Translate

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

 

Φώτης Κόντογλου:

 Τούς μισεῖ ὁ κόσμος!


 

• «Και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου» (Ματθ. 10, 22).

• «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον υμών μεμίσηκεν» (Ιωάν. 15, 18)

 

Η κίνηση που άρχισε να γίνεται ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο Βατικανό, με τη συνάντηση του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου, έστρεψε κατά κει την προσοχή του κόσμου.

Η εποχή μας είναι όλο θεαματικές σκηνοθεσίες, γιατί ο κόσμος σήμερα έχει μανία με το θέατρο, κι όλοι, είτε πολιτικοί είναι, είτε επιστήμονες, είτε καλλιτέχνες, ακόμα και κάποιοι παπάδες, παρουσιάζονται σαν να είναι ηθοποιοί, και τους παίρνουνε φωτογραφίες και κινηματογραφικές ταινίες, και ποζάρουνε μέσα στις εφημερίδες, που τους ιστορίζουνε με όλα τα καθέκαστα.

Έτσι έγινε και με τους δυο μεγάλους αρχηγούς του Χριστιανισμού, που πήγανε με πομπή, σαν άρχοντες, εκεί που γεννήθηκε ο Χριστός, πάμφτωχος μέσα σε ένα παχνί, σ΄ένα φτωχικό μαντρί. Η συνάντηση αυτή έγινε ύστερα από πολλές τυμπανοκρουσίες, αληθινά με σεμνότητα που θύμιζε την ταπείνωση του Χριστού!

Κι΄ο κόσμος χειροκρότησε τους δύο αρχηγούς που διακηρύξανε, πως οι Χριστιανοί πρέπει να ενωθούνε, και πως αυτοί δίνουνε το σύνθημα, παραμερίζοντας κάθε έχθρητα που είχε φυτρώσει ανάμεσά τους στα περασμένα χρόνια, και πως «το μεσότειχον του φραγμού διαλέλυται». Ο κόσμος θέλει και ποθεί τη συμφιλίωση ανάμεσα στους Χριστιανούς, και θαρρεί πως έχει δίκιο να πιστεύει πως κάθε άνθρωπος που δε θέλει αυτή τη συμφιλίωση, είναι κακός άνθρωπος, εχθρός της ειρήνης, έρημος από αγάπη, κι΄αν λέγει μάλιστα πως είναι και Χριστιανός, μ΄αυτό που κάνει δείχνει πως είναι υποκριτής και θεομπαίχτης, αφού δεν έχει μέσα του την αγάπη, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αλλά πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα! Πόσο άδικα κρίνουνε οι πολλοί εκείνους που δεν επικροτούνε αυτούς τους εναγκαλισμούς!

Ο πολύς ο κόσμος κρίνει χωρίς να ξέρη, καταδικάζει χωρίς να ρωτήσει γιατί φέρνεται έτσι σ΄ αυτόν τον οποίον καταδικάζει. Βέβαια, με την πρώτη ματιά, δε μπορεί παρά να παραδεχτή κανένας πως όλοι μας πρέπει να επικροτήσουμε με ενθουσιασμό αυτή την ευλογημένη κίνηση, και να ευχόμαστε να φτιάξει στο ποθητό αδέλφωμα όλων των Χριστιανών. Ωστόσο, οι πολλοί δεν ξέρουνε αν υπάρχει κάποιο μεγάλο εμπόδιο στο να γίνει αυτό το αδέλφωμα, το πιο μεγάλο εμπόδιο. «Και ποιο εμπόδιο μπορεί να υπάρχει, εκεί που υπάρχει η αγάπη;», θα πούνε πολλοί, σχεδόν όλοι. Μιλούνε έτσι, γιατί δεν ξέρουνε πως αυτή η λεγόμενη συμφιλίωση γίνεται με τη θυσία της αλήθειας του Χριστού από μέρος της Ορθοδοξίας, χωρίς να υπάρχει στη μέση καθόλου αγάπη. Αλλά κι΄αν υπήρχε αγάπη, η αγάπη αυτή θα ήτανε η απατηλή αγάπη τούτου του κόσμου, που δεν έχει καμιά σχέση με τον Χριστό

Ο Χριστός ξεχώρισε τη μια αγάπη από την άλλη, καθώς ξεχώρισε και την ειρήνη που νοιώθει ο κόσμος, από την δική του την ειρήνη. Και ποια λοιπόν είναι η αγάπη του Χριστού; Την είπε ο ίδιος με τα λόγια τούτα: «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με… Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει». Και φύλακας και ερμηνευτής του λόγου του Χριστού είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι η ιερή Κιβωτός, που μέσα σ΄ αυτή φυλάχθηκε η αλήθεια του Ευαγγελίου. Φυλάχθηκε αμίαντη από τις αιρέσεις, και θα φυλαχτεί άσπιλη και αναλλοίωτη έως τη συντέλεια του κόσμου. Κι΄αυτή η Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η λεγομένη Ορθόδοξη. Είναι αυτή, γιατί μονάχα αυτή διατήρησε ανόθευτο κι΄ανάλλαχτο τον λόγο του Κυρίου, κράτησε ανέγγυχτα τα μυστήρια και τα δόγματα, επικυρώνοντάς τα με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, κάθε φορά που επιχειρούσανε οι αιρετικοί να τα εξηγήσουν κατά τη διαστρεμμένη διάνοιά τους. Η παπική Εκκλησία της Ρώμης δεν τα κράτησε αδιάφθορα, αλλά κατάντησε αιρετική, γιατί άλλαξε και μυστήρια και δόγματα, σε σημείο που η διδασκαλία του Χριστού να γίνει αγνώριστη

Το κοσμικό πνεύμα της, νόθεψε τον λόγο του Κυρίου, κ΄η αλαζονεία της την αποξένωσε από το σώμα της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, που το θεμέλιό της είναι η ταπείνωση. Λοιπόν, καλά είναι τα έμορφα λόγια της αγάπης, και ευχάριστα ακούγονται από τα ανύποπτα αυτιά των πολλών ανθρώπων, που απορούν πως υπάρχουνε άνθρωποι που δεν επικροτούν αυτή την αγάπη ανάμεσα στους Χριστιανούς. Και τούτο γίνεται επειδή οι πολλοί είναι αδιάφοροι για τη θρησκεία, κι΄όσοι πάλι δεν είναι αδιάφοροι, δεν είναι σε θέση να νοιώσουνε όλοι με ποια πληρωμή θα γίνει αυτή η συμφιλίωση. Η πληρωμή θα γίνει με τη θυσία του λόγου του Χριστού, που είναι η ίδια η αγάπη. Τι είδους λοιπόν συναδέλφωση μπορεί να είναι αυτή που πληρώνεται με τη θυσία της αληθινής Αγάπης;

Η Εκκλησία του Χριστού χτίσθηκε με το τίμιο αίμα Του, και στερεώθηκε με το αίμα των μυριάδων μαρτύρων. Σαν λείψανε οι αρχαίοι τύραννοι, οι ειδωλολάτρες εχθροί της θρησκείας μας, οι Διοκλητιανοί κ΄οι Μαξέντιοι, φανερωθήκανε οι αιρετικοί κ΄οι αποστάτες, που λεγότανε μεν Χριστιανοί, μα χτυπούσανε τη θρησκεία με πλέον ύπουλον τρόπο, και τότε λάμψανε οι νέοι μάρτυρες, οι λεγόμενοι ομολογηταί. Και τούτο έγινε κατά θεία παραχώρηση, για να βρίσκεται η Εκκλησία πάντα σε κίνδυνο, ώστε να είναι άγρυπνοι νύχτα και μέρα οι κυβερνήτες της κι΄ όλοι οι Χριστιανοί, σαν εκείνους τους στρατιώτες που φυλάγουν θησαυρό μεγάλον.

Για τούτο λέγει ο άγιος Ισαάκ πως σε όσους κατοικεί μέσα τους το Άγιον Πνεύμα, δεν τους αφήνει να συνηθίσουν στην οκνηρία και να νυστάξουν, αλλά τους βάζει παντοτινά σε φροντίδες και σε αγώνα σκληρόν. Τώρα που γίνεται αυτή η κίνηση να ενωθούν οι Χριστιανοί, μα κι΄όσοι δεν είναι Χριστιανοί, κινούμενοι από την κοσμική επιθυμία της καλοπέρασης και της πνευματικής αναισθησίας, κι όχι από το πνεύμα του Χριστού, οι πολλοί που είναι αδιάφοροι, και που δεν τους μέλλει για τη θρησκεία, χειροκροτούνε αυτή την κίνηση, γιατί δεν ενδιαφέρονται για άλλο τίποτα, παρά μονάχα για την υλική ζωή και για την εξασφάλισή της. Γι΄αυτούς, θρησκεία, δόγματα, μυστήρια, αλήθεια, μέλλουσα ζωή, είναι ανοησίες και γελοίες δεισιδαιμονίες, που πρέπει να σαρωθούν μπροστά στο υψηλό και κοσμοεπιθύμητο ιδεώδες της ψεύτικης συναδέλφωσης ανάμεσα στους ανθρώπους.

 Γι΄ αυτούς μια αλήθεια υπάρχει, κ΄είναι αυτή η αλήθεια τούτη η σαρκική ζωή που ζούμε, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα πέρα από τον τάφο. Και γι΄ αυτή τη ζωή πρέπει να θυσιασθούνε τα πάντα, και πολύ περισσότερο η αλήθεια που μας παρέδωσε ο Χριστός, και που γι΄ αυτούς είναι ένα ψέμα, μια ανοησία. Αυτό το πλήθος που είναι αδιάφορο για τη θρησκεία, βογγά φοβεριστικά καταπάνω σε κείνους που αγωνίζονται για να φυλαχτεί ο θησαυρός της Ορθοδοξίας, και να μη θυσιαστεί στο παζάρεμα που θα γίνει για την κοσμική συμφιλίωση ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι΄αυτό το πλήθος, είναι ακατανόητο το πείσμα που φανερώνουν «οι φανατικοί θρησκόληπτοι, οι εχθροί της προόδου, οι μισαλλόδοξοι, οι μνησίκακοι». Πόσο εύκολο πράγμα είναι να τα βλέπει κανένας όλα, και θρησκεία, και Χριστό, και πίστη με τέτοιον μακάριον τρόπο! Να μη σκοτίζεσαι για τίποτα, και όμως να φαίνεσαι πως είσαι και γεμάτος αγάπη, ταπεινός κι΄αμνησίκακος περισσότερο από τους αγίους! Σήμερα που ήμαστε έτοιμοι να σπαράξουμε ο ένας τον άλλον για το συμφέρον, γέμισε ο κόσμος από ανθρώπους που περνούν για ψυχόπονοι και για κήρυκες της αγάπης και της ταπείνωσης, επειδή φωνάζουνε να σαρωθούνε «τα μίση του παρελθόντος και να λησμονηθούν οι δογματικές ανοησίες που εμπόδιζαν επί αιώνας την προσέγγισιν της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας».

