξεων τῶν «διαδόχων» τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, παρότι ὅλοι ὁμοῦ συμφωνοῦν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι παναίρεση, ἐφ’ ὅσον ἐξισώνει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλες σχεδόν τίς κατεγνωσμένες αἱρέσεις καί ἐπαναφέρει τήν κοινωνία μέ ὅλους σχεδόν τούς αἱρετικούς, παραδόξως δέν ἀποφαίνονται ἄν οἱ φορεῖς καί οἱ συμμέτοχοι αὐτῆς τῆς παναιρέσεως, οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, δηλαδή ὅλη ἡ ψευδοεκκλησία τους, εἶναι αὐτοαπεσχισμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ἐκπεσόντες ἀπ’ αὐτῆς. Πιστεύουν καί διδάσκουν ὅτι μέχρι νά συγκληθεῖ μία ὄντως Πανορθόδοξος Σύνοδος ἡ ὁποία θά καταδικάσει τόν Οἰκουμενισμό ὡς Παναίρεση καί θά ἐπιβάλλει στούς Οἰκουμενιστές τήν καθαίρεσή τους ὡς αἱρετικῶν, μέχρι τότε οὐδείς δύναται νά ἀποφανθεῖ ἄν αὐτοί καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς εἶναι αὐτοαπεσχισμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ψευδοεκκλησία τους στερεῖται τῆς Θείας Χάριτος καί τῶν Θείων Μυστηρίων.
Ὅλα ὅμως αὐτά δέν εἶναι παρά ἡ οὐσιαστική αὐτοαναίρεση τῶν «ἀντιοικουμενιστῶν» αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀφοῦ αὐτό πού καταγγέλουν ὡς ἀντορθόδοξη θεωρία καί πράξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή τήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος καί ὑπάρξεως μυστηρίων στούς κατεγνωσμένους αἱρετικούς, αὐτό τό ἴδιο πράττουν καί οἱ ἴδιοι, ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστικότητα καί ὕπαρξη μυστηρίων στήν περιλαμβάνουσα ὅλες τίς κατεγνωσμένες αἱρέσεις παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, οὐσιαστικῶς ἀμνηστεύουν, ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον, τόν Οἰκουμενισμό καί ὅλες τίς ἐκφάνσεις, καινοτομίες καί πρακτικές του.