 Γι΄ αυτούς τους καλούς ανθρώπους, που δεν έχουνε ανάγκη από την Εκκλησία για να είναι καλοί άνθρωποι, οι ομολογητές που βασανισθήκανε για την πίστη μας από τους αιρετικούς, και που προτιμήσανε να θανατωθούνε παρά να την αρνηθούνε, ήτανε κάποιοι στενόμυαλοι πεισματάρηδες, κακοί και μοχθηροί, που δεν είχανε καθόλου αγάπη μέσα τους, κι΄ ας τους είπανε αγίους. Άγιοι είναι οι σημερινοί κράχτες της συναδελφώσεως με τους αιρετικούς, κι΄όχι ο Αθανάσιος, ο Βασίλειος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, ο Ευστάθιος, ο Μάξιμος, ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Θεοφάνης ο Γραπτός, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Μάρκος ο Ευγενικός, ο Νικόδημος Αγιορείτης, κ΄ οι άλλοι φανατικοί καλόγηροι. Μα για τους έξυπνους που δεν δίνουνε πεντάρα για τη θρησκεία, κ΄ οι μάρτυρες ακόμα που χύσανε το αίμα τους για να στερεωθεί η Εκκλησία, και κείνοι άδικα σφαχτήκανε και κρεμασθήκανε και χάσανε τη ζωή τους για ένα ανόητο πείσμα, επειδή πιστέψανε σε κάποιο ψέμα που το νομίσανε για αλήθεια. Το πρακτικό μυαλό τα περιπαίζει όλα, θρησκεία, πίστη, δόγματα, μυστήρια, σωτηρία, μέλλουσα ζωή.

Πώς να θυσιάσεις, λέγει, τούτη τη ζωή τη χειροπιαστή, για την άλλη, που δεν γύρισε κανένας από τον άδη για να μας πει πως υπάρχει! «Κάλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρι». Έτσι συλλογίζεται ο φρόνιμος, ο πρακτικός άνθρωπος, και πορεύεται αναλόγως. Αυτός είναι που ενθουσιάσθηκε για την Ένωση των Εκκλησιών, «για να πάψουν τέλος πάντων αυτές οι ανοησίες με τα σχίσματα, με τα δόγματα και τους βυζαντινισμούς». Τι ωραία! Τι καλά! Τη δουλειά μας να κάνουμε. «Να γίνουμε και στη θρησκεία Ευρωπαίοι, όπως γινήκαμε Ευρωπαίοι σε όλα. Να συγγενέψουμε με τους Ευρωπαίους Χριστιανούς, να παρατήσουμε πια τούτη τη βλάχικη θρησκεία με τους λυγδιασμένους καλόγερους. Να συγχρονισθούμε. Να αποκτήσουμε ιερωμένους ευπαρουσίαστους, όχι τσελιγκάδες αχτένιστους, σαν τον Κοσμά τον Αιτωλό με την γκλίτσα Εκεί θα βρισκόμαστε αιωνίως; Υπανάπτυκτοι θα μείνουμε και στη θρησκεία;».

Ο διάβολος πάντα τάζει πολλά σε κείνους που θέλει να μπλέξει στα δίχτυα του. Στους πρωτόπλαστους είπε πως θα γίνουνε θεοί, αν τον ακούσουνε και φάνε από το Δένδρο της Γνώσεως. Έτσι και τώρα, σε όλους αυτούς που επικροτούνε την ιερή συμμαχία του Πάπα με τον Πατριάρχη, στους αδιάφορους για τα θρησκευτικά, στους άθεους και στους ψευτοχριστιανούς, λέγει για να τους σαγηνέψει, πως θα φανούνε στα μάτια του κόσμου φιλάδελφοι, αμνησίκακοι, ταπεινοί, μα και προοδευτικοί, φιλελεύθεροι, χωρίς φανατισμούς και δεισιδαιμονίες. Και πως, με το να εγκρίνουνε ό,τι γίνεται για το αδέρφωμα των Χριστιανών, συνεργούνε στο καλό της ανθρωπότητος, για να ζήση ήσυχη και ν΄ απολάψη τα καλά τούτου του κόσμου, χωρίς να εμποδίζεται από τη θρησκεία του Χριστού και την καταραμένη διδασκαλία του, που χωρίζει τους ανθρώπους και τους κάνει να εχθρεύονται μεταξύ τους. Ο ίδιος ο Χριστός είπε πως ήρθε στον κόσμο για να τον κάνει άνω-κάτω, να χωρίσει γονιούς από τα τέκνα, αδελφό από αδελφό: «Μη νομίσετε, λέγει, ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην. Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον παρά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ.10, 24). Και σε άλλο μέρος λέγει πάλι: «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην (Λουκ. 12, 49). Πως γίνεται, αυτός ο Χριστός που μιλούσε ολοένα για ειρήνη, και χαιρετούσε λέγοντας «Ειρήνη υμίν», πως λέγει πάλι πως ήρθε στη γη για να βάλει φωτιά να την κάψει; «Λοιπόν, εσείς οι άνθρωποι, λέγει ο διάβολος στ΄αυτί τους, πρέπει να βάλετε ένα τέλος στη φαγομάρα που έριξε ανάμεσά σας αυτός ο ταραχοποιός που λέγεται Χριστός, για να μπορέσετε να ζήσετε ήσυχοι και μονοιασμένοι. Εκείνος είπε πως θα φέρει στον κόσμο την ταραχή και τη διχόνοια, και την έφερε. Εγώ σας φέρνω την ειρήνη και την αγάπη κι΄ας με λένε διάβολο, σατανά κι΄ανθρωποκτόνο. Ήρθε η ώρα να καταλάβετε ποιος είναι ο εχθρός σας και ποιος ο ευεργέτης σας. Ευεργέτης σας είμαι εγώ ο αδικοκατηγορημένος, όπως το βλέπετε καθαρά σήμερα που καθαρίσανε τα μάτια σας με την επιστήμη και με την αληθινή γνώση. Τόσους αιώνες σας τύφλωνε εκείνος ο πλάνος ο Χριστός με τα παραμύθια του. Ανάθεμά τον!».

 Στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας

δέν ὑπάρχουν ἀξιώματα,

ἀλλά διακονίες.



 

• Ἡ παραβολή τοῦ ἀχαρίστου δούλου ἔχει σαφή ἐκκλησιολογικό χαρακτήρα.

 

Τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: Ἀντί νά ἀσχολεῖται κάποιος μέ τό πόσες φορές πρέπει νά συγχωρεῖ, καλύτερα νά καταλάβει, ποία εἶναι ἡ θέση τοῦ καθενός μας μέσα στήν Ἐκκλησία. Γιατί, ἄν συνειδητοποιήσουμε τί σημαίνει νά εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δέν ὑπάρχει πιά πρόβλημα συγγνώμης.

Τό ὅλο ζήτημα, ὅπως τίθεται ἀπό τόν Κύριο, ἀφήνει νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ σύγχρονός μας ἐκκλησιαστική πράξη, πού κάθε ἄλλο παρά εὐχάριστη εἶναι· θυμίζει περισσότερο κοσμικά πρότυπα, παρά κοινωνία Χριστοῦ.

Εἴμασθε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί ἄρα σύνδουλοι μεταξύ μας. Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή ἱεράρχηση μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἡ μόνη ἐκκλησιολογικά δεκτή.

Οἱ διακρίσεις τῶν χαρισμάτων καί ἡ διάκριση σέ «ποιμένες» καί «ποιμαινομένους» δέν δημιουργεῖ ποσοτική ἤ ποιοτική διαβάθμιση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχουν ἀξιώματα, ἀλλά διακονίες.

Ὁ σεβασμός, πού ζητεῖ ἡ Ἐκκλησία ἀπό τά τέκνα της, δέν εἶναι μονομερής. Εἶναι ἀλληλοσεβασμός. Ὅπου ὑπάρχει αὐτός ὁ ἀλληλοσεβασμός, σώζεται καί ὁ γνήσιος χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας.

Κάθε πιστός ἄρα εἶναι ὀφειλέτης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί ὄχι μόνο λαϊκός, ἀλλά καί κληρικός, καί αὐτός ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ Πατριάρχης.

Ἡ ἔννοια, λοιπόν, τοῦ συνδούλου εἶναι ἡ περισσότερο ἐκφραστική, γιά νά δηλώσει τήν θέση τοῦ καθενός μας ἐνώπιον του Χριστοῦ, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας, πού μόνος ἔχει δικαίωμα νά ζητήσει ἀπό τόν καθένα μας ὅ,τι τοῦ ὀφείλει.

Ἀδελφοί μου!

Ὅταν γίνει συνειδητή αὐτή ἡ ἔννοια τοῦ «συνδούλου», ἡ συγχωρητικότητά μας δέν ἀποτελεῖ πιά πρόβλημα.

Ὅλοι εἴμαστε στήν ἴδια θέση.

 

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ, τῶν

                                                                    ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 117

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

 

«Αρνητές ταυτοτήτων»: Η νέα βλακώδης ταμπέλα των συστημικών ΜΜΕ!

 

 


 

«Αρνητές ταυτοτήτων». Αυτό είναι το νέο σλόγκαν που βγήκαν να κρώξουν οι καρακάξες και οι καλιακούδες των συστημικών ΜΜΕ, με αφορμή την προσέλευση κόσμου στα αστυνομικά τμήματα της χώρας για να εκδώσουν διαβατήριο. 

Η ίδια βλακώδης, κακοήθης, συκοφαντική και ρατσιστική επίθεση που εφαρμόστηκε στην πανδημία με το διαβόητο: «αρνητές εμβολίων», βγαίνει και τώρα από τη μουχλιασμένη φαρέτρα τους για να τοξεύσει τους πολίτες που ανησυχούν για τις συνταγματικές ελευθερίες τους.

Τρία χρόνια αυτής της δημοσιογραφικής αλητείας φαίνεται ότι δεν στάθηκαν αρκετά ώστε να καταλάβουν τα συγκεκριμένα κορακοειδή ότι το επάγγελμά τους δεν είναι να ασκούν bullying στον ελληνικό λαό. Και ότι αυτή η πρόστυχη ταμπελοποίηση, όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τις βλέψεις των αφεντικών τους, αλλά ίσα – ίσα που πεισμώνει τον κόσμο να κινηθεί ακόμα πιο αντιδραστικά.

Τι πάει να πει ακριβώς «αρνητές ταυτοτήτων»; Αυτό το μπλε πλαστικοποιημένο δελτίο που 6 εκατομμύρια πολίτες έχουν ακόμα στο πορτοφόλι τους, τι είναι; Κάρτα της Monopoly; Δεν είναι ταυτότητα επικυρωμένη και σφραγισμένη από την ελληνική δημοκρατία; Είπε ποτέ κανείς ότι αρνείται τον κρατικό ρόλο της ταυτότητας; Όχι. Εκείνος που τον αρνείται και τον διαστρέφει είναι η κυβέρνηση, γιατί από μέσο ταυτοποίησης μετατρέπει την ταυτότητα σε μέσο παρακολούθησης, επιτήρησης, άντλησης δεδομένων και άσκησης (ή στέρησης) δικαιωμάτων. Επομένως ο πραγματικός «αρνητής ταυτοτήτων» είναι το κράτος που θέλει να μεταλλάξει το δελτίο ταυτοποίησης σε κάρτα του πολίτη. 

Βλέπεις ακόμα και αριστερόστροφες ελληνικές ιστοσελίδες να κοροϊδεύουν τις ουρές για διαβατήριο και είναι οι ίδιοι που αφιερώνουν ολόκληρα «σεντόνια» αρθρογραφίας για το φακέλωμα της χούντας, αλλά για το παγκόσμιο ηλεκτρονικό φακέλωμα δεν έχουν κανένα πρόβλημα!

Τα εκατομμύρια Ελλήνων που γυρίζουν την πλάτη στις ηλεκτρονικές ταυτότητες, δεν είναι «αρνητές ταυτοτήτων» αλλά αντιρρησίες συνειδήσεως απέναντι σε μια κάρτα που ΔΕΝ είναι ταυτότητα, αλλά μόνο χρησιμοποιεί τον φερετζέ της ταυτότητας. Η ίδια ακριβώς ένσταση υπήρχε και για τα πειραματικά σκευάσματα κατά του Covid, τα οποία δεν ήταν εμβόλια με την κλασσική έννοια του όρου, αλλά προϊόντα γενετικής μηχανικής που δεν είχαν δοκιμαστεί επαρκώς. Ούτε τότε υφίσταντο «αρνητές εμβολίων», αλλά σκεπτικιστές απέναντι σε ένα σκεύασμα που ήταν πολλά παραπάνω από ένα συνηθισμένο εμβόλιο.

Και να πω και αυτό. Γούστο τους και καπέλο τους αν εκατοντάδες πολίτες στήνονται έξω από ΑΤ για να βγάλουν διαβατήριο! Δεν κατάλαβα δηλαδή, δεν έχουν το συνταγματικό δικαίωμα να εκδώσουν διαβατήριο ή μήπως πρέπει να πάρουν άδεια από τους συγκεκριμένους δημοσιογραφίσκους; 

Στη Βρετανία όπου ο νέος πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δήλωσε ότι θα ακυρώσει το σχέδιο επιβολής ψηφιακής ταυτότητας που προωθούσε ο Κιρ Στάρμερ, είναι και εκεί… αρνητές ταυτότητας και «οπισθοδρομικοί»; Τελικά στην Ελλάδα έχει μαζευτεί όλη η… εξέλιξη, παρότι σε όλους τους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες ξύνουμε τον πάτο του βαρελιού της Ευρώπης!

 

«Αφού έτσι κι αλλιώς μας παρακολουθούν από παντού»

 

Και για να τελειώνουμε μια και καλή με την ανοησία πολλών εξυπνάκηδων που κοροϊδεύουν όσους βλέπουν με επιφύλαξη τις νέες ταυτότητες. Χρησιμοποιούν το φαιδρότατο επιχείρημα ότι «έτσι κι αλλιώς μας παρακολουθούν από το κινητό μας, η ταυτότητα σας μάρανε τώρα;».

Λοιπόν αγαπητοί. Το κινητό και το διαδίκτυο δεν ορίζουν τα πολιτικά δικαιώματά σου. Δεν θεσπίζουν νόμους στη χώρα σου. Δεν μπορούν να σου επιβάλλουν πρόστιμα και περιορισμούς στην πραγματική ζωή σου. Δεν ρυθμίζουν το εισόδημα σου και τις δοσοληψίες σου. Δεν διαφεντεύουν το πορτοφόλι σου ή τον τραπεζικό σου λογαριασμό. Δεν μπορούν να μπλοκάρουν τις αγορές σου. Δεν αποφασίζουν για τη φορολόγησή σου. Δεν είναι υπεύθυνα για την ταυτοποίησή σου και την ελευθερία μετακίνησής σου. Δεν σε εκπροσωπούν συνταγματικά. Δεν είναι αρμόδια για την ασφάλιση, την υγεία, τη παιδεία, την πρόνοια. Δεν εξασφαλίζουν το δικαίωμα σου στην ισονομία και την ισοπολιτεία. Δεν καθορίζουν το μέλλον σου και το μέλλον των παιδιών σου. 

Όλα αυτά είναι αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του κράτους. Όχι του Facebook, του Instagram, του Χ, του TikTok, της Microsoft και οποιαδήποτε άλλης εταιρείας. Ο υπερσυγκεντρωτισμός εξουσιών στο κράτος είναι εκείνος που μας επηρεάζει αμεσότατα και όχι η πειρατική δράση μια εταιρείας. Την εταιρεία αν θες την απενεργοποιείς από κάθε διεπαφή σου. Το κράτος δεν μπορείς να το απενεργοποιήσεις – μπορεί όμως να σε απενεργοποιήσει εκείνο εάν διαθέτει την πρόθεση και τα μέσα να το πράξει. Και στις μέρες μας όπως έχει αποδειχθεί από πλήθος στοιχείων, υπάρχουν και τα δύο.

Όσοι λένε με απάθεια ότι «έτσι κι αλλιώς μας παρακολουθούν», το λένε για να νανουρίζουν την προειλημμένη απόφαση τους να παραδώσουν τις ελευθερίες τους. Όσο για τα φερέφωνα του κίτρινου τύπου που παίζουν την ίδια κασέτα από τον καιρό της πανδημίας, ακούγονται πλέον σαν χαλασμένα μαγνητόφωνα. Είναι αρνητές σοβαρής δημοσιογραφίας και ήδη συνηθισμένοι στις κάρτες, αφού χτυπάνε… κάρτα καθημερινώς στην αθλιότητα.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΔΡΩΝΗΣ

sportime.gr· 31/07/2026

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Μία ἐξαιρετική παρουσίαση γιά.....

Τό  Ὀρθόδοξο  Χριστιανικό  ἦθος


Ο σπουδαίος Καθηγητής της Δογματικής Σέρβος Θεολόγος Γέρων Ιουστίνος Πόποβιτς και δίπλα 
του ο τότε υποτακτικός του Αθανάσιος Γιέβτιτς σε νεαρή ηλικία.


                                          Αθανασίου Γιέφτιτς (+),

 πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης του Σερβικού Πατριαρχείου και Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου

 

«Μόρφωσόν Σου τον Χριστόν εν τω μέλλοντι αναγεννάσθαι, και οικοδόμησον αυτόν εν τω θεμελίω των Αποστόλων και των Προφητών Σου· και μη καθέλης, αλλά φύτευσον αυτόν φύτευμα αληθείας εν τη Αγία Σου Καθολική και Αποστολική Ε κ κ λ η σ ί α… » (Ευχή του αγίου Βαπτίσματος)

 

Τί άλλο είναι ο Χριστιανισμός παρά Αυτός ο ίδιος ο Χριστός; Χριστός δε θα πει, και είναι πραγματικά, ο Λόγος και Υιός του Θεού, που σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος. Το όνομα του Χριστού («χρισμένος», από το χρίω) προέρχεται, όπως είναι γνωστό, από το γεγονός της Σαρκώσεως του Θεού Λόγου και της ενώσεως Θεού και ανθρώπου στο πρόσωπο του Κυρίου. Επειδή δε στο Χριστό ενώθηκαν μια για πάντα Θεός και άνθρωπος και συνεπώς ε χ ρ ί σ θ η  ο άνθρωπος από το Θεό, η ανθρώπινη φύση από τη θεία φύση, γι’ αυτό και ο Λόγος του Θεού που σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος λέγεται «Χριστός», δηλαδή Θεός μαζί και άνθρωπος, Θ ε άνθρωπος.

 

Αυτό το κεντρικό γεγονός της χριστιανικής μας πίστεως πρέπει να το τονίσουμε πολύ έντονα και μάλιστα από την αρχή, όταν έχουμε την πρόθεση να μιλήσουμε για το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος. Γιατί πολλοί από μας τους σημερινούς ανθρώπους κάνουμε πολύ συχνά ένα από τα δύο παμπάλαια λάθη: ή θεωρούμε το Χριστό μονάχα ως «Θεό», ξεχνώντας πως ο «Θεός» αυτός έγινε ένας από μας με σάρκα και αίμα ανθρώπου ή, αντίθετα, θεωρούμε το Χριστό μονάχα ως ένα μεγάλο, σοφό και καλό «άνθρωπο», και λησμονούμε πως ο Χριστός είναι συνάμα και αληθινός Θεός, παραμένει δε Θεός και μετά την Ενανθρώπησή Του. Η ενότητα αυτή του Χριστού, το γεγονός δηλαδή πως ο Χριστός είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος, πλήρης και αληθινός Θεός και πλήρης και αληθινός άνθρωπος, αποτελεί το μοναδικό γεγονός και την υψίστη αλήθεια της χριστιανικής μας πίστεως. Χωρίς αυτή την υψίστη και μοναδική αλήθεια του Χριστιανισμού, δηλαδή του Θεανθρώπου Χριστού, που προβάλλεται στον άνθρωπο για να την αποδεχθεί με το κριτήριο της πίστεως, δεν υπάρχει ούτε ο Χριστιανισμός, ούτε ο χριστιανός, μα και ούτε ολότελα χριστιανικό ήθος και ζωή. Η μαρτυρία για το Χριστό ως ενιαίο και προσωπικό («υποστατικό») Θεό και άνθρωπο αποτελεί την κεντρική μαρτυρία των Αποστόλων, των Μαρτύρων και όλων των Αγίων, δηλαδή τη βασική μαρτυρία και πίστη της καθολικής (κατά – όλον) Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο της. Γιατί το Ευαγγέλιο της Εκκλησίας, που κατέγραψαν οι Απόστολοι ως αυτόπτες και μάρτυρες και το επισφράγισαν με το αίμα τους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μαρτυρία για το Λόγο του Θεού, που έγινε σάρκα, δηλαδή άνθρωπος, και σταυρώθηκε και αναστήθηκε από το βασίλειο των νεκρών και παραμένει ως Θεάνθρωπος μαζί μας όλες τις ήμερες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Βλ. Ιω. α’ 1-14″ Ματθ. ιστ’ 16· κη’ 16-20″ Α’ Κορ. α’ 23-24· ιε’ 1-20″ Α’ Ιω. α’ 1-3 κ.ά.).