ϛ΄. Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς αἱρετική θεωρία καί σχισματοαιρετική ψευδοεκκλησία.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἁπλή καί ἀδιαπραγμάτευτη. Συνίσταται στήν πίστη πρός τό πρόσωπο καί τό κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ὄντως Ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια τοῦ πραγματικοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος κατά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι καί αὐτή ἁπλή καί ἀδιαπραγμάτευτη. Συνίσταται στήν ὑποχρέωση τῆς ἐναντιώσεως κάθε ὀρθοδόξου κατά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί σύνολης τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς του, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τῆς πρώτης θεωρητικῆς παρουσιάσεώς του διά τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 καί ἀπό τοῦ πρώτου ἐπισήμου καί πρακτικοῦ βήματος ἐφαρμογῆς του, τήν ἐπιβολή τοῦ νέου παπικοῦ ἡμερολογίου.
Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς θεωρία παρουσιάσθηκε ἐπισήμως στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, διατυπωθείς, συντόμως μέν σαφῶς καί πλήρως δέ, διά τῆς Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό ἔτος 1920. Ἐκεῖ παρατίθενται οἱ βασικές ἀρχές τῆς παναιρέσεως αὐτῆς καί καθορίζεται τό πρόγραμμα τῶν σταδιακῶν πρακτικῶν βημάτων, γιά τήν προώθηση καί παγίωσή της. Ἡ πρακτική ἐφαρμογή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀρχίζει νά συντελεῖται διά τῆς πραξικοπηματικῆς καί ἀθέσμου ἐπιβολῆς τοῦ νέου παπικοῦ ἑορτολογίου τό ἔτος 1924. Τότε προεκλήθη πανορθόδοξο σκάνδαλο καί ἐπισυνέβη σχίσμα, παγκοσμίως γνωστό, ἱστορικῶς καταγεγραμμένο καί οὐδέποτε θεραπευθέν. Ποιοί τό ἐδημιούργησαν; Ἀσφαλῶς καί βεβαίως οἱ καινοτομήσαντες Οἰκουμενιστές. Αὐτοί ἀθέτησαν σαφῶς καί ἀπροκαλύπτως προγενέστερες πανορθοδόξους ἀποφάσεις, ἐρχόμενοι ἔτσι σέ ρήξη μέ τό ἱερό παρελθόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νοθεύοντας τήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ἀλλοιώνοντας τούς θεσμούς τους.
Ἔκτοτε, οἱ ἀποδεχθέντες αὐτήν τήν ἄθεσμη ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος, καθώς καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, ἀνήκουν σαφῶς καί ἀναποδράστως στό χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔχουν ἀποσχίσει ἑαυτούς ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποιμαίνονται καί διοικοῦνται ὑπό Οἰκουμενιστῶν καί συμμετέχουν, εἴτε ἐνεργητικά, εἴτε παθητικά στό οἰκουμενιστικό γίγνεσθαι. Τό γεγονός ὅτι κἄποιοι ἀπ’ αὐτούς δέν ἀρέσκονται στήν οἰκουμενιστική θεωρία καί πρακτική δέν σημαίνει σέ καμμία περίπτωση ὅτι, ὡς ἐκ τούτου καί μόνο, ἀνήκουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ πράξει, εἴτε ἀνέχθησαν τήν ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος εἴτε ἐγεννήθησαν καί ἀνετράφησαν στά πλαίσια αὐτῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας, καθίσταται ἐκ τῶν πραγμάτων δεδομένο ὅτι δέν δύνανται νά ἀποτελοῦν μέλη τῆς ἀληθινῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐπιθυμοῦν τή σωτηρία τους ὀφείλουν νά ἀναζητήσουν τήν ἀμόλυντη ἀπό τό μίασμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά ἐνταχθοῦν σέ αὐτήν, ἀπορρίπτοντας ὅ,τι «ἔλαβαν» ἐκ τῆς Οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας ὡς ἀδόκιμο καί οὐσιαστικῶς ἀνίσχυρο.

Ζ΄. Ἡ πραγματική ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως.

Κατά τή σημερινή συγκυρία δέν ἀρκεῖ κανεῖς νά διαφωνεῖ ἤ νά «ἀποτειχίζεται» ἤ νά διακόπτει τό μνημόσυνο τῶν Οἰκουμενιστῶν «Ἐπισκόπων» νομίζοντας ὅτι ἔτσι διασφαλίζει τόν ἑαυτό του στή σωτήριο μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως ἰσχύει καί ἁρμόζει μόνο σέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες στό χῶρο τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κάποιος (π.χ. Ἐπίσκοπος) ἤ κάποιοι ἀπό τά μέλη της (π.χ. Σύνοδος Ἐπισκόπων) ἀρχίσουν ἔξαφνα νά κηρύττουν ἐπισήμως (γυμνῇ τῇ κεφαλῇ) κατεγνωσμένη αἵρεση. Τότε προκύπτει ἡ ὑποχρέωση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν νά διακόψουν τήν πνευματική κοινωνία τους μετ’ αὐτῶν, ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά τούς Ποιμένες τους ἤ γιά ὑψηλόβαθμους κληρικούς, ἀκόμη καί γιά Πατριάρχες καί νά «ἀποτειχισθοῦν» ἀπ’ αὐτούς, περιτειχιζόμενοι αὐτομάτως καί αὐτονοήτως στήν ἀληθινή Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τυγχάνουν ἤδη μέλη. Προϋποτίθεται δηλαδή, ὅτι αὐτός πού ἀποτειχίζεται ἀπό τούς κηρύσσοντας ἐπισήμως αἵρεση εἶναι ἤδη μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας λάβει ἀπό τήν ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν ἰδιότητα αὐτή διά τῶν πραγματικῶν μυστηρίων πού μόνο ἐντός αὐτῆς παρέχονται. Δέν νοεῖται ἀποτείχιση ἀπό αἱρετικούς, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ταυτοχρόνου καί αὐτονοήτου «περιτειχίσεως» στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἄν ὁ ἀποτειχιζόμενος οὐδέποτε ὑπῆρξε μέλος τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά πάντοτε ἦταν μέλος τῆς ἀπό μακροῦ χρόνου δρώσης ψευδοεκκλησίας. Ὁμοίως δέν σημαίνει σχεδόν τίποτε ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἡ διακοπή μνημοσύνου τοῦ οἰκουμενιστοῦ «Ἐπισκόπου» ὅταν, ἀφ’ ἑνός μέν συνεχίζεται ἡ λειτουργική κοινωνία μέ τούς μνημονεύοντες τόν οἰκουμενιστή «Ἐπίσκοπο», ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποφεύγεται ἡ ἔνταξη στήν πραγματική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Η΄. Ποιά ὑπῆρξε ἡ ἱστορικῶς καίρια καί ἐπιτυχής ἀποτείχιση σέ σχέση μέ τόν Οἰκουμενισμό.