 

Όμως για να μην πέσουμε ούτε σε ένα άλλο καταστρεπτικό λάθος, που θα μας οδηγούσε έξω από την περιοχή της χριστιανικής αλήθειας, της αποκαλυμμένης από τον ίδιο το Θεό (αυτό δε θα σήμαινε έξω από την περιοχή του Χριστού), είναι ανάγκη επιτακτική να ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμη σχετικά με την πίστη μας στο Θεάνθρωπο Χριστό. Είναι γνωστό πως η χριστιανική μας υπόσταση και ζωή και το ήθος αρχίζουν από τη στιγμή που βαπτιζόμαστε στο Χριστό, στο θάνατο και την ανάστασή Του. Γιατί πραγματικά βαπτιζόμαστε στο Χριστό, το Θεό και τον άνθρωπο, και ντυνόμαστε το Χριστό, αφού γινόμαστε σύμφυτοι και σύμμορφοι και συγκοινωνοί στο θεανθρώπινο θάνατό Του και στη θεανθρώπινη ανάστασή Του σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου και τις ευχές της Εκκλησίας μας, όταν τελεί το μυστήριο του αγίου βαπτίσματος. Τη στιγμή λοιπόν που βαπτίζεται ο άνθρωπος, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο ιερέας αναφέρει το όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος, όταν λέγει μυστηριακά: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού εις το όνομα του Πατρός και του Υ ι ο ύ και του Αγίου Πνεύματος». Μετά δε τη βάπτιση χρίεται ο νεοφώτιστος με το χρίσμα του Παναγίου Πνεύματος. Τούτο το γεγονός σημαίνει πως ο Χριστός, στον οποίον βαπτιζόμαστε είναι αχώριστα ενωμένος με την Παναγία Τριάδα, τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και η πίστη μας και το βάπτισμά μας σ’ Αυτόν ως Θεάνθρωπο είναι συνάμα πίστη και βάπτισμα σ’ Αύτη την ίδια την Αγία Τριάδα, τον ένα και μοναδικό αληθινό Θεό μας, γιατί ο Χριστός είναι ο «Ένας της Τριάδος», που σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος παραμένοντας όμως για παντοτινά το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Άλλωστε, σύμφωνα με τους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, το όνομα του Χριστού (ο «χρισμένος») φανερώνει ολόκληρη την Αγία Τριάδα. Σχετικά γράφει ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας: «Η του Χριστού προσηγορία του παντός έστιν ομολογία· δηλοί γαρ τον τε χρίσαντα Θεόν και τον χρισθέντα Υιόν και το χρίσμα, το Πνεύμα, ως παρά Πέτρου του Αποστόλου εν ταις Πράξεσι μεμαθήκαμεν Ιησούν τον από Ναζαρέτ, ον έχρισεν ο Θεός τω Πνεύματι τω Αγίω» (Ρ.G. 32, 116). Συνεπώς, όταν εμείς οι ορθόδοξοι πιστεύουμε στο Χριστό, ως Θεάνθρωπο, πιστεύουμε συνάμα και στην Αγία Τριάδα, που μας την αποκάλυψε ακριβώς η σάρκωση και ενανθρώπηση του Χριστού.

 

Γιατί ο Θεός των Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ (και όχι ο Θεός των φιλοσόφων ή των θρησκειών) αποκαλύφθηκε σε μας στο πρόσωπο του Χριστού με τη σάρκωσή Του. Ο σαρκωμένος λοιπόν Λόγος του Θεού, ο ιστορικός Θεάνθρωπος Ιησούς, είναι ακριβώς η ουσία της Αποκαλύψεως του Θεού, η ουσία του Χριστιανισμού. Αυτός, ως Θεάνθρωπος, είναι η ίδια η Αποκάλυψη σε όλη της την πληρότητα. Χωρίς τη σάρκωση του Χριστού, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, εμείς δεν θα είχαμε γνωρίσει τίποτε από το μυστήριο αυτής της Τριάδος, Όπως παρατηρεί σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Ει μη εσαρκώθη ο του Θεού Λόγος, ουκ αν εδείκνυτο Πατήρ αληθώς ο Πατήρ· ουκ αν αληθώς Υιός ο Υιός· ουκ αν το Πνεύμα το Άγιον προϊόν και αυτό εκ του Πατρός· ουκ αν ο Θεός εν ουσία και υποστάσεσιν, αλλ’ ενέργεια τις μόνον ενθε¬ωρούμενη τοις κτίσμασι» (Ρ.G. 151, 204). Γι’ αυτό λοιπόν ολόκληρη η χριστιανική Αποκάλυψη είναι Χριστολογική και Χριστοκεντρική, αλλά αυτός ο ορθόδοξος «Χριστοκεντρισμός» είναι Τριαδολογικός, σημαίνει δηλαδή ακριβώς τον Τριαδοκεντρισμό. Αλλιώτικα δεν μπορούμε να έχουμε την ορθή, την ορθόδοξη Χριστολογία και, σε επέκταση, την ορθόδοξη πίστη και ζωή, το ήθος εν τω Χριστώ.

 

Σε τούτο το σημείο κρίνουμε αναγκαία και μια ακόμη διευκρίνιση. Πολλοί από μας τους σύγχρονους χριστιανούς πιστεύουμε μεν στο Χριστό, δεν Τον πιστεύουμε όμως μέσα στην Εκκλησία Του και μαζί με την Εκκλησία Του. Με πιό πολλή ακρίβεια, δεν τον πιστεύουμε ως Εκκλησία, αλλά ασυνείδητα ή ενσυνείδητα Τον αποχωρίζουμε από την Εκκλησία Του, που είναι το προσωπικό Σώμα Του, η Σάρκα Του. Ο Χριστός όμως, στην Ορθόδοξη πίστη μας και στο βίωμα της Εκκλησίας μας, νοείται και πιστεύεται μονάχα με την Εκκλησία Του, που είναι το Θεανθρώπινο Σώμα Του. Γιατί ο Χριστός με τη Σάρκωσή Του πήρε επάνω Του σώμα και έγινε σώμα ο Ίδιος, και ακριβώς το σώμα αυτό είναι η Εκκλησία. «Ο Χριστός ανέλαβε το σώμα της Εκκλησίας, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «και την Εκκλησίαν εποίησεν σώμα Εαυτού» (Ρ.G. 52, 429). Για τούτο ο Χριστός είναι αχώριστος από την Εκκλησία, που είναι το σώμα Του, και η Εκκλησία είναι αχώριστη από το Χριστό, που είναι η κεφαλή της και η απαρχή της, η ζωή της και το ήθος της. Έτσι η ορθόδοξη Εκκλησιολογία βρίσκεται ολόκληρη στη Χριστολογία, γιατί αυτό που απασχολεί και ενδιαφέρει την Εκκλησία, απασχολεί και ενδιαφέρει το Χριστό και αυτό που απασχολεί και ενδιαφέρει το Χριστό, απασχολεί και ενδιαφέρει συνάμα και την Εκκλησία Του. Γι’ αυτό κατά τη στιγμή του βαπτίσματός μας ενωνόμαστε με το Χριστό εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Τούτο όμως σημαίνει ακριβώς πως φυτευόμαστε στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, όπως μας το λέγει πολύ καθαρά η ευχή του αγίου Βαπτίσματος: «Φύτευσον αυτόν φύτευμα αληθείας εν τη Αγία Σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».

 

Έτσι, όταν αποχωρίζουμε το Χριστό από την Εκκλησία ή την Εκκλησία από το Χριστό, κάνουμε το μεγαλύτερο σφάλμα και πέφτουμε στη μεγαλύτερη αίρεση: αποσαρκώνουμε και απογυμνώνουμε το Χριστό, τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο και τον αποδιώκουμε από το σώμα Του. Αυτό όμως σημαίνει πως Τον αποδιώκουμε από τον άνθρωπο και από τον κόσμο. Αλλά τότε, όταν αποσαρκώνουμε το Χριστό-Θεάνθρωπο, πώς μπορούμε να είμαστε πια χριστιανοί και να μιλάμε για «Χριστιανισμό»;

 

Από τα όσα υπογραμμίσαμε μέχρις εδώ έγινε αντιληπτό, πώς το κεντρικό μυστήριο της Ορθοδοξίας είναι ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος, ο πλήρης και αληθινός Θεός, ο ενωμένος με την Αγία Τριάδα και ο πλήρης και αληθινός άνθρωπος, ο ενωμένος με όλους τους ανθρώπους, που αποτελούν το σώμα Του, την Εκκλησία. Η αλήθεια αυτή και το γεγονός αυτό αποτελούν ολόκληρο το δόγμα της Ορθοδόξου ευαγγελικής πίστεως μας, και τη χριστιανική ζωή και το ήθος μας, όπως μας το παρέδωσαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες. Ο Χριστός ως Θεάνθρωπος είναι πραγματικά και modus credendi και modus vivendi, και modus cognoscendi και modus faciendi για μας τους ορθοδόξους, αλλά ο Χριστός αχώριστα ενωμένος με την Παναγία Τριάδα και αχώριστα ενωμένος με την ανθρωπότητα, με την Εκκλησία Του. Για συντομία θα αναφέρουμε μονάχα ένα κείμενο των αγίων Αποστόλων, που επιβεβαιώνει όλα όσα αναφέραμε μέχρις εδώ, δηλαδή τη σχέση και ένωση της ορθοδόξου Χριστολογίας, Τριαδολογίας, Εκκλησιολογίας και Ανθρωπολογίας. Το κείμενο αυτό είναι μια προσευχή του Αποστόλου Παύλου, που ή δομή και το περιεχόμενό της αποδίδουν πιστά την καθολικότητα και αλληλοπεριχώρηση της ορθοδόξου πίστεως, της ζωής και του ήθους :

 

«Τούτου χάριν κάμπτω τα γόνατά μου προς τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ι η σ ο ϋ Χριστού, εξ ου πάσα πατριά εν ούρανοίς και επί γης ονομάζεται, ίνα δώη υμίν κατά τον πλούτον της δόξης Αυτού δυνάμει κραταιωθήναι διά του Πνεύματος Αυτού εις τον έσω άνθρωπον, κατοικήσαι τον Χριστόν διά της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών, εν αγάπη ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι, ίνα εξισχύσητε καταλαβέσθαι συν πάσι τοις αγίοις, τί το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος, γνώναι τε την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστού, ίνα πληρωθήτε εις παν το πλήρωμα του Θεού. Τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσοϋ ων αιτούμεθα ή νοούμεν κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν, Αυτώ η δόξα εν τη Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού εις πάσας τας γε¬νεάς του αιώνος των αιώνων αμήν» (Εφεσ. γ’ 14-21).