Γιά τήν περίπτωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἡ ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως ἴσχυε καί ἅρμοζε κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς του, δηλαδή κατά τά ἔτη ἀπό τό 1920 καί ἐντεῦθεν, ὁπότε δημοσιεύθηκε ἡ οἰκουμενιστική ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί παρουσιάσθηκε ἐπισήμως τό οἰκουμενιστικό πρόγραμμα.
Δυστυχῶς, ὅμως, κατά τήν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχή, οἱ ταχθέντες ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὡς διδάσκαλοι καί θεματοφύλακες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Ἐπίσκοποι κ.λ.π., ὄχι μόνο δέν κατήγγειλαν τήν παναιρετική ἐγκύκλιο τοῦ 1920 ὡς ἀντορθόδοξη καί δέν παρατηρήθηκε καμμία ἀποτείχιση, ἀλλ’ ἀντιθέτως, λόγῳ ἴσως τῆς «φαναριωτικῆς διπλωματίας», τῆς ἐπιλεκτικῆς κοινοποιήσεως τῆς παναιρετικῆς ἐγκυκλίου καί γενικῶς λόγῳ τῆς συνωμοτικῆς δράσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν, καθὼς καί τῆς ἐλλειποῦς ἤ μᾶλλον ἀνυπάρκτου πληροφορήσεως τοῦ Κλήρου καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τά πράγματα ἀφέθηκαν στά χέρια τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τό πρόγραμμα συνεχίσθηκε.
Ὅταν, ὅμως, ἐντός ὀλίγου ἡ ἐφαρμογή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πέρασε σέ πρακτικό στάδιο διά τῆς πραξικοπηματικῆς ἐπιβολῆς τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τότε ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ καί λίγοι ἐκ τῶν ἱερέων, ὅπως καί ἀρκετοί μοναχοί, ἀντέδρασαν. Διαπιστώνοντας τήν συντελουμένη πονηρή προδοσία τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως καί προβλέποντας αὐτά πού ἐπρόκειτο νά ἀκολουθήσουν, ἀρνήθηκαν νά δεχθοῦν τήν ἄθεσμη ἀλλαγή τοῦ πατρώου ἑορτολογίου καί προέβησαν στήν ἀναγκαία ἀποτείχιση ἐκ τῶν καινοτόμων, περιτειχιζόμενοι στήν ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἤδη ἐτύγχαναν μέλη. Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή. Οἱ μέν Οἰκουμενιστές Νεοημερολογίτες καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, συνέχισαν τό οἰκουμενιστικό – παναιρετικό καί πανθρησκειακό πρόγραμμά τους, τό ὁποῖο φθάνει μέχρι καί τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Οἱ δέ ἀρνούμενοι τόν Οἰκουμενισμό Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, χλευαστικῶς ἀποκαλούμενοι ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς «παλαιοημερολογίτες», συνασπιζόμενοι καί ἀποκτοῦντες σύν Θεῷ ἀρχιερατική προστασία καί συνοδική δομή, συνέχισαν τόν ἱερό τους ἀγῶνα, βαλλόμενοι πανταχόθεν ἀπό ἐξωτερικούς καί ἐσωτερικούς ἐχθρούς καί, παρά τίς σύν τῷ χρόνῳ σημειωθεῖσες προδοσίες, τά πολλά σχίσματα, τή μεγάλη συρρίκνωση καί τά λοιπά προβλήματά τους, ἐξακολουθοῦν νά ἀποτελοῦν τό «λεῖμμα κατ’ ἐκλογήν χάριτος» τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Θ΄. Ἀπόλυτη ἡ ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Κατά τή σημερινή ἐποχή, ἑκατό σχεδόν χρόνια μετά τήν εἰσαγωγή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, γιά ὅσους εἶναι δέσμιοι αὐτῆς τῆς Παναιρέσεως δέν ἔχει οὐσιῶδες νόημα ἡ ἔννοια τῆς ἁπλῆς ἀποτειχίσεως. Αὐτό συμβαίνει διότι δέν ὑφίστανται πλέον τά δεδομένα καί οἱ προϋποθέσεις τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Ὁ Οἰκουμενισμός δέν εἶναι μία πρόσφατη ἰδέα καί κίνηση. Δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖο μόλις χθές ἤ σήμερα ἐμφανίσθηκε ξαφνικά, οὔτε ἔλαβε τήν ἀρχή τῆς ὑπάρξεώς του ἀπό τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἡ «Σύνοδος» αὐτή δέν εἶναι παρά ἕνα ἀκόμη σημαντικό βῆμα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος. Ἔχουν προηγηθεῖ ἐξίσου σημαντικά οἰκουμενιστικά βήματα, διά τῶν ὁποίων ὁ Οἰκουμενισμός ὑποστασιάζεται πλήρως.
Προφανῶς δέ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἄρχισε νά ὑπάρχει ὡς παναίρεση ἀπό τότε πού κάποιοι, λίαν ἐσχάτως ἤ καί μόλις «χθές», ἀπεφάσισαν νά διακόψουν τό μνημόσυνο ἤ νά «ἀποτειχισθοῦν» ἀπό τούς οἰκουμενιστές «ἐπισκόπους» τους.
Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς αἵρεση καί σχισματική ψευδοεκκλησία ὑφίσταται πλήρως, δρᾶ καί ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, εὑρισκόμενος μακράν τῆς Θείας Χάριτος, ἐδῶ καί σχεδόν ἑκατονταετία. Συνεπῶς δέν μπορεῖ κανείς ἐξ ὅσων βρίσκονται ἐγκλωβισμένοι στά πλαίσιά του νά διασφαλίσει τόν ἑαυτό του ἀλλιῶς, παρά ἐξερχόμενος ἐκ τῆς οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας καί ἐντασσόμενος στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου μόνο ἐκεῖ ὑπάρχει τό ταμεῖον τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί παρέχεται ἡ σωτηρία.

          Ι΄. Μακαρισμός τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί παραινέσεις πρός τούς πιστούς

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καί ἀοιδίμων προπατόρων ἡμῶν, τῶν ἀγωνισαμένων στερρῶς ὑπέρ τῆς «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως» (Πρβλ. Ἰούδ. 3), καί κληροδοτησάντων σέ ἐμᾶς τους εὐτελεῖς τήν πίστη αὐτή ἄμωμη καί ἄδολη.
Ἰδιαιτέρως δέ ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων μακαριστῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐναντίον τῆς ὑπούλου, ἀθέσμου καί οἰκουμενιστικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ διώξεις, οἱ ἐξορίες, οἱ ταλαιπωρίες καί τό αἷμα τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀποτελοῦν τή σφραγίδα τῆς γνησιότητος τοῦ ἀγῶνος τους, ἀλλά καί τήν ἱστορική ἀπογύμνωση τοῦ φρικτοῦ ἀληθινοῦ «προσώπου» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού κρύβεται κάτω ἀπό τό προσωπεῖο τῆς ἀγαπολογίας. Τό ἴδιο «πρόσωπο» εἶναι πολύ πιθανό νά ἀποκαλυφθεῖ ξανά, ἴσως καί μέ πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα καί μεθοδικότητα στίς ἡμέρες μας ἤ στό ἐγγύς μέλλον.
Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ματθαίου (†1950), ὁσίου ἀνδρός, ἡσυχαστοῦ, ἀσκητοῦ, κοινοβιάρχου καί προμάχου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, συνεχιστοῦ καί μεταδότου τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στήν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν διαδόχων αὐτοῦ Ἀρχιεπισκόπων, τῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Κληρικῶν καί παντός ἀγωνισαμένου ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἐναντίον τῆς οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως καί ἀποστασίας.
Ὅλων αὐτῶν τό παράδειγμα, τήν πίστη καί τόν ἀγώνα ἔχουμε χρέος νά μιμούμεθα πάντες. Νά τηροῦμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἔργῳ καί λόγῳ, ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ. Νά αὐξάνουμε ἐνεργῶς τό σύνδεσμο τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης καί ἑνότητός μας, ἀποτελοῦντες ζωντανά παραδείγματα πρός μίμησιν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰω. ιγ΄, 35).
Νά τηροῦμε ἀπαρεγκλίτως τήν ἐντολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως συμπροσευχῆς καί πάσης φύσεως λειτουργικῆς κοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων μετά αἱρετικῶν, σχισματικῶν καί ἀκοινωνήτων, ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ. «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται οὗτος ἀφοριζέσθω» ἀναφέρει ὁ Ι΄ Ἀποστολικός Κανών ἐνῶ ὁ ΜΕ΄ Ἀποστολικός λέγει «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» καί ὁ ΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀναφέρει «μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει».
Αὐτή ἡ ἀπαγόρευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων οὔτε τυχαία, οὔτε ἄνευ ἀπολύτου σημασίας εἶναι. Εἶναι καίρια καί ἀπαραίτητη, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία «ὡς ἄμωμος νύμφη τοῦ Χριστοῦ» καί «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» νά διαφυλάσσει τά ὅριά της. Νά μήν καθίσταται «ξέφραγο ἀμπέλι» καί νά μήν «τρυγῶσιν αὐτήν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τήν ὁδόν» οὔτε νά λυμαίνονται καί κατασπαράζουν αὐτήν «ὗς ἐκ δρυμοῦ καί μονιός ἄγριος» (Πρβλ. Ψαλμ. οθ΄, 13-14). Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ ταυτοχρόνως ὡς «τεῖχος» προστασίας τῶν πιστῶν καί ὡς «δρεπάνι» πού κόπτει καί ἐξουδετερώνει τόν Οἰκουμενισμό ἐν τῇ γενέσει του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (PG 160, 105C).
Αὐτῆς τῆς πράξεως τῶν θεοφόρων Πατέρων ὄντες ἑπόμενοι καί καταθέτοντες ταπεινῶς τήν μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως μέσα στήν ταραγμένη καί συγχυτική ἐποχή μας, πρός δόξαν τοῦ Ἁγίου Ὀνόματος τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου μόνου Θεοῦ, ἐλπίζουμε νά τύχουμε τῆς σωτηρίας, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Ἡ δέ χάρις καί τό ἔλεος Αὐτοῦ, ἄμα καί οἱ ταπεινές εὐχές πάντων ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων ποιμένων σας εἴησαν πάντοτε μεθ’ ὑμῶν. Ἀμήν