 

II

 

Το Χριστολογικό δόγμα, όπως επίσης και το Τριαδικό, το Εκκλησιολογικό, το Ανθρωπολογικό, όπως και όλα τα άλλα δόγματα της πίστεως, για μας τους ορθοδόξους δεν είναι φιλοσοφικές κατηγορίες ή αρχές ή στοιχεία από ένα μεγαλεπίβολο φιλοσοφικό σύστημα, είτε αυτό ονομάζεται χριστιανικό, ή ιδεαλιστικό, ή υπαρξιακό, ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομασθεί. Μ’ ένα τέτοιο τρόπο θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τα δόγματα της Εκκλησίας στη φιλοσοφία τους ο Solovjev και ο Berdjajev, αλλά και άλλοι χριστιανοί φιλόσοφοι ιδιαίτερα στη Δύση. Στην ορθοδοξία τα δόγματα τοποθετούνται σε εντελώς διαφορετική προοπτική. Πρόκειται δηλαδή για την ομολογία της «άπαξ παραδοθείσης τοις αγίοις πίστεως», κατά τον Απόστολον Ιούδα (1,3). Πρόκειται για τη «μωρία του Θεού», που αχρείωσε τη σοφία των σοφών σ’ αυτό τον κόσμο, για να σώσει τον άνθρωπο. Πρόκειται για το «κήρυγμα των Αποστόλων και τα δόγματα των Πατέρων», δηλαδή για τη μια και μοναδική πίστη της Εκκλησίας, που μέσα της ζούμε, σωζόμαστε και γινόμαστε θεοί κατά χάρη.

 

Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες είχε για πρώτη της φροντίδα το να ο ρ θ ο τ ο μ εί με τη «μάχαιρα του Πνεύματος» το λόγο της αληθείας, δηλαδή να ορθοτομεί την πίστη, που είναι ταυτόχρονα λόγος αλήθειας και λόγος ζωής και λόγος σωτηρίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι η σωτηρία μας, ποτέ δεν αδιαφόρησε, ούτε και μπορούσε να το κάμει, για την αλήθεια, την ορθότητα της πίστεως, «το πρώτον της σωτηρίας ημών φάρμακον», κατά τον άγιο Μάξιμο (Ρ.G. 91, 465). Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αδιαφορία για την ίδια τη σωτηρία των ανθρώπων. Αν η Εκκλησία έμενε αδιάφορη για την ορθοδοξία της πίστεως, που είναι η προϋπόθεση και το περιεχόμενο της ζωής και της σωτηρίας μας, θα αρνιόταν τον Εαυτό της, την ίδια την ουσία της.

 

Αν «χωρίς της πίστεως αδύνατον ευαρεστήσαι τω Θεώ» (Εβρ. ια΄ 6), αυτό σημαίνει πρώτιστα πως εδώ τονίζεται η ορθότητα της πίστεως, η ορθή δόξα για το Θεό, η ορθή δοξολογία του Θεού, η ορθοδοξία. «Δει πάντως πίστεως μεν, και προ γε των άλλων ορθής», γράφει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (Ρ.G. 72, 776). Και ο Κύριος στην αρχιερατική Του προσευχή προσευχόταν όχι μονάχα για το «ίνα πάντες εν ώσιν», αλλά «ίνα ώσιν εν καθώς και ημείς - η Αγία Τριάς - εν εσμέν» (Ιω. ιγ’ 21-22). Ο Κύριος προσευχόταν και για τον αγιασμό των πιστών, που πραγματοποιείται με την ορθή πίστη: «Πάτερ… αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί». Και ο θείος Χρυσόστομος δίνει στο σημείο τούτο την εξής ερμηνεία: «Αγίους ποίησον διά της του Πνεύματος δόσεως και των ορθών δογμάτων… τα γαρ ορθά δόγματα, περί Θεού λεγόμενα, αγιάζει την ψυχήν» (Ρ.G. 59,443).

 

Σε τούτο το σημείο η Ορθόδοξη Παράδοση ακολουθεί πιστά τον Απόστολο Παύλο, που μας υπογραμμίζει πως η πίστη, η ορθή και ζωντανή πίστη, η «πίστις της αληθείας», είναι η αρχή για τη χριστιανική μας υπόσταση: «Μέτοχοι γαρ γεγόναμεν του Χριστού, εάνπερ την αρχήν της υποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν» (Εβρ. γ’ 14). Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας τον Παύλο τονίζει: «Τί έστιν αρχή της υποστάσεως; -Τ η ν  πίστιν φησί, δ ι’  η ς  υπέστημεν και γεγεννήμεθα και, ως αν τις ε ί π ο ι, συνουσιώθημεν τω Χριστώ» (Ρ.G. 63, 56). Η αρχή λοιπόν, η βάση της υπάρξεώς μας είναι η πίστη, με την οποία «υπέστημεν» (δηλαδή πήραμε την πραγματική μας υπόσταση το «κατά Χριστόν υποστήναι») και «γεγεννήμεθα» και «συνουσιώθημεν» τω Χριστώ. Παρόμοια ερμηνεύει τον Παύλο και ο Θεοδώρητος Κύρου: «Ταύτην την πίστιν (ο Παύλος) αρχήν της υποστάσεως κέκληκε· δι’ εκείνης γαρ ενεουργήθημεν και συνήφθημεν τω Δεσπότη Χριστώ και της του Παναγίου Πνεύματος μετειλήφαμεν χάριτος» (Ρ.G. 82, 701). Εδώ βλέπουμε με σαφήνεια, πως η πίστη, το δόγμα, σύμφωνα με την ορθόδοξη εμπειρία, περιέχει την πραγματικότητα της αναγεννήσεως και της σ υ ν ο υ σ ι ώ σ ε ω ς, της ενώσεως δηλαδή και μετοχής και κοινωνίας με το Χριστό και το Άγιο Πνεύμα. Αυτό ακριβώς είναι το αληθινό ήθος της Ορθοδοξίας: η αναγέννηση, συνουσίωση, ένωση, μετοχή και κοινωνία με το Χριστό διά του Αγίου Πνεύματος.

 

Το ορθόδοξο λοιπόν ήθος, που είναι η κοινωνία του προσώπου μας με το Θεό Πατέρα εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος και ο αγιασμός ολόκληρου του ανθρώπου στην οδό της θεώσεως, αρχίζει να υπάρχει, μόνον όταν έχουμε ως προϋπόθεση την ορθή πίστη, την ορθοδοξία. Κάθε εκτροπή από την ορθοδοξία έχει ως συνέπεια την έκπτωση από την πνευματικότητα. Τρανό παράδειγμα για τούτη την αλήθεια είναι το filioque, που έγινε αιτία να καταπέσει η πνευματικότητα στη Δύση.

 

Η «πίστις χωρίς έργων νεκρά έστι» (Ιακ. β’ 26), αλλά «και έργα χωρίς πίστεως νεκρά έστι», σύμφωνα με την κοινή μαρτυρία των Πατέρων μας. Και τα δύο αυτά, δηλαδή το ορθό δόγμα και ο ορθός βίος είναι στην Ορθόδοξη εμπειρία αδιάσπαστα. Ενωμένα και τα δύο μαζί φέρουν μέσα τους την σφραγίδα και τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η αγιότητα και τελειότητα των Αγίων, αυτό δηλαδή που είναι για την Ορθοδοξία το παν, γεννιέται κατά συνέπεια από την ορθή πίστη και τον ορθό βίο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος: «Άπας γαρ ο των αγίων έπαινος και μακαρισμός, γράφει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, διά των δύο τούτων συνί¬σταται, διά τε της ορθοδόξου πίστεως και του επαινετού βίου και διά της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και των χαρισμάτων Αυτού. Τοις γαρ δυσί τού¬τοις το τρίτον συνέπεται. Εν γαρ τω βιώσαι τινα καλώς τε και θεοφιλώς μετά φρονήματος ορθοδόξου και εν τω χαριτωθήναι από Θεού και δοξασθήναι διά της του Πνεύματος δωρεάς, συνέπεται αυτώ ο έπαινος και ο μακαρισμός παρά πάσης της Εκκλησίας των πιστών και παρά πάντων των διδασκάλων αυτής».

 

Γίνεται λοιπόν φανερό, πως η ορθή πίστη, δηλαδή η ορθοδοξία, είναι το θεμέλιο και το περιεχόμενο της νέας ζωής εν Χριστώ και του ήθους της Εκκλησίας και κάθε ανθρώπου, που στην περιοχή της αναγεννιέται ως «καινή κτίσις». Το να είναι κανείς καινούρια κτίση εν Χριστώ, αυτό δηλαδή που είναι το ορθόδοξο ήθος, σημαίνει κατά τον Απόστολο Παύλο και τους Πατέρες ότι «τα αρχαία παρήλθε, ιδού γέγονε καινά τα πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 17). Ότι δηλαδή οι αρχαίες και νεώτερες πλάνες της ειδωλολατρείας και της ψευτολατρείας του Θεού ξεπεράστηκαν και έφτασε η αληθινή Θεογνωσία και η ορθόδοξη λατρεία του Θεού εν Πνεύματι και  α λ η θ ε ί α· ότι έφτασαν «τα της εν αληθεία θεοσέβειας δόγματα», όπως λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (Ρ.G. 74, 537). Εν Χριστώ Ιησού ισχύει μονάχα η καινή κ τ ί σ ι ς γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Γαλάτες, και αμέσως πιό κάτω: «και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος» (Γαλ. στ’ 15 – 16). Αυτός ο κανόνας της καινούργιας κτίσεως, που πρέπει να τον ακολουθούν οι χριστιανοί, είναι κατά τον άγιο Ειρηναίο, ο «κανών της πίστεως», ο «αμετάθετος κανών της αληθείας», που τον παίρνουμε στο Βάπτισμα, όταν ομολογούμε το Σύμβολο της πίστεως.

 

Ο αξέχαστος Ρώσος Καθηγητής Ν. Gludokosky σε μια του συνάντηση με τους Αγγλικανούς το 1925, διατυπώνοντας την ορθόδοξη παραδοσιακή ερμηνεία του πιο πάνω χωρίου του Παύλου, έλεγε πως τα ορθά δόγματα «εκφράζουν αυτή τη φύση της χριστιανικής μας ζωής», είναι «οι κανόνες» της «καινής κτίσεως», που πρέπει να ακολουθούμε, είναι οι «νόμοι της χριστιανικής μας υπάρξεως», οι «σταθερές βάσεις για τον ορθό βίο» και τα «απαραίτητα στοιχεία για τη χριστιανική μας ζωή». Τα δόγματα επιβεβαιώνουν την νέα πραγματικότητα του Χριστιανισμού, είναι η βάση, το θεμέλιο, το στήριγμα και η περιφρούρηση της χριστιανικής ενότητας στην Εκκλησία, που είναι ακριβώς ο «στύλος και το ε δ ρ α ί ω μ α  της αληθείας» κατά τον Παύλο (Α’ Τιμ. γ’ 15). Αλλά και κατά τον Χρυσόστομο «η αλήθεια εστί της Εκκλησίας και στύλος και εδραίωμα» (Ρ.G. 62, 554). Με τούτη την ίδια έννοια ορίζει και ο άγιος Μάξιμος την Εκκλησία: «Καθολικήν Εκκλησίαν, την ορθήν και σωτήριον της πίστεως ομολογίαν, ο Κύριος είναι ειπών» (Ρ.G. 90, 93). Παρόμοια και ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «Το άθροισμα των αγίων, το εξ ορθής πίστεως και πολιτείας αρίστης συγκεκροτημένον. Εκκλησία εστίν» (Ρ.G 78, 685).

 

Εδώ μπορούμε να συμπεράνουμε, πως για την ορθόδοξη Παράδοση και γενικά για την ορθόδοξη εκκλησιαστική εμπειρία, το δόγμα και το ήθος ήταν και είναι η ιδία η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ακριβώς επειδή είναι το ζωντανό Σώμα του Χριστού, που οδηγείται από το Ζωοποιό Πνεύμα του Χριστού. Για τους Αποστόλους και τους Πατέρες πάλι, η Αλήθεια και η Ζωή είναι ο Χριστός, η πίστη και η σωτηρία είναι πάλι ο Χριστός, αλλά πάντοτε μέσα στην Εκκλησία, στο θεανθρώπινο σώμα Του. Έτσι γίνεται φανερό, πως και η Εκκλησία είναι αλήθεια και ζωή χάρις στην παντοτινή παρουσία μέσα της του Χριστού και του Παρακλήτου Πνεύματος. Αλλιώτικα δεν μπορεί να είναι σώμα Χριστού ούτε Εκκλησία του ζωντανού Θεού, αλλά εκκλησία νεκρή «εκκλησία πονηρευομένων», κατά τον Ψαλμωδό (Ψαλμ. 25,5). Η Νύμφη του Χριστού, η Εκκλησία, η αγνή Παρθένα, δεν έχει σπίλο ή ρυτίδα και είναι παρθένα «διά την των δογμάτων και ηθών ορθότητα» θα πει ένας σοφός της Εκκλησίας (Βλ. Β.Ε.Π. 12, 368).

 

Όπως λοιπόν το δόγμα έτσι και το ήθος στην Ορθοδοξία έχουν πάντοτε Χριστολογικό και συνάμα Τριαδολογικό και Πνευματολογικό και Εκκλησιολογικό και Σωτηριολογικό χαρακτήρα, όπως θα το δούμε παρακάτω.

 

Ο Τριαδολογικός χαρακτήρας στην ορθόδοξη ευσέβεια και στο ήθος τονίζεται από όλους τους Πατέρες, γιατί έχει την πηγή του στο μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος, που τελείται στο όνομα της Παναγίας Τριάδος και ενεργείται «εκ του Πατρός δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι». Τα λόγια της ευχής στο Βάπτισμα, το «φωτισθήναι ημάς φωτισμόν γνώσεως και ευσεβείας διά της Ομοουσίου Τριάδος», και το «καταφοιτήσαι τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της Υπερουσίου Τριάδος ενέργειαν» σημαίνουν πως η καινούρια ζωή, η χριστιανική, αρχίζει μέσα μας και συνεχίζεται ως έργο και ενέργημα της Αγίας Τριάδος «εν η βεβαπτίσμεθα, δι’ ης και ζώμεν και γινώσκομεν και νοούμεν, υφ’ η ν και έσμεν και εις αιώνας αιώνων εσόμεθα, ως εξ Αυτής εσχηκότες το είναι και το ε υ είναι» (Συμεών, ο Ν. Θεολόγος, θεολογικός Α’).

 

Η Τριαδική Χάρις, πού «έλαβε μυστικώς ο βαπτισθείς ορθοδόξως», ενεργεί μέσα του «κατά αναλογίαν της εργασίας των εντολών», λέγει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής (Φιλοκαλλία, τ. Α’ 113 και 115). Αλλά και τούτη η εργασία των εντολών - η «τήρησις εντολών Θεού» (Α’ Κορ. ζ’ 19)– έχει χαρακτήρα Τριαδολογικό. Γιατί, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο, «ο μεν του Θεού και Πατρός Θεός Λόγος εκάστη μυστικώς ενυπάρχει των οικείων εντολών. Ο δε Θεός και Πατήρ, όλος εστίν αχώριστος, εν όλω τω οικείω Λόγω φυσικώς. Ο τοίνυν δεχόμενος θείαν εντολήν και ποιών αυτήν, τον εν αυτή του Θεού δέχεται Λόγον ο δε τον Λόγον διά των εντολών δεξάμενος, δι’ Αυτού το εν Αύτω φυσικώς συνεδέξατο Πνεύμα. Αμήν γάρ, φησί, λέγω υμίν, ο λαμβάνων όντινα πέμψω, εμέ λαμβάνει· ο δε εμέ λαμβάνων, λαμβάνει τον πέμψαντά με (Ιω. ιγ’ 20). Ο γούν εντολήν δεξάμενος και ποιήσας αυτήν, λαβών έχει μυστικώς την Αγίαν Τριάδα» (Ρ.G. 90, 1156 – 7). Στη θέση αυτή του αγίου Μαξίμου βρίσκουμε με σαφήνεια την παράδοση του ευαγγελιστού Ιωάννου: Όποιος τηρήσει βιωματικά το λόγο και την εντολή του Χριστού, αυτός μένει στο Θεό και ο Τριαδικός Θεός - Πατήρ, Υιός και Πνεύμα - θα έλθουν και θα κατασκηνώσουν μέσα του (Ιω. ιδ’ 23), Βέβαια το ίδιο συνιστά και την Εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου: Κάθε χριστιανός και ολόκληρη η Εκκλησία γίνεται καθολικό κατοικητήριο και οίκος και ναός του Θεού, «ναός θεοφόρος», «ναός χριστοφόρος», «ναός του Πνεύματος», ναός, δηλαδή, που μέσα του κατοικεί ο Χριστός και ο Πατέρας Του και ο Παράκλητος, όπως μας λέγουν χαρακτηριστικά οι άγιοι Ιγνάτιος και Χρυσόστομος. Έτσι η ζωή, το ήθος μας, και το τέλος του, η θέωση, είναι πίστη και χάρη, γνώση και κοινωνία της Αγίας Τριάδος: «Αγιασμός και θέωσις αγγέλων και ανθρώπων η γνώσις της Αγίας Τριάδος», λέγει και ο Αββάς Θαλάσσιος (Φιλοκαλλία, τ. δ’ 210).

 

Αλλά εκείνο που κυρίως χαρακτηρίζει το ορθόδοξο ήθος είναι ο Χριστολογικός και Χριστοκεντρικός χαρακτήρας του. Η πίστη για τους Πατέρες δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο ίδιος ο Χριστός. «Η τελεία πίστις Ιησούς Χριστός», γράφει ο άγιος Ιγνάτιος (Σμυρν. 10, 2). Και ο άγιος Μάξιμος: «Χριστόν δε φαμέν είναι την ενυπόστατον πίστιν»(Ρ.G. 90, 332) και επίσης: «Ενυπόστατος πίστις εστίν η ενεργής και έμπρακτος, καθ’ ην ο του Θεού Λόγος εν τοις πρακτικοίς δείκνυται, ταις εντολαίς σωματούμενος δι’ ων ο Λόγος προς τον εν ω κατά φύσιν εστίν ανάγει Πατέρα τους πράττοντας» (Ρ.G. 90, 336). Αυτή η έκφραση του αγίου Μαξίμου, ότι ο Χριστός είναι η ενυπόστατη πίστη πρέπει να νοείται στα πλαίσια του χριστολογικού δόγματος, όπως διατυπώθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, στα πλαίσια δηλαδή της θεανθρωπίνης πίστεως και ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

Ο Χριστός είναι λοιπόν η ενυπόστατη, η γεμάτη ζωή θεανθρώπινη καθολική πίστη, που μέσα της έχει και την αρετή, τη ζωή δηλαδή και το ήθος. Ο Χριστός είναι «αρχή και θεμέλιον πάντων των αρετών», λέγει ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης.

 

Και ο άγιος Μάξιμος επαναλαμβάνει: ο Χριστός είναι «υπόστασις πάσης χάριτος και αρετής». Σύμφωνα και με τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο Χριστός γίνεται στον καθένα που πιστεύει σ’ Αυτόν «δύναμις φρονήσεως, ισχύς γνώσεως, σθένος σοφίας, κράτος δικαιοσύνης, και θεμέλιον αγάπης Θεού και ανθρώπων, και ενέργεια πάσης ιεράς εντολής και θείου θελήματος, και μία επιστημονική και φυσική αποστροφή και μίσος πάσης κακίας και αμαρτίας και ηδονής και πονηρίας. Διότι ο Χριστός είναι η ελπίς, και η ειρήνη ημών, και χωρίς τον Χριστόν, όχι μόνον δεν δύναται να κάμη κανείς κανένα καλόν, αλλά είναι και απομακρυσμένος από τον Θεόν» (Λόγος 13).

 

Το χριστοκεντρικό ήθος στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια «Ιmitatio Christi»(=μίμηση Χριστού), αλλά η εν Χριστώ ζωή (πρβλ. Νικόλαος Καβάσιλας και άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης)· χριστοβίωμα· θεανθρώπινη συμβίωση (όπως η άμπελος και τα κλήματα)· καθολική ένδυση του Χριστού, «ίνα πάντα Αυτός ημίν η έσωθεν και έξωθεν»· ευχαριστιακή ενσωμάτωση του Χριστού στους πιστούς και των πιστών στο Χριστό, ή όπως λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς « ενχρίστωση ». Οι Άγιοι, κατά τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, είναι οι «όλον τον Χριστόν εν εαυτοίς ολοτελώς κτησάμενοι έργω και πείρα και αισθήσει και γνώσει και θεωρία». (Κατήχησις 8η). Ο τέλειος χριστιανός, κατά τον Αναστάσιο Σιναΐτη, είναι «αληθινός οίκος Χριστού, δι’ έργων αγαθών και δογμάτων ευσεβών συνιστάμενος» (Ρ.G. 789, 329).

 

Ολόκληρη η θεανθρώπινη οικονομία του Σωτήρος Χριστού για τη σωτηρία μας: η γέννηση, η μεταμόρφωση, η σταύρωση, η ανάσταση κλπ. επαναλαμβάνονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα στη ζωή των χριστιανών, τόσο λειτουργικά σε κάθε Θεία Λειτουργία, όσο και βιωματικά, στη ζωή του χριστιανού και αυτό είναι το λειτουργικό -ασκητικό ήθος της Ορθοδοξίας. Ο Χριστός, όπως μας λέγει ο Νικόλαος Αχρίδος, δεν ήλθε μονάχα για να μας μάθει τη ζωή ή για να τη διορθώσει, αλλά για να γίνει η ζωή μας. «Τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή άπέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι’ Αυτού», λέγει ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης (Α’ Ιω. δ’ 9). Το «δι’ Α υ τ ο ύ » στον Ιωάννη ταυτίζεται με το «εν Αυτώ», «εν τω Χριστώ», του Παύλου.

 

Ώστε το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος είναι εκείνο το «ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί ο Χριστός» (Γαλ. β’ 20). Αυτή η περιχώρηση της θεανθρώπινης ζωής του Χριστού στον Παύλο και σε κάθε πιστό - όπου ο Χριστός γίνεται για τους χριστιανούς «τα πάντα αντί πάντων», σωματικά και πνευματικά (άγιος Ιγνάτιος) - αποτελεί τη συνέχεια και τη συνέπεια για μας του μυστηρίου της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων στο Θεάνθρωπο Χριστό.

 

Έτσι στο Βάπτισμα γεννιέται ο πιστός εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν τω πιστώ και στη συνέχεια ο πιστός ζει την επίγεια ζωή του Χριστού: σταυρώνεται μαζί με το Χριστό στο θάνατό Του, πεθαίνει για την αμαρτία και τα πάθη (άγιος Ισαάκ ο Σύρος), αλλά και ανασταίνεται και ζωοποιείται με το Χριστό για την «άλλην βιοτήν την αιώνιον». Τρέφεται αδιάκοπα με το σώμα και το αίμα του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία, ενώνεται με το Χριστό και τους αδελφούς του ανθρώπους, γίνεται «σύσσωμος» και «σύσσαρκος» και «σύναιμος» καί «σύζωος» του Χριστού. Έτσι πορεύεται και επαναλαμβάνει ολόκληρη τη θεανθρώπινη ζωή του Χριστού.

 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης αναφέρει σχετικά: «Πάσας τας μεθηλικιώσεις τας εν Χριστώ φθάσαι πας τις οφείλει ο βαπτισθείς εν Χριστώ. Προείληφε γαρ την τούτων δύναμιν, και διά των εντολών ταύτας ευρείν και μαθείν δύναται» (Φιλοκαλία, τ. δ’ 53). Παρόμοια λέγει και ο άγιος Μάξιμος: «Ο του Θεού Λόγος εφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, αεί γεννάται θέλων κατά Πνεύμα διά φιλανθρωπίαν τοις θέλουσι, και γίνεται βρέφος, εαυτόν εν εκείνοις διαπλάττων ταις αρεταίς- και τοσούτον φαινόμενος, όσον χωρείν επίσταται τον δεχόμενον» (Ρ.G. 90, 1181). Έτσι ο Χριστός μορφώνεται μέσα σε κάθε μέλος του σώματός Του και μέσα σ’ όλη την Εκκλησία και τότε όλοι οι πιστοί γίνονται χριστοί. «Ώστε, κατά τον Μεθόδιον Ολύμπου, εν εκάστω γεννάσθαι τον Χριστόν νοητώς, και διά τούτο η Εκκλησία σπαργά και ωδίνει, μέχριπερ αν ο Χριστός εν ημίν μορφωθή γεννηθείς, όπως έκαστος των αγίων τω μετέχειν Χριστού χριστός γεννηθή… οιονεί χριστών γεγονότων των κατά μετουσίαν του Πνεύματος εις Χριστόν βεβαπτισμένων» (Β.Ε.Π. 18, 62-63). Εδώ ακριβώς εκδηλώνεται ολόκληρη η σωτηριολογική και ανθρωπολογική σημασία του δόγματος της Χαλκηδόνος στη ζωή της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και στη ζωή του κάθε ανθρώπου που είναι μέλος της.

 

Η έννοια «χριστός», πού αναφέρθηκε πιο πάνω για τους πιστούς, μαρτυρεί συνάμα και τον Πνευματολογικό χαρακτήρα του ορθοδόξου ήθους. Γιατί ο πιστός χρίεται εν Α γ ί ω Πνεύματι, το οποίο στη συνέχεια ενεργοποιεί το ήθος του. Πραγματικά, για τους ορθοδόξους το ήθος μπορεί νάναι χριστιανικό, μονάχα όταν είναι «πνευματικό», όταν είναι «καρπός του Πνεύματος» (Γαλ. ε’, 22), καρπός από τη γλωσσοπυρσόμορφη Χάρη του Παρακλήτου. Το Άγιο Πνεύμα, το «συνδημιουργούν τω Πατρί και τω Υιώ τα δημιουργηθέντα» είναι και το «συνανακαινίζον τα παραφθαρέντα», κατά τον άγιο Παλαμά (Ρ.G. 151, 317). Σε τούτο εδώ το σημείο συναντιέται ολόκληρη η Ορθόδοξη Παράδοση, από τον άγιο Ειρηναίο και Βασίλειο, διά του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, μέχρι τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και τον άγιο Νεκτάριο.

 

Ας αναφέρουμε σε τούτο το σημείο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ορθόδοξη Πνευματολογική Παράδοσή μας: «Το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός αφράστως εκπορευόμενον και δι’ Υιού ημίν επιφοιτών τοις πιστοίς, Πνεύμα ζωής και συνέσεως, Πνεύμα αγιωσύνης και τελειότητος, Πνεύμα το αγαθόν, το σοφόν, το φιλάνθρωπον, το ηδύ, το ένδοξον, το τρέφον ομού και ποτίζον, το ελεούν, το φωτίζον, το δυναμούν, Πνεύμα θείον υπομονής, Πνεύμα χαράς μεταδοτικόν, ευφροσύνης, σωφροσύνης, σοφίας, γνώσεως, πραότητος, αμνησικακίας, αμεριμνίας των κάτω, θεωρίας των άνω, διωκτήριον ακηδίας, αμελείας απελατήριον, περιέργειας και πονηρίας φυγαδευτήριον, Πνεύμα μυστηρίων δηλωτικόν, αρραβών ουρανών βασιλείας, προφητείας πηγή, διδασκαλίας κρατήρ, αμαρτίας αναιρετικόν, μετανοίας θύρα, την είσοδον τοις αγωνιζομένοις υποδεικνύον οία δη θυρωρός, Πνεύμα αγάπης, ειρήνης, πίστεως, εγκρατείας, Πνεύμα πόθου και πόθον εμποιούν, ελθέ και ενσκήνωσον και μείνον εν ημίν αχωρίστως, αδιαιρέτως, αγιάζον και μεταποιούν και φωτίζον ημών τας καρδίας, ως ομοούσιον και ομότιμον τω Υιώ και τω Πατρί και ως θεούς τούς υποδεχόμενους Σε εργαζόμενον και πάσαν μεν αμαρτίαν εξαφανίζον, πάσαν δε αρετήν συνεισφέρον τη εισόδω Σου». (Συμεών του Ν. Θεολόγου, Θεολογικός Γ, σ.156-158)

 

Εδώ φαίνεται με σαφήνεια, πως ολόκληρο το ορθόδοξο πνευματικό ήθος, και ως άσκηση και αγώνας εναντίον της αμαρτίας και των παθών, και ως απόκτηση των αρετών και αγιασμός και θέωση, είναι έργο και ενέργημα του Αγίου Πνεύματος, που τη Χάρη Του την παίρνουμε διά του Χριστού μέσα από τα θεία μυστήρια, και τις θεανθρώπινες αρετές της Εκκλησίας (π. Ιουστίνος Πόποβιτς).

 

Ο τελικός «σκοπός και το τέλος όλης της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού» είναι ακριβώς αυτό: «να λάβωμεν Πνεύμα Άγιον εις τας ψυχάς», λέγει ο άγιος Συμεών, ή όπως λέγει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα, και έτσι να ενωθούμε πνευματικά και σωματικά εν τω Χριστώ μετά του Θεού, και με την ένωση αυτή, πάλι κατά τον άγιο Συμεών, να γίνει «τρισυπόστατος κατά χάριν και ο άνθρωπος, εις θέσει Θεός, εκ σώματος και ψυχής και ούπερ μετείληφε θείου Πνεύματος» (Κατήχησις 15). Σε τούτους τους τελευταίους λόγους του αγίου Συμεών τονίζεται σαφώς ο Χριστολογικός και Πνευματολογικός χαρακτήρας της Ορθοδόξου Ανθρωπολογίας: Η Χάρις του Θεανθρώπου Χριστού, που δίνεται με το Άγιο Πνεύμα είναι συστατικό του ανθρώπου. «Όπου είναι το Πνεύμα του Πατρός, εκεί υπάρχει ζων άνθρωπος», έγραφε ο άγιος Ειρηναίος (Έλεγχος Ε’ 9,1-3).

 

Το ορθόδοξο λοιπόν χριστιανικό ήθος του ανθρώπου είναι Χρίιστολογικό και συνάμα Πνευματολογικό και Τριαδολογικό. Ο ορθόδοξος άνθρωπος είναι Χριστο-ηθικός, Χριστόμορφος και Πνευματικός, και το ήθος του είναι αληθινό και καθολικό ήθος Θεού και ανθρώπου, είναι «ομοήθεια Θεού», κατά τον άγιο Ιγνάτιο (Μαγν. β, 2), είναι το ήθος του Θεανθρώπου Χριστού.

 

III

 

Όλα όσα αναφέραμε μέχρις εδώ για το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος της Εκκλησίας μας και των Αγίων της, που κατέχουν και διατηρούν με ακρίβεια το αληθινό ήθος του Χριστού, την «ομοήθειαν Θεού», όλα αυτά έχουν ένα κοινό σημείο, ένα κοινό τόπο και χρόνο, που μέσα σ’ αυτόν σαρκώνονται και φανερώνονται κατά τρόπο πραγματικό και ουσιαστικό. Αυτός ο χώρος και ο χρόνος είναι ο ορθόδοξος ναός, η Εκκλησία και η ορθόδοξη εκκλησιαστική λατρεία. Κυρίως δε είναι η Ευχαριστιακή σύναξη, η Θεία Λειτουργία, που είναι η υπόσταση και η αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η ζωή της και η φανέρωσή της, το αληθινό και καθολικό ήθος της. Η Θεία Λειτουργία, που τελείται ως «ευλογημένη Βασιλεία» της Αγίας Τριάδος με την ιερουργία του Αρχιερέα Χριστού και την επίκληση και επιφοίτηση του τελεταρχικού Πνεύματος, συνιστά και φανερώνει το «Μυστήριον του Θεού εν σαρκί», δηλαδή το μυστήριο του Θεανθρώπου Χριστού και του Σώματός Του, της Εκκλησίας Του. Τούτο το μυστήριο συνάγει («εκκλησιάζει») και ενώνει το Θεό, την Αγία Τριάδα, με τους ανθρώπους, τα παιδιά του Θεού. Ενώνει το Χριστό, τον «Πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς» με τους πιστούς, τους αδελφούς και «συμμετόχους» Του, που είναι τα «μέλη» του Θεανθρωπίνου Σώματός Του. Έτσι με τη Σύναξη για τη Θεία Ευχαριστία, επί τω αυτώ («ομοθυμαδόν») του Θεανθρώπου Χριστού και του Σώματός Του, της Εκκλησίας Του, αποκαλύπτεται και φανερώνεται ενωμένος ο Θεός και ο λαός Του: «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν, όπως τας α ρ ε τ ά ς (δηλαδή το «ήθος») εξαγγείλη του εκ σκότους ημάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν αυτού φως» (Α’ Πέτρ. β’ 9). Η Λειτουργία, η Θεία Ευχαριστία αποκαλύπτει αλλά και συνιστά το καθολικόν ήθος της Ορθοδοξίας.

 

Στη Θεία Λειτουργία βρίσκει ο κάθε άνθρωπος την πραγματική και αληθινή σχέση του και κοινωνία με το Θεό, με τους άλλους ανθρώπους, τους αδελφούς και «σύσσωμους» του, εν Χριστώ, όπως επίσης και τη σωστή σχέση του με τον κόσμο, τη δημιουργία του Θεού. Γιατί η Θεία Λειτουργία είναι η εν Χριστώ ένωση και μεταμόρφωση των ανθρώπων και του κόσμου και ολόκληρης της κτίσεως, που την συνάγει, την προσφέρει και την αναφέρει ολόκληρη στο Θεό, το Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου και Πατέρα των ανθρώπων. Η Εκκλησία με τη θεία Λειτουργία της ενώνει και μεταμορφώνει τους ανθρώπους και την κτίση ολόκληρη και έτσι ενοποιεί τον άνθρωπο με τον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους. Με τούτη την πράξη της η Εκκλησία μορφώνει τους ανθρώπους με τη μόρφωση του Χριστού, τη θεία και ανθρώπινη μορφή Του, το θεανθρώπινο ήθος, Του (τη «Θεανθρωποήθειά» Του) και έτσι ανακαινίζει το πρόσωπο της γης με τον ανακαινισμό του προσώπου του ανθρώπου «κατ’ εικόνα του Κτίσαντος αυτόν» (Κολ. γ’ 10). Η δε «εικών» και «ομοίωσις» του Θεού στον άνθρωπο αποτελεί το αληθινό ορθόδοξο ήθος, όπως μας το φανέρωσαν οι Άγιοι του Χριστού (πρβλ. τη «Μυσταγωγία» του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, ΠΡ.G. 91, 657-717).

 

Ο Χριστός «εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. α’ 15) φανέρωσε την εικόνα και το ήθος του Θεού στους ανθρώπους, αλλά επίσης φανέρωσε και την εικόνα και το αληθινό ήθος του ανθρώπου που είναι η λατρεία στο Θεό. Και τα δύο αυτά ο ίδιος συνεχίζει να τα φανερώνει στην ιστορία και στον κόσμο με την Εκκλησία Του, που τα πραγματοποιεί με ολόκληρη τη ζωή της και μάλιστα με τη λατρεία της και τη Θεία Ευχαριστία της. Γι’ αυτό στη Θεία Λειτουργία συγκεντρώνεται, συνοψίζεται και ανακεφαλαιώνεται το «προσωπικό» (ασκητικό) χριστιανικό ήθος του πιστού ανθρώπου, και το «κοινωνικό» (λειτουργικό) ήθος των χριστιανών ως ενιαίο καθολικό – λειτουργικό – εκκλησιαστικό ήθος, δηλαδή ήθος Χριστολογικό και Χ ρ ι σ τ ο κε ν τ ρ ι κ ό.

 

(«Μαρτυρία Ορθοδοξίας» -Δοκίμια, σ.85-103) 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΜΑΣ (ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ)

ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΓΙΕΒΤΙΤΣ (+)






Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΟΙ ΓΟΧ ΟΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ 


Εἶναι αἱρετικοί οἱ παλαιοημερολογίτες καί στεροῦνται τῆς Θείας Χάριτος;


Ο Γέρων Πορφύριος (+1991)
Ο Γέρων Μωϋσής (+1946)

 

Προφανέστατα οι Γ.Ο.Χ. δεν είναι αιρετικοί. Είναι ακραιφνείς Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Μάλιστα, από τον εκκλησιαστικό τους χώρο έχουν αναδειχθεί στα 100 τελευταία χρόνια πλήθος αγίων (είναι υπό έκδοσιν νέο βιβλίο μας με μια δωδεκάδα τέτοιων οσιακών μορφών Αρχιερέων, Ιερέων, μοναχών και λαϊκών).

Σας καταθέτω προσωπική μου μαρτυρία από συζήτησή μου με τον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος κατονόμασε τον παλαιοημερολογίτη Γέροντα Μωϋσή μοναχό, ασκηθέντα και εν Αγίω Όρει  και κοιμηθέντα στην Κορινθία, ως μεγάλο άγιο και θεούμενο! Μάλιστα μου ζήτησε τη φωτογραφία του, την οποία του την πήγα και την τοποθέτησε, παρουσία της αδελφής του μοναχής Πορφυρίας, μεταξύ των Εικόνων στο κελλί του στο Μήλεσι.

Επομένως, η παρουσιαζόμενη γνώμη του Γέροντος Πορφυρίου περί ημερολογίου είναι μια προσωπική του εκτίμηση, ο ίδιος όμως δεν θεωρούσε τους Γ. Ο. Χ. αιρετικούς σε καμία περίπτωση, αναγνώριζε δε την χάρη και την αγιότητα στον χώρο των Γ. Ο. Χ., όπως προαναφέρθηκε. Όλοι έχουμε αδυναμίες ανθρώπινες και ελλείψεις. Ας μην έχουμε όμως φανατισμό και ας μη χρησιμοποιούμε τους εναρέτους και αγίους για να επιβάλλουμε τις απόψεις μας.

Μη λησμονείται ότι οι Γεροντάδες του Γέροντος Πορφυρίου στο Άγιον Όρος ηταν ζηλωτές, δηλαδή παλαιοημερολογίτες! Επίσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Ρουμάνος, ασκητής στην έρημο του Χοζεβά, του οποίο το λείψανο ανακομίσθηκε αδιάφθορο, ολόσωμο και ευωδιάζον, ήταν πιστός τηρητής του πατρίου ημερολογίου/εορτολογίου και δεν δεχόταν να συλλειτουργεί με κληρικούς που ακολουθούν το νέο ημερολόγιο, διέκοψε δε την κοινωνία του με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων γι' αυτόν τον λόγο καθώς και για τις συμπροσευχές με Παπικούς. Βεβαίως, το Πατριαρχείο τον αναγνώρισε ως Άγιο "εξ ανάγκης", λόγω του αδιαφθόρου Σκηνώματός του και των πολλών θαυμάτων του μετά θάνατον.


Ο Όσιος Ιωάννης (+1960)


Τελικό ταπεινό μας συμπέρασμα: Δεν είναι θεάρεστο να αλληλοκατηγορούμαστε με εμπάθεια και φανατισμό νεοημερολογίτες και παλαιοημερολογίτες. Χρειάζεται σύνεση και διάκριση. Αντί να αντιπαρατιθέμεθα, οι μεν νεοημερολογίτες ας αγωνιστούν να θεραπευθεί ο διχασμός και το σχίσμα που προκάλεσε η ημερολογιακή καινοτομία και η αντικανονική επιβολή της, οι δε παλαιοημερολογίτες ας συνεχίζουν τον αγώνα τους με πατερική διάκριση, αληθεύοντες προς πάντας εν αγάπη και διαφωτίζοντας με ευγένεια τους συμπατριώτες μας του νέου ημερολογίου πως ο εχθρός της Ορθοδοξίας είναι ο αντίχριστος Παπισμός και ο εκκλησιομάχος παναιρετικός Οικουμενισμός, τους οποίους μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά μόνον ενωμένοι εν τη Αληθεία και αγαπημένοι κατά Θεόν.

Δ.Ι.Κ