Η  ΙΕΡΑ  ΣΥΝΟΔΟΣ*

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

† Ὁ Ἀθηνῶν ΣΤΕΦΑΝΟΣ

ΤΑ  ΜΕΛΗ

† Ὁ Θηβῶν & Λεβαδείας ΑΝΔΡΕΑΣ

† Ὁ Φιλίππων ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

† Ὁ Λαρίσης & Τυρνάβου ΙΓΝΑΤΙΟΣ

† Ὁ Φθιώτιδος ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


Ὁ Γραμματεύς

† Ἱερομ. Φίλιππος Σελητσανιώτης

* Ἡ παροῦσα Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ὑπογράφεται ὑπό τῶν Ἀρχιερέων τῶν συμμετασχόντων στή γενομένη τήν 28η Νοεμβρίου 2017 Συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.


Μικρό καί δευτερευούσης σημασίας σχόλιο ἐπί τοῦ ἀνωτέρω κειμένου: Ὁ χαρακτηρισμός τῆς "Συνόδου" τῆς Κρήτης ὡς ληστρικῆς εἶναι ὀρθός, ἀλλά χρειάζεται αἰτιολόγηση, ἀπαραίτητη γιά τήν ἀρτιότητα τοῦ κειμένου. Ἴσως ἐκ παραδρομῆς, τοῦτο διέλαθε τῆς προσοχῆς τῶν συντακτῶν τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου. Ὁ χαρακτηρισμός ὡς ληστρικῆς μιᾶς συνόδου σημαίνει ὅτι κατ' αὐτήν δέν ὑπῆρχε ἐλευθέρα ἐν παντί συζήτηση θέσεων καί ἀπόψεων καί ἀνάλογος λήψη ἀποφάσεων ἀλλά ἀσκήθηκαν γι' αὐτά ἀθέμιτες πιέσεις ἤ ἀκόμη καί βία.  Ὡς τοιαύτη (αἰτιολόγηση τοῦ γενομένου, ὀρθοῦ, κατά τήν ἐκτίμησή μας, χαρακτηρισμοῦ) πάντως μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ, ἡ καταγγελθεῖσα δημοσίως διά ἐνυπογράφων ἄρθρων, ὑπό συμμετασχόντων σέ αὐτήν (τήν σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου) ἐπισκόπων, προσπάθεια ἑνίων προκαθημένων καί ἑτέρων συμμετασχόντων, μετά ἀσφυκτικῶν πιέσεων, ἐπιβολῆς θέσεων καί ἐπίτευξη ἐγκρίσεως προτάσεων ἀντορθοδόξων ἀποφάσεων, τό ἐπίσης καταγγελθέν ἔντονο παρασκήνιο ἀλλοιώσεως συνοδικῶν θέσεων τοπικῶν ἐκκλησιῶν καί ἡ παρενόχληση, μέσω τοποθετήσεων καί λεκτικῶν ἐπιθέσεων καί ἄρα ἀσκήσεως πιέσεων, πρός διαφωνοῦντες, προκειμένου νά συμπλεύσουν στίς τελικές οἰκουμενιστικές ἐπιλογές καί ἀποφάσεις τῆς συνόδου (βλ. σχετικά δημοσιεύματα Μητρ/του Ναυπάκτου Ἱεροθέου Βλάχου στόν ἐκκλησιαστικό τύπο καί τά θεματικά ἱστολόγια, καθώς καί ἄλλων ἐγκύρων ἀρθρογράφων, τά περί σχετικῶν δηλώσεων Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, ἀλλοιώσεως ἀποφάσεων Ἱεραρχίας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κλπ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια: