Translate

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Οἱ Γ.Ο.Χ. κατά τῶν νέων Θρησκευτικῶν!

ΕΚΚΛΗΣΙΑ  Γ.Ο.Χ.  ΕΛΛΑΔΟΣ
ιερα συνοδοσ
(Μ. Μπότσαρη 8, 121 31 Περιστέρι-Ἀθῆναι)

Συνοδικόν  Ἀνακοινωθέν
( Ἀρ. Πρωτ. 3514 / 28. 11. 2017)

Ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας
τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος
διά τό θέμα τῶν νέων Θρησκευτικῶν

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπό τήν Προεδρίαν τοῦ Μακ/του Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν & πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Στεφάνου, κατά τήν τακτικήν Συνεδρίασιν Αὐτῆς, τῆς 28ης & 29ης  μηνός Νοεμβρίου, ἐνεστῶτος ἔτους (2017), ἐπελήφθη, μεταξύ ἄλλων, τοῦ ἐσχάτως προκληθέντος μείζονος ζητήματος τῆς μετατροπῆς καί ἀλλοιώσεως τοῦ χαρακτῆρος καί περιεχομένου τοῦ διδασκομένου εἰς τήν Δημοσίαν Ἐκπαίδευσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἀπό μάθημα διδασκαλίας, κυρίως, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Παραδόσεως (καί παρά τάς ἐλλείψεις καί ἀτελείας αὐτοῦ), εἰς θρησκειολογικόν καί συγκρητιστικόν  μάθημα προωθήσεως τῶν ἀρχῶν τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ πανθρησκειασμοῦ.
Κατόπιν ἀκροάσεως ἐμπεριστατωμένης Εἰσηγήσεως, εἰδικῶς πρός τοῦτο Συνοδικῶς ἀνατεθείσης, ὅπου ἐπαρουσιάσθησαν, ἀλλά καί διεξοδικῶς ἀνελύθησαν τά ἐπίμαχα κείμενα τῶν νέων φακέλλων διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, γενομένης δέ σχετικῆς ἐκτενοῦς συζητήσεως ἐπί τοῦ θέματος, κατά τήν ὁποίαν ἐξητάσθησαν ὅλα τά σχετικά στοιχεῖα καί τά νέα δεδομένα, ἡ Ἱερά Σύνοδος κατέληξεν εἰς τήν ἔκδοσιν τοῦ παρόντος Συνοδικοῦ Ἀνακοινωθέντος, τό ὁποῖο διανέμεται εἰς τό εὐσεβές πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καθώς ἐπίσης δίδεται εἰς τήν δημοσιότητα, πρός ἐνημέρωσιν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν καί τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περί τῆς ἐπισήμου θέσεως Αὐτῆς ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος καθώς καί τῶν σχετικῶν ἐπισημάνσεων, διαπιστώσεων καί Ἀποφάσεών Της. Εἰδικότερον:
Θεωρεῖ γενικῶς ὡς ἀπαράδεκτον, ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως, τό περιεχόμενον (ὡς γενικόν σύνολον) τοῦ νέου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν πρός διδασκαλίαν τῶν περίπου 1.200.000 Ἑλληνοπαίδων, ἐν σχέσει πρός τήν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀληθινήν Πίστιν καί τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δι' αὐτοῦ ταῦτα τεχνηέντως σχετικοποιοῦνται, ἐξισώνονται δέ πρός τάς διαφόρους αἱρέσεις καί θρησκείας, μέ ἀποτέλεσμα νά προκαλεῖται σύγχυσις εἰς τούς μαθητάς τῆς παιδικῆς ἀκόμη, ἀλλά καί τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας (τῆς Πρωτοβαθμίου καί Δευτεροβαθμίου Ἐκπαιδεύσεως, ἀντιστοίχως), ἀποστερώντας οὐσιαστικῶς ἀπό αὐτούς τήν δυνατότητα ἀποκτήσεως γνώσεως, ἐπαρκοῦς καί ὁλοκληρωμένης, τοῦ γνωστικοῦ ἀντικειμένου τοῦ μαθήματος.

Ἐπισημαίνει τήν συστηματικήν καί μεθοδευμένην προσπάθειαν ἐκ μέρους τῶν ἰθυνόντων τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὄχι μόνον ἀλλοιώσεως καί ἐν τέλει καταργήσεως τοῦ ὀρθοδόξου χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος, ἀλλά καί σαφοῦς μετατροπῆς του εἰς θρησκειολογικόν-κοινωνιολογικόν εἰς τό πλαίσιον τῆς σταδιακῆς διαμορφώσεως ἑνός οὐδετεροθρήσκου ἤ, μᾶλλον, ἀθεϊστικοῦ Κράτους καί μιᾶς ἀναλόγου κατευθύνσεως παρεχομένης Δημοσίας Παιδείας.

Καταγγέλει ὡς ἐπιζήμιον διά τήν Ἐθνικήν Παιδείαν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας τήν συνεργασίαν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας μετά συγκεκριμένων θεολογικῶν κύκλων καί προσώπων, μειοψηφικῆς ἐν  τῶ συνόλῳ τῶν διδασκόντων εἰς τήν Δημοσίαν Ἐκπαίδευσιν ὁμάδος θεολόγων, φορέων καί ὑποστηρικτῶν συγκεκριμένων ἀντορθοδόξων καί δή μεταπατερικῶν θεωριῶν καί φρονημάτων, διά τήν ἐκπόνησιν καί προώθησιν τοῦ νέου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν πρός μετατροπήν καί ἀλλοίωσιν τοῦ ὀρθοδόξου χαρακτῆρος του καί δι' αὐτοῦ προπαγανδίσεως τοῦ συγκρητισμοῦ καί τοῦ πανθρησκειασμοῦ, δῆθεν χάριν τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ του, μιᾶς ψευδεπιγράφου ἐπιστημονικῆς ἀναβαθμίσεώς του καί τῆς προσαρμογῆς του εἰς τά σύγχρονα δεδομένα μιᾶς νέας δῆθεν "πολυ-πολιτισμικῆς" Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικόν ὅτι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τό μάθημα τῶν νέων Θρησκευτικῶν δέν ἀποδομεῖ μέ τό συγκρητιστικόν του περιεχόμενον μόνον τήν ὀρθόδοξο θεολογία, ἀλλά καί τήν διδασκαλίαν τῶν διαφόρων θρησκειῶν!

Διαπιστώνει τήν συν-εὐθύνην  τῆς Συνοδικῆς (ὁρισθείσης ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας τῆς λεγομένης ἐπισήμου "Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος") Ἐπιτροπῆς διαλόγου μέ τό Ὑπουργεῖον Παιδείας, διά τό περιεχόμενον τῆς διδασκαλίας τῶν νέων θρησκευτικῶν, διά τήν ἐν τῆ πράξει καί ἐπί τῆς οὐσίας ἀνοχήν αὐτῆς (καί κατ' ἐπέκτασιν ὁλοκλήρου τῆς καινοτόμου νεοημερολογιτικῆς Ἱεραρχίας ὡς ἐκπροσώπου τῆς λεγομένης ἐπισήμου "Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος") εἰς τήν ἐφαρμογήν τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀλλοιώσεως καί μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἰς θρησκειολογικόν-συγκρητιστικόν καί ἰδιαιτέρως εἰς οἰκουμενιστικοῦ-πανθρησκειακοῦ χαρακτῆρος μάθημα, καί, κυρίως, τήν συνεχιζομένην ἠθικήν αὐτουργίαν τῆς Καινοτόμου Ἱεραρχίας εἰς τήν ἐν γένει ἀποδοχήν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν προώθησιν αὐτοῦ εἰς τόν θρησκεύοντα Ἑλληνικόν λαόν, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τῆς ἀντικανονικῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου,  ὡς πρώτου ἐπισήμου βήματος αὐτοῦ, καί τῆς δημιουργίας τοῦ νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος (ἐν ἔτει 1924), ἀλλά καί μέχρις ἐσχάτως, διά τῆς ὑπ' αὐτῆς ἀποδοχῆς, πρωτίστως διά τῆς συμμετοχῆς εἰς αὐτήν, καί ἀναγνωρίσεως τῆς προπαγανδιζομένης ὡς δῆθεν "Ἁγίας καί Μεγάλης", τῶ ὄντι δέ οἰκουμενιστικῆς, "Συνόδου" τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016). Ἰδιαιτέρως, ἐπιβάλλεται ἐνταῦθα ὅπως ἐπισημανθῆ ἡ τεραστία εὐθύνη τῶν ἐξ ἀντικειμένου ἁρμοδίων Θεολογικῶν Σχολῶν τῆς Χώρας (Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης), αἱ ὁποῖαι ἐνῶ ὄφειλον, ἐν προκειμένῳ, σύσσωμοι νά ἀντιδράσουν καί διαφωτίσουν σχετικῶς τόν Ἑλληνικόν λαόν, αἰδημόνως ἤ μᾶλλον ἐνόχως σιωποῦν ἤ ἀρνητικῶς συμπράττουν. Προφανῶς διότι αὕται ἀποτελοῦν πλέον μέρος τοῦ προβλήματος, ἄγνωστον εἰς ποῖον βαθμόν καί ἔκτασιν, ἐάν μάλιστα κρίνει κανείς ἐκ δύο πρωτοφανῶν διά ὀρθοδόξους Θεολογικάς Σχολάς ἐξελίξεων, ἤτοι: Ἀφ' ἑνός, τήν πρόσφατον ἀπόφασιν μετατροπῆς καί μετονομασίας τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν εἰς Θρησκειολογικόν (Τμῆμα θρησκειολογίας) καί, ἀφ' ἑτέρου τήν ἵδρυσιν καί λειτουργίαν πλέον εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν!

Ἀποφασίζει, εἰς ἀπάντησιν σχετικοῦ αἰτήματος ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων Γονέων, περί τῆς ἐπισήμου τοποθετήσεως καί καθοδηγήσεως ὑπ' Αὐτῆς, περί τῆς στάσεως τήν ὁποίαν ἐνδείκνυται νά λάβουν ἐν προκειμένῳ καί εἰς τό δημιουργηθέν πρόβλημα τῆς ἀποδοχῆς ἤ μή τῆς διδασκαλίας τοῦ νέου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, τήν σύστασιν καί προτροπήν πρός τούς ὀρθοδόξους Γονεῖς καί Κηδεμόνας ὅπως μή ἀποδεχθοῦν καί μή ἐπιτρέψουν τήν διδασκαλίαν εἰς τά τέκνα των ἀντορθοδόξων καί ἐπικινδύνων θεωριῶν καί συγκρητιστικῶν ἀπόψεων ἐπί θεμάτων Πίστεως. Εἰδικότερον δέ, προτείνει τήν ὑπ' αὐτῶν ἐπιστροφήν τῶν "Φακέλλων" τοῦ νέου μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὡς ἀπαραδέκτων, ἀπό ὀρθοδόξου, παιδαγωγικῆς καί ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, εἰς τό ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Παιδείας, μετά συνημμένης δηλώσεως αὐτῶν (βάσει συνημμένου σχετικοῦ τύπου) ὅτι ἐπικαλούμενοι τήν συνείδησιν αὐτῶν καί τά πιστεύματά των, καθώς καί τούς σχετικούς περί τῶν ἐν λόγῳ ζητημάτων Νόμους τῆς Ἑλληνικῆς καί Εὐρωπαϊκῆς Νομοθεσίας, ἀρνοῦνται τήν διδασκαλίαν τῶν ἐπικινδύνων καί ἀντορθοδόξων νέων Θρησκευτικῶν.

Τέλος, ἐπιφυλάσσεται διά τήν χρῆσιν παντός νομίμου τρόπου διά τήν ὑπεράσπισιν τοῦ δικαιώματος τῶν μελῶν Αὐτῆς νά προασπίζονται τήν Πίστιν των καί νά διδάσκονται Αὐτήν τά τέκνα αὐτῶν εἰς τήν Δημοσίαν Ἐκπαίδευσιν, βάσει τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τῆς Πατρίδος μας καί τῆς σχετικῆς Νομολογίας τῶν Δικαστηρίων αὐτῆς.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΙΣ
ΕΠΙΜΑΧΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
ΕΚ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΚΑΤΑΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ Ο ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΑΥΤΩΝ.

● Διδάσκονται παραλλήλως οἱ χριστιανικές ἑορτές μέ τίς ἑορτές τῶν Ἑβραίων καί τῶν Μουσουλμάνων, ἐνῶ παρουσιάζονται μαζί μέ ἁγίους "ἱερά καί σεβαστά πρόσωπα" ὅπως ὁ Μωάμεθ, ὁ ραββίνος Ἐλεάζαρ, ὁ Μαχάτμα Γκάντι κλπ. Ἀντιστοίχως παρουσιάζονται ὡς "ἱερά βιβλία" ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Τανάκ τῶν Ἑβραίων καί τό Κοράνιο τῶν Μουσουλμάνων ( Γ΄ καί Δ΄ Δημοτικοῦ Σχολείου)
● Σέ ἑνότητα ὑπό τόν τίτλο "Μαθητές καί δάσκαλοι" ὁ Χριστός παρουσιάζεται "ὡς διδάσκαλος, συνοδοιπόρος καί ὁδηγός", ἐνῶ στήν ἴδια συνάφεια, ὡς "Δάσκαλοι ἄλλων θρησκειῶν τοῦ κόσμου", ἀναφέρονται ὁ Μωάμεθ, ὁ Βούδας, ὁ Λάο Τσέ κι ὁ Κομφούκιος ( Ε΄ Δημοτικοῦ)
● Γίνονται ἐκτενεῖς ἀναφορές στήν προσφάτως συγκληθεῖσα ἀμφιλεγόμενη (οἰκουμενιστική) "Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης" (2016), καθώς ἐπίσης παρατίθεται ἀπόσπασμα λόγου τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ὑπέρ τῆς ἑνώσεως, χωρίς καμμία ἀναφορά στήν στάση του στή Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ( Β΄ καί Γ΄ Γυμνασίου)
● Στό Λύκειο ἀγνοήθηκαν παντελῶς οἱ ὑπάρχουσες παλαιότερον ἀναφορές στίς Παραθρησκεῖες, τή Μαγεία, τόν Σατανισμό, τίς Σύγχρονες αἱρέσεις, τή Μασονία καί τούς λεγομένους Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ.
● Ὡς "Χριστιανικές Παραδόσεις τῆς Χώρας μας" παρουσιάζονται Ὀρθόδοξοι, Καθολικοί, Ἀρμένιοι, Κόπτες, Ἀγγλικανοί, Εὐαγγελικοί, Πεντηκοστιανοί καί Ἀντβεντιστές, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν λεγομένων Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ ( ΣΤ΄ Δημοτικοῦ)
● Ἐξωραΐζονται παραπλανητικῶς ἄλλες θρησκεῖες καί ἡ διδασκαλία των, μέ ἔμφαση στή Μουσουλμανική θρησκεία καί τό Κοράνιο, περί τοῦ ὁποίου γίνεται ἀναφορά ὅτι διδάσκει τή φροντίδα τῶν ξένων καί συνιστᾶ τό σεβασμό πρός τούς λαούς τῆς Βίβλου, ἀποσιωπώντας ὅσα διδάσκει καί τά ὁποῖα τροφοδοτοῦν τόν φανατικό ἰσλαμισμό ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκπορεύεται βία καί τρομοκρατία ( Β΄ καί Γ΄ Γυμνασίου)
● Διδάσκονται, μέ ἐννοιολογική καί θεματική ἀνάπτυξη καί ἐκτός ἱστορικοῦ πλαισίου, ἀναμεμειγμένα ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη, τά δύο ἄλλα δόγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ καί ἕξι ἀκόμη θρησκεύματα. Προπαγανδίζεται εὐθέως ὁ συγκρητισμός καί καλλιεργεῖται τό οἰκουμενιστικό ἰδεῶδες, ἐνῶ προβάλλεται ὁ διαθρησκειακός διάλογος καί ὅσα συμβαίνουν στό πλαίσιο αὐτοῦ ( Β΄ καί Γ΄ Γυμνασίου).


ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
Γενική Διεύθυνση Σπουδών  Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας  Εκπαίδευσης
Ανδρέα Παπανδρέου 37, Μαρούσι, Τ.Κ. 151 80

ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ / ΦΑΚΕΛΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

...............................................................................................................................                                                                                                           (Ονοματεπώνυμο)
...............................................................................................................................                                                                                                       (Διεύθυνση κατοικίας) Κηδεμόνα/ γονέα  του/της  μαθητού/τριας
...............................................................................................................................     
που φοιτά στην ............... τάξη του Σχολείου  ....................................................      

Κύριοι,

Είμαι ορθόδοξος χριστιανός όπως και το παιδί μου, τα στοιχεία του οποίου αναγράφω παραπάνω.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, άρθρο 16 παρ.2, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και το νόμο
1566/1985 (άρθ. 1 παρ.1), η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να παρέχει παιδεία σύμφωνη με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ελλήνων πολιτών και ειδικά για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μαθητές να φροντίζει ώστε, όπως επί λέξει ορίζεται "Να  γίνονται  ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες,  να  υπερασπίζονται την  εθνική  ανεξαρτησία, την  εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη."
Παρά την ύπαρξη αυτής της Ελληνικής και Διεθνούς Νομοθεσίας και πλήθους σχετικών αποφάσεων Ανωτάτων Δικαστηρίων, το παιδί μου που φοιτά στο παραπάνω σχολείο έλαβε το έντυπο υλικό (βιβλίο) για την διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, που φέρει την ονομασία «Φάκελος Μαθητή».
Αφού μελέτησα το υλικό αυτό, το οποίο είδε και το παιδί μου, σας δηλώνω ότι :

ΣΑΣ  ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ  ΩΣ  ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ

τον άνω «Φάκελο Μαθητή» του μαθήματος των Θρησκευτικών, που φέρει τη μορφή σχολικού βιβλίου, για τους παρακάτω νομίμους και αληθινούς λόγους :

1.                Ο άνω «Φάκελος Μαθητή» περιέχει υλικό από διδασκαλίες πολλών θρησκειών, και επιφέρει σύγχυση στη Ορθόδοξη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση του παιδιού μου, την οποία επιθυμώ να του παρέχεται.
2.      Ο αντιπαιδαγωγικός τρόπος που παρουσιάζεται το άνω υλικό επιφέρει παιδαγωγική και γνωσιολογική σύγχυση στο
παιδί, διότι δεν εμβαθύνει και δεν εμπνέει προς την Ορθόδοξη πίστη του κατά τη διάρκεια της φοίτησής του. Επιπλέον δεν παρέχει στο παιδί μου ούτε τα στοιχειώδη που χρειάζεται να γνωρίζει για την πίστη του ένας Ορθόδοξος Χριστιανός.
3.                Ο «Φάκελος Μαθητή» παρουσιάζει μονόπλευρα άλλες θρησκείες ή θρησκευτικές ομάδες, αποκρύπτοντας επιμελημένα διδασκαλίες τους που ωθούν σε φανατισμό, ρατσισμό και μίσος και έρχονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον πολιτισμό. Επομένως δεν είναι αληθής.
4.                Σε κάθε περίπτωση δεν ανέχομαι την άνιση μεταχείρισή μου ως ορθοδόξου χριστιανού σε σχέση με άλλες θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα όπως των Μουσουλμάνων, Καθολικών και Ιουδαίων Ελλήνων Πολιτών, που έχουν την ευχέρεια βάσει του άρθ.  68 του Ν. 4235/2014  και του άρθ. 55 Ν. 4386/2016 να επιλέγουν τα διδακτικά τους εγχειρίδια για την κατηχητική – ομολογιακή διδασκαλία της θρησκείας τους στα Ελληνικά Δημόσια Σχολεία, ενώ εγώ, που ανήκω στην θρησκευτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, να μην έχω τέτοια επιλογή για ομολογιακό μάθημα θρησκευτικών. Η άδικη
αυτή μεταχείρισή μου καταφανώς αντίκειται στην Συνταγματική Αρχή της Ισότητας και της Ανεξιθρησκείας, που με τον
τρόπο αυτό παραβιάζεται. Εξάλλου η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του Ανθρώπου ρητά ορίζει ότι κάθε κράτος οφείλει να παρέχει στους μαθητές  του Παιδεία σύμφωνη με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές  πεποιθήσεις  των γονέων τους, και βάσει αυτής ασκώ την παρούσα Δήλωση.
Για τους λόγους αυτούς και με την ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου,

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

το τέκνο επί του οποίου ασκώ την κηδεμονία να διδάσκεται για το τρέχον σχολικό έτος και στο εξής το μάθημα των Θρησκευτικών όπως το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συνθήκες και ο νόμος ορίζει, δηλαδή με ορθόδοξη ομολογιακή κατεύθυνση, μέσα από τα προϋφιστάμενα σχολικά εγχειρίδια του Μαθήματος των Θρησκευτικών, δηλαδή αυτά του σχολικού έτους
2016-2017. Σε καμία περίπτωση δεν συναινώ να αποτελέσει ο Φάκελος Μαθητή μέσο αξιολόγησης του παιδιού μου.

(Τόπος/ Ημερομηνία) …………………………………2017

Ο / Η κηδεμόνας



.....................................

Σημείωση : Η Πρωτότυπη δήλωση μαζί με το φάκελο του μαθητή όπως ονομάζει το Υπουργείο το βιβλίο των Θρησκευτικών που μοίρασε, αποστέλλεται στο Υπουργείο ή στον κ. Διευθυντή/τρια της Σχολικής Μονάδας που φοιτά το τέκνο, ο οποίος/α και είναι υποχρεωμένος/η να το παραλάβει σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την διάταξη του άρθ 4 του Ν. 2690/1999 -ΦΕΚ Α' 45 και να τα διαβιβάσει στο Υπουργείο Παιδείας.

                                                           

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Ἐλπιδοφόρα γεγονότα καί μηνύματα

Ἐνδιαφέρουσες ὀρθόδοξες ἀναλύσεις
καί τοποθετήσεις
μέ ἀφορμή τήν "Σύνοδο τῆς Κρήτης"
καί ἐξαγγελίες
σημαντικῶν πρωτοβουλιῶν
ἔναντι τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Βλάσφημη ἀπεικόνιση, σέ τοιχογραφία, τῆς οἰκουμενιστικῆς συνόδου τῆς Κρήτης
(Ναός Σερβικοῦ Πατριαρχείου, Σερβία).


Μετά χαρᾶς καί χρηστῶν ἐλπίδων δημοσιεύουμε κατωτέρω τήν βαρυσήμαντη Ποιμαντορική Ἐγκύκλιο (ἀρ. Πρωτ. 3512/28.11.2017 ἐκ. ἡμ.) τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ("παλαιοημερολογιτῶν") τῆς Ἑλλάδος ὡς "λόγο στηριγμοῦ καί οἰκοδομῆς στήν Ὀρθοδοξία μετά τήν κακόδοξο "Σύνοδο" τῆς Κρήτης τοῦ ἔτους 2016" καί ἐπαινοῦμε τήν καθαρότητα τῶν θέσεων καί τῶν κριτηρίων τῆς ἐν λόγῳ ὄντως σημαντικῆς καί μετά παρρησίας ἐπισήμου τοποθετήσεως ἐπί τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος τῆς "συνοδικῆς" καί "πανορθοδόξου" ἀμνηστεύσεως καί διακηρύξεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ διά τῆς φερομένης ὡς "Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου" τῶν λεγομένων ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, τῆς συγκληθείσης κατά Ἰούνιον τοῦ 2016 στό Κολυμπάρι, Χανίων τῆς Κρήτης.
Θεωροῦμε δέ ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα τήν δημοσιευθεῖσα ἐπίσημη ἐξαγγελία ("Ἐνημερωτική Ἀνακοίνωση" ὑπ. ἀρ. πρωτ. 3516/28.11.2017 ἐκ. ἡμ.) τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου περί προσεχοῦς πραγματοποιήσεως (περί τοῦ ἰδίου θέματος) σχετικῆς Πανιερατικῆς Συνάξεως, ἀλλά, τό κυριώτερον, τά περί συγκλήσεως Μείζονος (διορθοδόξου) Συνόδου τῶν δύο ἐχουσῶν κανονική συγκρότηση καί Συνοδική δομήν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος καί Κύπρου (Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Πατρώων Παραδόσεων Κύπρου καί αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος) πρός σχετική συζήτηση καί ἀποφάσεις ἐπί τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ θέματος καί τῶν ἐν γένει ἐξελίξεων στό χῶρο τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλά καί τῶν συνεπειῶν των.
Ταῦτα δέ λαμβάνουν ἰδιαιτέρα σημασία μετά τίς τελευταῖες ἐξελίξεις στόν λεγόμενο ἐκκλησιαστικό χῶρο. Εἰδικότερον δέ μετά τίς πρόσφατες δηλώσεις τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου (30.11.2017) περί ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ "θεολογικοῦ διαλόγου" μετά τῶν παπικῶν, τῆς διαπιστουμένης πλήρους θεολογικῆς ἀδυναμίας τοῦ Φαναρίου νά ἀνταποκριθεῖ σέ κάτι τέτοιο, δεδομένης δέ καί τῆς στηρίξεώς/ἐξαρτήσεώς του (καί οἰκονομικῆς) ὑπό "ρωμαιοκαθολικῶν" καί προτεσταντῶν, ὡς καί τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο εὐθέως πλέον ἀντιπολιτεύεται μέ ἀξιώσεις τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καί τίς πρωτοβουλίες του, μέ πρώτη τήν σύγκληση τῆς "Συνόδου" τῆς Κρήτης ἀπό τήν ὁποία ἐκεῖνο ἀπεῖχε, ἀλλά καί τήν ἄνευ ἐνστάσεων συμπαράσταση στούς Ρώσους πολλῶν πατριαρχείων καί τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως τοῦτο διαπιστώθηκε κατά τούς πρόσφατους ἑορτασμούς τῆς Μόσχας γιά τό Πατριαρχεῖο τους καί τόν Πατριάρχη Τύχωνα (+).


ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ  ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

Τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος

Λόγος στηριγμοῦ καί οἰκοδομῆς στήν Ὀρθοδοξία μετά τήν κακόδοξο «Σύνοδο» τῆς Κρήτης τοῦ ἔτους 2016

Πρός τά ἀπανταχοῦ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί κάθε ἐνδιαφερόμενο.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά καί ἀγαπητά, χαίρετε ἐν Κυρίῳ.
Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ὑμῶν.

Α΄. Μία πρώτη καί σύντομη ἀποτίμηση τῆς οἰκουμενιστικῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.

Παρῆλθε ἕνα καί ἥμισυ ἔτος ἀπό τῆς συγκλήσεως καί πραγματοποιήσεως τῆς, ἀπό τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος προετοιμαζομένης καί ὡς «Ἁγίας καί Μεγάλης» φερομένης «Συνόδου» τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στό Κολυμπάρι τῶν Χανίων τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ παρελθόντος ἔτους 2016. Περί αὐτῆς τῆς Συνόδου πολλά ἐλέχθησαν, λέγονται καί μέλλουν νά λεχθοῦν. Καί εἶναι φυσικό νά γίνεται περί αὐτῆς πολύς λόγος, διότι ἡ πολυχρόνια προετοιμασία της καί οἱ μεγάλες καί ποικίλες προσδοκίες πού αὐτή εἶχε δημιουργήσει σέ πολλούς, ἀνεξαρτήτως τῆς θετικῆς ἤ ἀρνητικῆς στάσεώς τους ἀπέναντί της, τήν θέτουν ἀναμφιβόλως στό ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῶν ἐξελίξεων στό χῶρο τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.
Ἀρκετός λόγος περί αὐτῆς καί περί συναφῶν πρός αὐτήν θεμάτων, εἶχε γίνει λίγο πρό τῆς συγκλήσεώς της καί στό ὑπ’ ἀριθμ. 3478/24-5-2016 Διάγγελμα τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ὅπου, μεταξύ ἄλλων, διετυπώθησαν καί κάποιες κρίσεις, προβλέψεις καί ἐκτιμήσεις σχετικῶς μέ τούς σκοπούς, τήν προετοιμασία, τό ἔργο καί τά ἀποτελέσματά της.
Δυστυχῶς οἱ κρίσεις, οἱ προβλέψεις καί οἱ ἐκτιμήσεις αὐτές, ἐπαληθεύθησαν πλήρως ἀπό τήν ἐν λόγῳ «Σύνοδο» τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ὅσα συνέβησαν πρό καί μετά τή «Σύνοδο» αὐτή, ἐντός καί ἐκτός αὐτῆς καί τά ὁποῖα ἀφοροῦν στή λειτουργία, στίς συζητήσεις, στά ἐγκριθέντα κείμενα – ἀποφάσεις της, στήν Ἐγκύκλιο καί στό Μήνυμά της, καθὼς ἐπίσης καί στίς γενόμενες, παντοειδεῖς καί πολύπλευρες ἀναλύσεις τῶν πεπραγμένων της, ἀλλά καί στίς ἀντιδράσεις πού προέκυψαν στό χῶρο τῶν νεοημερολογιτῶν καί τῶν κοινωνούντων αὐτοῖς, ὅλα ἐπαληθεύουν πλήρως ὄχι μόνο τά ἀναφερθέντα καί προβλεφθέντα περί αὐτῆς στό προαναφερθέν Διάγγελμα τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἀλλά, ἐπιπλέον, δικαιώνουν σαφέστατα ὅλον τόν Ἱερόν Ἀγῶνα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Ἀγώνας αὐτός ἄρχισε ὡς ἔπρεπε εὐθύς ἀμέσως μετά τήν πραξικοπηματική εἰσαγωγή τῆς καταδικασμένης πανορθοδόξως καινοτομίας τοῦ νέου παπικοῦ ἡμερολογίου τό ἔτος 1924. Ἡ ἀλλαγή αὐτή, ὅπως ἱστορικῶς καί διαχρονικῶς ἀποδεικνύεται, ἦταν τό πρῶτο, πλήν ὅμως καίριο καί ἀπαραίτητο, βῆμα γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος, τό ὁποῖο εἰσήγαγε ἐπισήμως ἡ διαβόητος ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμ. Πατριαρχείου τό ἔτος 1920.
Αὐτό ἀκριβῶς τό πρόγραμμα, μετά τή σταδιακή καί μεθοδευμένη ἐφαρμογή του σέ πρακτικό κυρίως ἐπίπεδο, βρίσκει πλέον καί τήν δῆθεν «Πανορθόδοξη» συνοδική «νομιμοποίηση» καί «κατοχύρωσή» του, διά τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης.
Ἡ «Σύνοδος» αὐτή ἀποδεικνύεται καταφανῶς καί πολυπλεύρως ἀντορθόδοξη, αἱρετική καί ληστρική διότι:
1)      Συνεκλήθη ὑπό αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν.
2)      Δέν ἀκολούθησε - ἐπικύρωσε τίς προγενέστερες Οἰκουμενικές καί Πανορθοδόξους Συνόδους.
3)      Κατέλυσε ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Πανορθοδόξων Συνόδων.
4)      Κατέλυσε τήν Ὀρθοδόξη συνοδικότητα διά τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς δυνατότητος συμμετοχῆς ὅλων τῶν «Ἐπισκόπων», διά τῆς ἀναβαθμίσεως τῶν προκαθημένων σέ «ὑπερεπισκόπους» καί διά τῆς πραγματοποιήσεώς της ἄνευ τῆς συμμετοχῆς καί παρουσίας ἐκπροσώπων ὅλων τῶν τοπικῶν «Ἐκκλησιῶν».
5)      Ἀκολούθησε καινοφανεῖς μεθόδους στή θεματολογία καί στή λειτουργία της.
6)      «Ἐπικύρωσε» καί «νομιμοποίησε» θεσμικῶς καί συνοδικῶς τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
7)      Ἀνεγνώρισε ὡς «Ἐκκλησίες» τίς αἱρέσεις.
8)      Ἀνεγνώρισε καί ἐπαίνεσε τό ἔργο τοῦ παναιρετικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν».
9)      Συσχηματίσθηκε «τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Πρβλ. Ρωμ. ιβ΄, 2) τόσο ὡς πρός τόν τρόπο λειτουργίας της, ὅσο καί ὡς πρός τίς ἐπιδιώξεις, τά πρόσωπα, τά μέσα, ἀλλά καί τόν ἐκκοσμικευμένο τρόπο προβολῆς τῶν πεπραγμένων της διά τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημερώσεως.
10)    Ἀποτελεῖ σαφῶς τό θεμέλιο γιά τήν περαιτέρω προώθηση τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων καί πρακτικῶν ὡς «κατοχυρωμένων» συνοδικῶς, ἀλλά καί τήν ἀπαρχή καί ἄλλων παρομοίων μέ αὐτήν «Συνόδων» (χωρίς νά ἀποκλείεται πλέον καί ἡ συνδιοργάνωσή τους μέ αἱρετικούς), μέ σκοπό τήν πλήρη «ἑνότητα» τῶν παντοειδῶν Οἰκουμενιστῶν στήν παγκόσμια ψευδοεκκλησία τους.

Β΄. Ὁ Οἰκουμενισμός ἀναδεικνύεται πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὅσο περνᾶ ὁ καιρός οἱ ἴδιες οἱ ἐξελίξεις στόν οἰκουμενιστικό χῶρο φανερώνουν ὅλο καί πιό καθαρά τόν χαρακτήρα καί τό βάθος, τήν πονηρία καί τούς σκοπούς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἂν οἱ ἄλλες αἱρέσεις πού ἀνεφάνησαν στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν τρομερές καί κατατάραξαν τό λαό τοῦ Θεοῦ, ὁδηγώντας πολλούς στήν ἀπώλεια, ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀκόμη πιό τρομερή. Ἡ πονηρία της εἶναι σαφῶς μεγαλύτερη ἀπό ἐκείνη τῶν ἄλλων αἱρέσεων, μέ ἀποτέλεσμα τή δημιουργία ἀναλόγου πρός αὐτή συγχύσεως καί πλάνης «εἰ δυνατόν καί στούς ἐκλεκτούς» (Πρβλ. Ματθ. κδ΄, 24).
Ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις ἔβαλλαν εὐθέως κατά τῆς δογματικῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλοιώνοντας ἐμφανῶς τήν ἱερά παράδοση καί τό ἐν γένει βίωμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὁ Οἰκουμενισμός ὅμως, δέν ἐπιχειρεῖ νά προσβάλλει καί ἀλλοιώσει μέ τρόπο ἐμφανῆ καί εὐκολοδιάκριτο αὐτά τά κυρίαρχα χαρακτηριστικά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁ Διάβολος προσπαθεῖ νά ἀκυρώσει οὐσιαστικῶς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ὕπουλης, συγκεκαλυμμένης καί σταδιακῆς ἀναμείξεως τῆς ἀληθείας μέ τό ψεῦδος. Ἀποδομεῖ τή μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν παρουσίαση τῶν ποικίλων αἱρέσεων ὡς δῆθεν πραγματικῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. Σχετικοποιεῖ τά σωτήρια δόγματα ἐξισώνοντάς τα μέ τίς αἱρετικές δοξασίες καί παρουσιάζοντας ἀμφότερα ὡς δῆθεν ποικίλες ἐκδοχές καί ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος καί ὡς διαφορετικές ὁδούς πρός τόν ἴδιο προορισμό. Δηλητηριάζει καί ἐν τέλει θανατώνει πνευματικῶς ὅσους ἑκ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πλανήσει καί σύρει στήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς Ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ, τή συμπροσευχή καί τελικῶς τήν πλήρη ἕνωση μέ τούς παντοειδεῖς αἱρετικούς. Ἀπώτερος σκοπός του εἶναι ἡ τελική συγχώνευση ὅλων τῶν θρησκειῶν σέ μία πολυπεριεκτική καί ἀδογμάτιστη πανθρησκεία τῆς «Νέας Ἐποχῆς».
Πραγματικά, ἡ δογματική περιεκτικότητα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἡ πονηρότατη «ἀνοχή» του στή διαφορετικότητα, σέ θέματα πού ἀφοροῦν, τόσο στήν πίστη, ὅσο καί στή λειτουργική πράξη, εἶναι σαφῶς τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τά ὁποῖα τόν ἀναδεικνύουν ὡς τόν ὑπουλότερο ἐχθρό τῆς ἀληθείας καί πραγματικό πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου.
Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι, ὅπως ὁ Ἀντιχριστος θά ἀντιποιεῖται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, παρουσιαζόμενος ὡς «θεάνθρωπος» καί ἀπαιτώντας τή λατρεία τῶν ἀνθρώπων, ὅμοια καί ὁ Οἰκουμενισμός ἀντιποιεῖται τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπαιτώντας τήν ὑποταγή καί τήν προσχώρηση ὅλων σέ αὐτόν.

Γ. Ἡ συνέχιση τῆς ἀντιφατικῆς καί ἀναποτελεσματικῆς στάσεως τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν».

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὅπως δείχνουν τά σημεῖα τῶν καιρῶν, ἔχουμε ἤδη φθάσει στήν ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ δημόσια ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας καί ἡ ὁμολογία ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία καί μοναδική, δηλαδή ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἐνῶ οἱ ἄλλες θεωρούμενες ὡς «Ἐκκλησίες» δέν εἶναι παρά αἱρετικές καί σχισματικές ὁμάδες οἱ ὁποῖες ἀνήκουν στό χῶρο τῆς πλάνης καί τῆς ἀπωλείας, θά θεωρεῖται ὡς ἔκφραση καί κήρυγμα «μίσους», θρησκευτικοῦ «φανατισμοῦ» καί «ρατσισμοῦ». Μετά δέ τήν πραγματοποίηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης καί τήν προβολή της ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς τήν δῆθεν «αὐθεντική» ἔκφραση τῆς «ὀρθοδόξου» αὐτοσυνειδησίας στό σύγχρονο κόσμο, κάθε ἀντίδραση καί ἐναντίωση στά ἀποφασισθέντα καί προγραμματισθέντα ὑπ’ αὐτῆς θά θεωρεῖται ὡς ἀνταρσία καί ἀντισυνοδική – ἀντιεκκλησιαστική ἐνέργεια. Ἤδη ἔχουν ἀρχίσει καί οἱ μεθοδεύσεις ὑπό τῶν ὑψηλοβάθμων παραγόντων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιά τήν πάταξη κάθε ἐναντιώσεως καί τήν παραδειγματική τιμωρία παντός ἀντιδρῶντος στά σχέδιά τους.
Ἡ ἐξέλιξη αὐτή φανερώνει ὄχι μόνο τί μέλλει γενέσθαι, ἀλλ’ ἐπίσης ἀποκαλύπτει τό μέγεθος τῆς πλάνης καί τῆς ἀδυναμίας τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν», τόσο τοῦ νεοημερολογιτικοῦ χώρου, ὅσο καί κάποιων παλαιοημερολογιτικῶν παρατάξεων, νά ἐκτιμήσουν καί ἀξιολογήσουν ὀρθά τά γεγονότα καί νά λάβουν τήν πρέπουσα θέση ἀπέναντί τους. Οἱ μέν νεοημερολογίτες «ἀντιοικουμενιστές» ἤ ἑξακολουθοῦν νά «ἀντιδροῦν» στόν Οἰκουμενισμό θεωρητικῶς καί διά λόγων μόνο, ἐνῶ ἐν τῇ πράξει ἐπικοινωνοῦν πλήρως μέ τούς Οἰκουμενιστές, ἤ «ἀποτειχίζονται» ἐλάχιστοι ἐξ αὐτῶν ἤ διακόπτουν τό μνημόσυνο τῶν «ἐπισκόπων» πού ἀποδέχονται τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἐναποθέτωντας ὅλες τίς ἐλπίδες τους σέ μία οὐτοπική μελλοντική «Πανορθόδοξη» Σύνοδο ἡ ὁποία, ὅπως φαντάζονται, μέλλει νά καταδικάσει τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί νά ἀνατρέψει τίς ἀποφάσεις καί τά προγράμματά της. Οἱ δέ παλαιοημερολογίτες «ἀντιοικουμενιστές» τινῶν παρατάξεων τῶν «διαδόχων» τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου (†1955), παρότι οἱ ραγδαῖες οἰκουμενιστικές ἐξελίξεις ἀποκαλύπτουν πλήρως τό οἰκουμενιστικό ὑπόβαθρο καί τή σημασία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ  νέου ἡμερολογίου γιά τήν ἐπιτυχῆ ἐξέλιξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτοί ἑξακολουθοῦν νά ἀποφεύγουν νά ἀποφανθοῦν ἄν ἡ πραξικοπηματική ἐπιβολή τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὡς πανορθοδόξως καταδικασμένη πρό πολλοῦ καινοτομία καί ἐντασσομένη πλήρως στά πλαίσια τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχει προκαλέσει καί συνεχίζει νά συνιστᾶ τετελεσμένο σχίσμα, μέ ὅλες τίς ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνέπειες αὐτοῦ.
Τά ἀνωτέρω σημαίνουν ὅτι, δυστυχῶς καί οἱ μέν καί οἱ δέ, πέφτουν στό ἴδιο οὐσιαστικῶς σφάλμα. Θεωροῦν τήν ἔκπτωση τῶν αἱρετικῶν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς συνοδική «ποινή» καί ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ αὐτοχωρισμοῦ τους ἀπό τόν Χριστό διά τῆς αἱρέσεως. Μέ ἄλλα λόγια, νομίζουν ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας δίνει ὑπόσταση στούς αἱρετικούς καί ὄχι ἡ αἵρεσή τους αὐτή καθ’ ἑαυτήν.

Δ΄. Ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν.

Εἶναι ἐξαιρετικῶς σημαντική καί ἀπαραίτητη γιά τήν κατανοήση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἡ γνώση ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν, τόσο διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅσο καί διά τῆς διδαχῆς τῶν θεοφόρων Πατέρων καί τῶν Ἱερῶν Συνόδων, μαρτυροῦσε διαχρονικῶς καί ὅριζε σαφῶς ὅτι οἱ αἱρετικοί αὐτοαποβάλλονται, αὐτοαποσχίζονται καί ἐκπίπτουν τῆς Ἐκκλησίας λόγῳ τῆς φανερᾶς ἀλλοιώσεως τῆς πίστεως καί τῆς παραχαράξεως τῶν ὀρθῶν δογμάτων. Αὐτά συνιστοῦν βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἐπιφέρει σέ αὐτούς τή στέρηση τῆς σωτηρίου Θείας Χάριτος καί τῶν ζωοπαρόχων Θείων Μυστηρίων.
Ἐξόχως χαρακτηριστικά καί ἀποκαλυπτικά περί τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι τά ἀναφερόμενα στήν Ἐγκύκλιο ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τῶν παπικῶν καινοτομιῶν τό ἔτος 1848. Ἔγραφαν τότε οἱ ἀείμνηστοι ὀρθόδοξοι Πατριάρχες: «Ἡ γάρ πίστις ἡμῶν, ἀδελφοί, οὐκ ἐξ ἀνθρώπων οὐδέ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλά δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἐκήρυξαν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἐκράτυναν αἱ ἱεραί οἰκουμενικαί Σύνοδοι, παρέδωκαν ἐκ διαδοχῆς οἱ μέγιστοι σοφοί Διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης καί ἐπεκύρωσαν τά ἐκχυθέντα αἵματα τῶν ἁγίων Μαρτύρων. «Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (Α΄ Πέτρ. ε΄, 8) ἥν παρελάβομεν ἄδολον παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τήν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀλλ’ αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μή ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καί ὁ τολμῶν ἤ πράξαι ἤ συμβουλεύσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα διά τό βλασφημεῖν εἰς τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καί διά τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τό φρικτόν τοῦτο ἀνάθεμα, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Χριστῷ ἀγαπητά, οὐκ ἐκφωνοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, ἀλλ’ ἐξεφώνησε πρῶτος ὁ Σωτήρ ἡμῶν· «ὅς ἄν εἴπῃ κατά τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. ιβ΄, 32)· ἐξεφώνησε ὁ θεῖος Παῦλος «θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπό τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, ὁ οὔκ ἐστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς, καί θέλοντες μεταστρέψαι τό εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· ἀλλά καί ἑάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. α΄ 6-8)· ἐξεφώνησαν τοῦτο αἱ ἑπτά οἰκουμενικαί Σύνοδοι καί σύμπας ὁ χορός τῶν θεοφόρων Πατέρων. Ἅπαντες οὖν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν, κατά τόν ψαλμῳδόν, «κατᾶραν ὡς ἱμάτιον» (Ψαλμ. ρη΄, 18), κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄν τε Λαϊκοί ἔτυχον εἶναι· «κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω, εἰ τίς ὑμᾶς εὐαγγελίζηται παρ’ ὅ παρελάβετε» (Α΄, Πέτρ. 1,22). Οὕτω φρονοῦντες οἱ Πατέρες ἡμῶν καί ὑπακούοντες εἰς τούς ψυχοσωτηρίους λόγους τοῦ Παύλου ἐστάθησαν σταθεροί καί ἑδραῖοι εἰς τήν ἐκ διαδοχῆς παραδοθεῖσαν αὐτοῖς πίστιν καί διέσωσαν αὐτήν ἄτρεπτον καί ἄχραντον διά μέσου τοσούτων αἱρέσεων, καί παρέδωκαν αὐτήν εἰς ἡμᾶς εἰλικρινῆ καί ἀνόθευτον, ὡς ἐξῆλθεν ἄδολος ἀπό τοῦ στόματος τῶν πρώτων ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου· οὕτω φρονοῦντες καί ἡμεῖς, ἄδολον, ὡς παρελάβομεν, μετοχετεύσομεν αὐτήν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς, μηδέν παραμείβοντες, ἵνα ὦσι κἀκεῖνοι, ὡς καί ἡμεῖς, εὐπαρουσίαστοι καί ἀκαταίσχυντοι, λαλοῦντες περί τῆς τῶν προγόνων αὐτῶν πίστεως». (Βλ. Ἰω. Καρμίρη, Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 2ος, σελ. 922).
Γι’ αὐτούς ἀκριβῶς τούς λόγους καί ὅλες οἱ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν συγκληθεῖσες Ἱερές Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας κατεδίκαζαν καί ἀναθεμάτιζαν τούς παντοειδεῖς αἱρετικούς, ὄχι ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τούς ἐπέβαλαν τήν «ποινή» νά εἶναι καί νά ἀναγνωρίζονται τοῦ λοιποῦ ὡς αἱρετικοί καί ἀπερριγμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια τῆς συνοδικῆς διαπιστώσεως καί ἀναλύσεως τῆς αἱρέσεως καί τῆς διακηρύξεως στό λαό τοῦ Θεοῦ, πρός προστασίαν αὐτοῦ, ὅτι πράγματι αὐτοί, ἤδη ὡς ἐκ τῆς αἱρέσεώς τους, κατέστησαν «σεσηπότες» καί «ἐβλήθησαν ἔξω ὡς τό κλῆμα καί ἐξηράνθησαν» (Πρβλ. Ἰω. ΙΕ΄, 6). Αὐτοαπεκόπησαν, δηλαδή, καί ἀπεβλήθησαν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς ἐκ τούτου οὐδεμία πνευματική, συμπροσευχητική καί λειτουργική κοινωνία μετ’ αὐτῶν καί μεθ’ ὅλης τῆς ψευδοεκκλησίας τους ἐπιτρέπεται.

Ε΄. Ἡ αὐτοαναίρεση τῶν λεγομένων «ἀντιοικουμενιστῶν».

Ἀντιθέτως πρός αὐτά οἱ σημερινοί «ἀντιοικουμενιστές» τόσο τοῦ νεοημερολογιτικοῦ χώρου, ὅσο καί τινῶν παλαιοημερολογιτικῶν παρατάξεων τῶν «διαδόχων» τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, παρότι ὅλοι ὁμοῦ συμφωνοῦν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι παναίρεση, ἐφ’ ὅσον ἐξισώνει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλες σχεδόν τίς κατεγνωσμένες αἱρέσεις καί ἐπαναφέρει τήν κοινωνία μέ ὅλους σχεδόν τούς αἱρετικούς, παραδόξως δέν ἀποφαίνονται ἄν οἱ φορεῖς καί οἱ συμμέτοχοι αὐτῆς τῆς παναιρέσεως, οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, δηλαδή ὅλη ἡ ψευδοεκκλησία τους, εἶναι αὐτοαπεσχισμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ἐκπεσόντες ἀπ’ αὐτῆς. Πιστεύουν καί διδάσκουν ὅτι μέχρι νά συγκληθεῖ μία ὄντως Πανορθόδοξος Σύνοδος ἡ ὁποία θά καταδικάσει τόν Οἰκουμενισμό ὡς Παναίρεση καί θά ἐπιβάλλει στούς Οἰκουμενιστές τήν καθαίρεσή τους ὡς αἱρετικῶν, μέχρι τότε οὐδείς δύναται νά ἀποφανθεῖ ἄν αὐτοί καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς εἶναι αὐτοαπεσχισμένοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ψευδοεκκλησία τους στερεῖται τῆς Θείας Χάριτος καί τῶν Θείων Μυστηρίων.
Ὅλα ὅμως αὐτά δέν εἶναι παρά ἡ οὐσιαστική αὐτοαναίρεση τῶν «ἀντιοικουμενιστῶν» αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀφοῦ αὐτό πού καταγγέλουν ὡς ἀντορθόδοξη θεωρία καί πράξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή τήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος καί ὑπάρξεως μυστηρίων στούς κατεγνωσμένους αἱρετικούς, αὐτό τό ἴδιο πράττουν καί οἱ ἴδιοι, ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστικότητα καί ὕπαρξη μυστηρίων στήν περιλαμβάνουσα ὅλες τίς κατεγνωσμένες αἱρέσεις παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, οὐσιαστικῶς ἀμνηστεύουν, ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον, τόν Οἰκουμενισμό καί ὅλες τίς ἐκφάνσεις, καινοτομίες καί πρακτικές του.

ϛ΄. Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς αἱρετική θεωρία καί σχισματοαιρετική ψευδοεκκλησία.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἁπλή καί ἀδιαπραγμάτευτη. Συνίσταται στήν πίστη πρός τό πρόσωπο καί τό κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ὄντως Ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια τοῦ πραγματικοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος κατά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι καί αὐτή ἁπλή καί ἀδιαπραγμάτευτη. Συνίσταται στήν ὑποχρέωση τῆς ἐναντιώσεως κάθε ὀρθοδόξου κατά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί σύνολης τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς του, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τῆς πρώτης θεωρητικῆς παρουσιάσεώς του διά τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 καί ἀπό τοῦ πρώτου ἐπισήμου καί πρακτικοῦ βήματος ἐφαρμογῆς του, τήν ἐπιβολή τοῦ νέου παπικοῦ ἡμερολογίου.
Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς θεωρία παρουσιάσθηκε ἐπισήμως στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, διατυπωθείς, συντόμως μέν σαφῶς καί πλήρως δέ, διά τῆς Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό ἔτος 1920. Ἐκεῖ παρατίθενται οἱ βασικές ἀρχές τῆς παναιρέσεως αὐτῆς καί καθορίζεται τό πρόγραμμα τῶν σταδιακῶν πρακτικῶν βημάτων, γιά τήν προώθηση καί παγίωσή της. Ἡ πρακτική ἐφαρμογή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀρχίζει νά συντελεῖται διά τῆς πραξικοπηματικῆς καί ἀθέσμου ἐπιβολῆς τοῦ νέου παπικοῦ ἑορτολογίου τό ἔτος 1924. Τότε προεκλήθη πανορθόδοξο σκάνδαλο καί ἐπισυνέβη σχίσμα, παγκοσμίως γνωστό, ἱστορικῶς καταγεγραμμένο καί οὐδέποτε θεραπευθέν. Ποιοί τό ἐδημιούργησαν; Ἀσφαλῶς καί βεβαίως οἱ καινοτομήσαντες Οἰκουμενιστές. Αὐτοί ἀθέτησαν σαφῶς καί ἀπροκαλύπτως προγενέστερες πανορθοδόξους ἀποφάσεις, ἐρχόμενοι ἔτσι σέ ρήξη μέ τό ἱερό παρελθόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νοθεύοντας τήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ἀλλοιώνοντας τούς θεσμούς τους.
Ἔκτοτε, οἱ ἀποδεχθέντες αὐτήν τήν ἄθεσμη ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος, καθώς καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, ἀνήκουν σαφῶς καί ἀναποδράστως στό χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔχουν ἀποσχίσει ἑαυτούς ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποιμαίνονται καί διοικοῦνται ὑπό Οἰκουμενιστῶν καί συμμετέχουν, εἴτε ἐνεργητικά, εἴτε παθητικά στό οἰκουμενιστικό γίγνεσθαι. Τό γεγονός ὅτι κἄποιοι ἀπ’ αὐτούς δέν ἀρέσκονται στήν οἰκουμενιστική θεωρία καί πρακτική δέν σημαίνει σέ καμμία περίπτωση ὅτι, ὡς ἐκ τούτου καί μόνο, ἀνήκουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ πράξει, εἴτε ἀνέχθησαν τήν ἐφαρμογή τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος εἴτε ἐγεννήθησαν καί ἀνετράφησαν στά πλαίσια αὐτῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας, καθίσταται ἐκ τῶν πραγμάτων δεδομένο ὅτι δέν δύνανται νά ἀποτελοῦν μέλη τῆς ἀληθινῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐπιθυμοῦν τή σωτηρία τους ὀφείλουν νά ἀναζητήσουν τήν ἀμόλυντη ἀπό τό μίασμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά ἐνταχθοῦν σέ αὐτήν, ἀπορρίπτοντας ὅ,τι «ἔλαβαν» ἐκ τῆς Οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας ὡς ἀδόκιμο καί οὐσιαστικῶς ἀνίσχυρο.

Ζ΄. Ἡ πραγματική ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως.

Κατά τή σημερινή συγκυρία δέν ἀρκεῖ κανεῖς νά διαφωνεῖ ἤ νά «ἀποτειχίζεται» ἤ νά διακόπτει τό μνημόσυνο τῶν Οἰκουμενιστῶν «Ἐπισκόπων» νομίζοντας ὅτι ἔτσι διασφαλίζει τόν ἑαυτό του στή σωτήριο μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως ἰσχύει καί ἁρμόζει μόνο σέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες στό χῶρο τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κάποιος (π.χ. Ἐπίσκοπος) ἤ κάποιοι ἀπό τά μέλη της (π.χ. Σύνοδος Ἐπισκόπων) ἀρχίσουν ἔξαφνα νά κηρύττουν ἐπισήμως (γυμνῇ τῇ κεφαλῇ) κατεγνωσμένη αἵρεση. Τότε προκύπτει ἡ ὑποχρέωση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν νά διακόψουν τήν πνευματική κοινωνία τους μετ’ αὐτῶν, ἀκόμη καί ἄν πρόκειται γιά τούς Ποιμένες τους ἤ γιά ὑψηλόβαθμους κληρικούς, ἀκόμη καί γιά Πατριάρχες καί νά «ἀποτειχισθοῦν» ἀπ’ αὐτούς, περιτειχιζόμενοι αὐτομάτως καί αὐτονοήτως στήν ἀληθινή Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τυγχάνουν ἤδη μέλη. Προϋποτίθεται δηλαδή, ὅτι αὐτός πού ἀποτειχίζεται ἀπό τούς κηρύσσοντας ἐπισήμως αἵρεση εἶναι ἤδη μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας λάβει ἀπό τήν ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν ἰδιότητα αὐτή διά τῶν πραγματικῶν μυστηρίων πού μόνο ἐντός αὐτῆς παρέχονται. Δέν νοεῖται ἀποτείχιση ἀπό αἱρετικούς, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ταυτοχρόνου καί αὐτονοήτου «περιτειχίσεως» στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἄν ὁ ἀποτειχιζόμενος οὐδέποτε ὑπῆρξε μέλος τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά πάντοτε ἦταν μέλος τῆς ἀπό μακροῦ χρόνου δρώσης ψευδοεκκλησίας. Ὁμοίως δέν σημαίνει σχεδόν τίποτε ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἡ διακοπή μνημοσύνου τοῦ οἰκουμενιστοῦ «Ἐπισκόπου» ὅταν, ἀφ’ ἑνός μέν συνεχίζεται ἡ λειτουργική κοινωνία μέ τούς μνημονεύοντες τόν οἰκουμενιστή «Ἐπίσκοπο», ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀποφεύγεται ἡ ἔνταξη στήν πραγματική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Η΄. Ποιά ὑπῆρξε ἡ ἱστορικῶς καίρια καί ἐπιτυχής ἀποτείχιση σέ σχέση μέ τόν Οἰκουμενισμό.

Γιά τήν περίπτωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἡ ἔννοια τῆς ἀποτειχίσεως ἴσχυε καί ἅρμοζε κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς του, δηλαδή κατά τά ἔτη ἀπό τό 1920 καί ἐντεῦθεν, ὁπότε δημοσιεύθηκε ἡ οἰκουμενιστική ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί παρουσιάσθηκε ἐπισήμως τό οἰκουμενιστικό πρόγραμμα.
Δυστυχῶς, ὅμως, κατά τήν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχή, οἱ ταχθέντες ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὡς διδάσκαλοι καί θεματοφύλακες τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι, Ἐπίσκοποι κ.λ.π., ὄχι μόνο δέν κατήγγειλαν τήν παναιρετική ἐγκύκλιο τοῦ 1920 ὡς ἀντορθόδοξη καί δέν παρατηρήθηκε καμμία ἀποτείχιση, ἀλλ’ ἀντιθέτως, λόγῳ ἴσως τῆς «φαναριωτικῆς διπλωματίας», τῆς ἐπιλεκτικῆς κοινοποιήσεως τῆς παναιρετικῆς ἐγκυκλίου καί γενικῶς λόγῳ τῆς συνωμοτικῆς δράσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν, καθὼς καί τῆς ἐλλειποῦς ἤ μᾶλλον ἀνυπάρκτου πληροφορήσεως τοῦ Κλήρου καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τά πράγματα ἀφέθηκαν στά χέρια τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τό πρόγραμμα συνεχίσθηκε.
Ὅταν, ὅμως, ἐντός ὀλίγου ἡ ἐφαρμογή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πέρασε σέ πρακτικό στάδιο διά τῆς πραξικοπηματικῆς ἐπιβολῆς τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τότε ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ καί λίγοι ἐκ τῶν ἱερέων, ὅπως καί ἀρκετοί μοναχοί, ἀντέδρασαν. Διαπιστώνοντας τήν συντελουμένη πονηρή προδοσία τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως καί προβλέποντας αὐτά πού ἐπρόκειτο νά ἀκολουθήσουν, ἀρνήθηκαν νά δεχθοῦν τήν ἄθεσμη ἀλλαγή τοῦ πατρώου ἑορτολογίου καί προέβησαν στήν ἀναγκαία ἀποτείχιση ἐκ τῶν καινοτόμων, περιτειχιζόμενοι στήν ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἤδη ἐτύγχαναν μέλη. Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή. Οἱ μέν Οἰκουμενιστές Νεοημερολογίτες καί οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς, συνέχισαν τό οἰκουμενιστικό – παναιρετικό καί πανθρησκειακό πρόγραμμά τους, τό ὁποῖο φθάνει μέχρι καί τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Οἱ δέ ἀρνούμενοι τόν Οἰκουμενισμό Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, χλευαστικῶς ἀποκαλούμενοι ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς «παλαιοημερολογίτες», συνασπιζόμενοι καί ἀποκτοῦντες σύν Θεῷ ἀρχιερατική προστασία καί συνοδική δομή, συνέχισαν τόν ἱερό τους ἀγῶνα, βαλλόμενοι πανταχόθεν ἀπό ἐξωτερικούς καί ἐσωτερικούς ἐχθρούς καί, παρά τίς σύν τῷ χρόνῳ σημειωθεῖσες προδοσίες, τά πολλά σχίσματα, τή μεγάλη συρρίκνωση καί τά λοιπά προβλήματά τους, ἐξακολουθοῦν νά ἀποτελοῦν τό «λεῖμμα κατ’ ἐκλογήν χάριτος» τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Θ΄. Ἀπόλυτη ἡ ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Κατά τή σημερινή ἐποχή, ἑκατό σχεδόν χρόνια μετά τήν εἰσαγωγή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, γιά ὅσους εἶναι δέσμιοι αὐτῆς τῆς Παναιρέσεως δέν ἔχει οὐσιῶδες νόημα ἡ ἔννοια τῆς ἁπλῆς ἀποτειχίσεως. Αὐτό συμβαίνει διότι δέν ὑφίστανται πλέον τά δεδομένα καί οἱ προϋποθέσεις τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Ὁ Οἰκουμενισμός δέν εἶναι μία πρόσφατη ἰδέα καί κίνηση. Δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖο μόλις χθές ἤ σήμερα ἐμφανίσθηκε ξαφνικά, οὔτε ἔλαβε τήν ἀρχή τῆς ὑπάρξεώς του ἀπό τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἡ «Σύνοδος» αὐτή δέν εἶναι παρά ἕνα ἀκόμη σημαντικό βῆμα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ προγράμματος. Ἔχουν προηγηθεῖ ἐξίσου σημαντικά οἰκουμενιστικά βήματα, διά τῶν ὁποίων ὁ Οἰκουμενισμός ὑποστασιάζεται πλήρως.
Προφανῶς δέ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἄρχισε νά ὑπάρχει ὡς παναίρεση ἀπό τότε πού κάποιοι, λίαν ἐσχάτως ἤ καί μόλις «χθές», ἀπεφάσισαν νά διακόψουν τό μνημόσυνο ἤ νά «ἀποτειχισθοῦν» ἀπό τούς οἰκουμενιστές «ἐπισκόπους» τους.
Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς αἵρεση καί σχισματική ψευδοεκκλησία ὑφίσταται πλήρως, δρᾶ καί ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, εὑρισκόμενος μακράν τῆς Θείας Χάριτος, ἐδῶ καί σχεδόν ἑκατονταετία. Συνεπῶς δέν μπορεῖ κανείς ἐξ ὅσων βρίσκονται ἐγκλωβισμένοι στά πλαίσιά του νά διασφαλίσει τόν ἑαυτό του ἀλλιῶς, παρά ἐξερχόμενος ἐκ τῆς οἰκουμενιστικῆς ψευδοεκκλησίας καί ἐντασσόμενος στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου μόνο ἐκεῖ ὑπάρχει τό ταμεῖον τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί παρέχεται ἡ σωτηρία.

          Ι΄. Μακαρισμός τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί παραινέσεις πρός τούς πιστούς

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καί ἀοιδίμων προπατόρων ἡμῶν, τῶν ἀγωνισαμένων στερρῶς ὑπέρ τῆς «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως» (Πρβλ. Ἰούδ. 3), καί κληροδοτησάντων σέ ἐμᾶς τους εὐτελεῖς τήν πίστη αὐτή ἄμωμη καί ἄδολη.
Ἰδιαιτέρως δέ ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων μακαριστῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐναντίον τῆς ὑπούλου, ἀθέσμου καί οἰκουμενιστικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ διώξεις, οἱ ἐξορίες, οἱ ταλαιπωρίες καί τό αἷμα τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀποτελοῦν τή σφραγίδα τῆς γνησιότητος τοῦ ἀγῶνος τους, ἀλλά καί τήν ἱστορική ἀπογύμνωση τοῦ φρικτοῦ ἀληθινοῦ «προσώπου» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού κρύβεται κάτω ἀπό τό προσωπεῖο τῆς ἀγαπολογίας. Τό ἴδιο «πρόσωπο» εἶναι πολύ πιθανό νά ἀποκαλυφθεῖ ξανά, ἴσως καί μέ πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα καί μεθοδικότητα στίς ἡμέρες μας ἤ στό ἐγγύς μέλλον.
Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ματθαίου (†1950), ὁσίου ἀνδρός, ἡσυχαστοῦ, ἀσκητοῦ, κοινοβιάρχου καί προμάχου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, συνεχιστοῦ καί μεταδότου τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στήν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν διαδόχων αὐτοῦ Ἀρχιεπισκόπων, τῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Κληρικῶν καί παντός ἀγωνισαμένου ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ἐναντίον τῆς οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως καί ἀποστασίας.
Ὅλων αὐτῶν τό παράδειγμα, τήν πίστη καί τόν ἀγώνα ἔχουμε χρέος νά μιμούμεθα πάντες. Νά τηροῦμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἔργῳ καί λόγῳ, ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ. Νά αὐξάνουμε ἐνεργῶς τό σύνδεσμο τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης καί ἑνότητός μας, ἀποτελοῦντες ζωντανά παραδείγματα πρός μίμησιν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰω. ιγ΄, 35).
Νά τηροῦμε ἀπαρεγκλίτως τήν ἐντολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως συμπροσευχῆς καί πάσης φύσεως λειτουργικῆς κοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων μετά αἱρετικῶν, σχισματικῶν καί ἀκοινωνήτων, ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ. «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται οὗτος ἀφοριζέσθω» ἀναφέρει ὁ Ι΄ Ἀποστολικός Κανών ἐνῶ ὁ ΜΕ΄ Ἀποστολικός λέγει «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» καί ὁ ΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀναφέρει «μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει».
Αὐτή ἡ ἀπαγόρευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων οὔτε τυχαία, οὔτε ἄνευ ἀπολύτου σημασίας εἶναι. Εἶναι καίρια καί ἀπαραίτητη, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία «ὡς ἄμωμος νύμφη τοῦ Χριστοῦ» καί «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» νά διαφυλάσσει τά ὅριά της. Νά μήν καθίσταται «ξέφραγο ἀμπέλι» καί νά μήν «τρυγῶσιν αὐτήν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τήν ὁδόν» οὔτε νά λυμαίνονται καί κατασπαράζουν αὐτήν «ὗς ἐκ δρυμοῦ καί μονιός ἄγριος» (Πρβλ. Ψαλμ. οθ΄, 13-14). Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ ταυτοχρόνως ὡς «τεῖχος» προστασίας τῶν πιστῶν καί ὡς «δρεπάνι» πού κόπτει καί ἐξουδετερώνει τόν Οἰκουμενισμό ἐν τῇ γενέσει του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (PG 160, 105C).
Αὐτῆς τῆς πράξεως τῶν θεοφόρων Πατέρων ὄντες ἑπόμενοι καί καταθέτοντες ταπεινῶς τήν μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως μέσα στήν ταραγμένη καί συγχυτική ἐποχή μας, πρός δόξαν τοῦ Ἁγίου Ὀνόματος τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου μόνου Θεοῦ, ἐλπίζουμε νά τύχουμε τῆς σωτηρίας, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Ἡ δέ χάρις καί τό ἔλεος Αὐτοῦ, ἄμα καί οἱ ταπεινές εὐχές πάντων ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων ποιμένων σας εἴησαν πάντοτε μεθ’ ὑμῶν. Ἀμήν


Η  ΙΕΡΑ  ΣΥΝΟΔΟΣ*

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

† Ὁ Ἀθηνῶν ΣΤΕΦΑΝΟΣ

ΤΑ  ΜΕΛΗ

† Ὁ Θηβῶν & Λεβαδείας ΑΝΔΡΕΑΣ

† Ὁ Φιλίππων ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

† Ὁ Λαρίσης & Τυρνάβου ΙΓΝΑΤΙΟΣ

† Ὁ Φθιώτιδος ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


Ὁ Γραμματεύς

† Ἱερομ. Φίλιππος Σελητσανιώτης

* Ἡ παροῦσα Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ὑπογράφεται ὑπό τῶν Ἀρχιερέων τῶν συμμετασχόντων στή γενομένη τήν 28η Νοεμβρίου 2017 Συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.


Μικρό καί δευτερευούσης σημασίας σχόλιο ἐπί τοῦ ἀνωτέρω κειμένου: Ὁ χαρακτηρισμός τῆς "Συνόδου" τῆς Κρήτης ὡς ληστρικῆς εἶναι ὀρθός, ἀλλά χρειάζεται αἰτιολόγηση, ἀπαραίτητη γιά τήν ἀρτιότητα τοῦ κειμένου. Ἴσως ἐκ παραδρομῆς, τοῦτο διέλαθε τῆς προσοχῆς τῶν συντακτῶν τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου. Ὁ χαρακτηρισμός ὡς ληστρικῆς μιᾶς συνόδου σημαίνει ὅτι κατ' αὐτήν δέν ὑπῆρχε ἐλευθέρα ἐν παντί συζήτηση θέσεων καί ἀπόψεων καί ἀνάλογος λήψη ἀποφάσεων ἀλλά ἀσκήθηκαν γι' αὐτά ἀθέμιτες πιέσεις ἤ ἀκόμη καί βία.  Ὡς τοιαύτη (αἰτιολόγηση τοῦ γενομένου, ὀρθοῦ, κατά τήν ἐκτίμησή μας, χαρακτηρισμοῦ) πάντως μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ, ἡ καταγγελθεῖσα δημοσίως διά ἐνυπογράφων ἄρθρων, ὑπό συμμετασχόντων σέ αὐτήν (τήν σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου) ἐπισκόπων, προσπάθεια ἑνίων προκαθημένων καί ἑτέρων συμμετασχόντων, μετά ἀσφυκτικῶν πιέσεων, ἐπιβολῆς θέσεων καί ἐπίτευξη ἐγκρίσεως προτάσεων ἀντορθοδόξων ἀποφάσεων, τό ἐπίσης καταγγελθέν ἔντονο παρασκήνιο ἀλλοιώσεως συνοδικῶν θέσεων τοπικῶν ἐκκλησιῶν καί ἡ παρενόχληση, μέσω τοποθετήσεων καί λεκτικῶν ἐπιθέσεων καί ἄρα ἀσκήσεως πιέσεων, πρός διαφωνοῦντες, προκειμένου νά συμπλεύσουν στίς τελικές οἰκουμενιστικές ἐπιλογές καί ἀποφάσεις τῆς συνόδου (βλ. σχετικά δημοσιεύματα Μητρ/του Ναυπάκτου Ἱεροθέου Βλάχου στόν ἐκκλησιαστικό τύπο καί τά θεματικά ἱστολόγια, καθώς καί ἄλλων ἐγκύρων ἀρθρογράφων, τά περί σχετικῶν δηλώσεων Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, ἀλλοιώσεως ἀποφάσεων Ἱεραρχίας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κλπ.).

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017


Διάλογος
Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου (N. E.) Ἱεροθέου


Κατ' ἀρχήν πρέπει νά δηλώσω ὅτι δέν εἶμαι ἐναντίον τοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί τούς ἄλλους ἑτεροδόξους, εἶμαι ὑπέρ τοῦ διαλόγου, ὁ ὁποῖος ὅμως πρέπει νά γίνεται μέ ὁρισμένες θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Τίποτε δέν πρέπει νά γίνεται ἀπροϋπόθετα.
Συμφωνῶ ἀπόλυτα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γιά πολλά χρόνια ἦταν ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ Διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Σέ παλαιότερο βιβλίο μου κατέγραψα τίς ἀπόψεις του γιά τόν Διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅπως τίς ἐξέφρασε σέ κείμενό του μέ τίτλο «Ὁ θεολόγος στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Οἰκουμενικό Διάλογο».
Στό κείμενό του αὐτό διακρίνονται τέσσερα σημαντικά σημεῖα. Πρῶτον, φαίνονται οἱ ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι γιά τό θέμα αὐτό, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη πείρα μέ τούς θεολογικούς Διαλόγους. Δεύτερον, ἀναλύονται οἱ προϋποθέσεις, βάσει τῶν ὁποίων ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος μπορεῖ νά συμμετάσχη στούς θεολογικούς Διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Τρίτον, παρουσιάζονται τά προβλήματα πού ἀναφύονται στούς Διαλόγους σέ βάρος τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Τέταρτον, καταγράφεται καί ἡ στρατηγική πού πρέπει νά ἐφαρμόζεται ἀπό ὀρθόδοξου πλευρᾶς κατά τήν πορεία τῶν Διαλόγων.

Στήν συνέχεια θά τονίσω μερικά σημεῖα πού θεωρῶ ὅτι εἶναι σημαντικά γιά νά κατανοήσουμε τό θέμα τοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

1. Ἡ ἱστορία τοῦ Διαλόγου

Ἀπό τό 1965, μέ τήν λήξη τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου, τῆς συναντήσεως τοῦ Πάπα μέ τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἤ τῆς ἀκοινωνησίας, ἄρχισε ὁ «Διάλογος τῆς ἀγάπης» μέ πολλούς τρόπους, κυρίως μέ τήν ἐπιστροφή λειψάνων, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν ἐπιστροφή τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στήν Πάτρα.
Ἀπό τό ἔτος 1980 ἄρχισε ὁ «θεολογικός διάλογος» μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν.
Τό ἔτος 1979, πρίν ἀρχίσει ὁ θεολογικός διάλογος, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β' εἶπε σέ Ρωμαιοκαθολικούς, μεταξύ τῶν ἄλλων, τά ἀκόλουθα:
Ὁ διάλογος θά γίνη «ἐπί ἴσοις ὅροις». Οἱ δύο Ἐκκλησίες ἔχουν αὐτοσυνειδησία τῆς ταυτότητάς τους, τῆς ἐκκλησιολογίας τους καί τῆς μυστηριακῆς δομῆς τους. Καί οἱ δύο Ἐκκλησίες διακρίνονται ἀπό τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι συνεχίζουν ἀδιακόπως τήν ζωή τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδή ὅμως ὑπάρχει διαίρεση σέ ἱστορική πραγματικότητα, γι' αὐτό ὁ διάλογος τοποθετεῖται μέσα στήν προοπτική τῆς ἀδιαίρετης προσχισματικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάλογο «εἰς ὑπεροχήν» τοῦ ἑνός ἐπί τοῦ ἄλλου, ἀλλά γιά διάλογο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν γιά ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος.
Γι' αὐτό ὁ διάλογος θά γίνη ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν τούς Ὀρθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Μέσα ἀπό τά σημεῖα αὐτά θά ἐξετασθοῦν καί τά σημεῖα πού διαιροῦν.
Ἄρχισε ὁ θεολογικός διάλογος πάνω στά θέματα τά ὁποῖα ἔχουν προσδιορισθῆ. Ὅπως ἔχει σημειωθῆ, μετά τήν ἔκδοση καί τοῦ δευτέρου κειμένου (κείμενο Μπάρι) ὑπῆρξε τέτοια εὐφορία, ὥστε καλλιεργοῦνταν ἡ πεποίθηση ὅτι ὅλα βαίνουν καλῶς, ὅτι ἐπί τέλους ἀναπνέουμε μέ τούς δύο πνεύμονες τῆς Ἐκκλησίας.
Τά κείμενα στά ὁποῖα ἔγινε ὁ θεολογικός διάλογος εἶναι τά ἑξῆς:
α) «Τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος» (Μόναχον 1982).
β) «Πίστις, μυστήρια, ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» (Μπάρι 1987).
γ) «Τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης ἐν τῇ μυστηριακῇ δομῇ τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδίᾳ ἡ σπουδαιότης τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τόν ἁγιασμόν καί τήν ἑνότητα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ» (Νέο Βάλαμο 1988).
δ) «Ἐκκλησιολογικαί καί κανονικαί συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης καί αὐθεντία» (Ραβέννα 2007).
ε) Βρίσκεται σέ ἐξέλιξη ὁ διάλογος γιά τήν «Συνοδικότητα καί τό Πρωτεῖο κατά τήν πρώτη χιλιετία» μέ τό κείμενο τοῦ Κιέτι (2016) καί ἐπιδιώκεται ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων πού ἀφοροῦν τήν ὀδό πρός τήν ἑνότητα ἐν τῇ πίστει.

2. Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν

Μελέτησα ὅλα τά κείμενα τά ὁποῖα μέχρι τώρα ἔχουν ὑπογραφῆ ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν, καί μέ πολλή συντομία θά καταγράψω μερικές ἀπό τίς παρατηρήσεις μου.
α) Τόν διάλογο αὐτόν τόν χειριζόταν μιά μικρή ὁμάδα Ἀρχιερέων καί θεολόγων καθηγητῶν, ἡ ὁποία ἐνημέρωνε τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν λάμβανε γνώση τοῦ διαλόγου. Στά 22 χρόνια τῆς ἀρχιερατείας μου, μόνον δύο φορές ἦρθε τό θέμα στήν Ἱεραρχία, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2004, πού ἔγινε ἐνημέρωση ἐπί τῶν θεολογικῶν διαλόγων σήμερα ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Ἀττικῆς Παντελεήμονα, καί τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009.
Νομίζω ὅτι δέν μπορεῖ νά ἔχουμε ἥσυχη τήν συνείδησή μας ὅτι ἀσχοληθήκαμε ὡς Ἱεραρχία μέ τό σοβαρό αὐτό θέμα. Ἀσχοληθήκαμε μέ πολλά ἄλλα προβλήματα πρακτικῆς φύσεως, ἀλλά ὄχι μέ τό σοβαρό αὐτό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό θέμα.
β) Ὁ διάλογος ἄρχισε στά «ἑνοῦντα» θέματα καί διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι κατά τήν πορεία θά ἐξετασθοῦν καί τά «διαιροῦντα».
Εἶναι χαρακτηριστικό τό κείμενο τοῦ Μονάχου τό 1982 μέ θέμα «τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Τό κείμενο αὐτό ἔχει λανθασμένη θεολογική ἀρχή, γιατί ἡ Ἐκκλησία ἔχει Χριστολογικό καί ὄχι Τριαδολογική βάση, καί διά τοῦ Χριστοῦ μετέχουμε τῆς ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, δέν μπορεῖ νά καταργηθῆ ἡ ἀποφατικότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά τεθῆ ἡ ἐσωτερική ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς βάση γιά νά ἑρμηνευθῆ ἡ Ἐκκλησία καί οἱ θεσμοί της.
Πέρα ἀπό αὐτό, στό κείμενο γράφονται καί πολλά λανθασμένα σημεῖα. Γράφεται σέ ἕνα σημεῖο:
«Ἡ παροῦσα ἔκθεσις προσεγγίζει τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μίαν μόνον πλευράν του, μίαν πλευράν ὅμως ἰδιαιτέρως σημαντικήν εἰς τά πλαίσια τῆς μυστηριακῆς προοπτικῆς τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ἤτοι∙ τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μᾶς εἶχε ζητηθῆ νά ἐκκινήσωμεν ἀπό τά σημεῖα, τά ὁποῖα μᾶς ἑνώνουν καί, ἀναπτύσσοντας αὐτά, νά πλησιάσωμεν ἐκ τῶν ἔνδον καί προοδευτικῶς ὅλα τά σημεῖα ἐπί τῶν ὁποίων δέν συμφωνοῦμεν.
Συντάσσοντες τό κείμενον τοῦτο, ἐπιθυμοῦμεν νά δείξωμεν ὅτι διά τῆς τοιαύτης ἐνεργείας μας ἐκφράζομεν ἀπό κοινοῦ μίαν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχισις τῆς πίστεως τῶν Ἀποστόλων».
Ἔχω ὑπογραμμίσει δύο βασικά σημεῖα τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὅτι ὁ διάλογος γίνεται στά πλαίσια τῆς μυστηριακῆς προοπτικῆς τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ὅτι ξεκινᾶ ὁ διάλογος ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν γιά νά φθάσουν στά σημεῖα πού μᾶς χωρίζουν, ἀλλά συγχρόνως λέγεται ὅτι ἐκφράζουν καί τά δύο μέρη, Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί, μία πίστη, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῆς πίστεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων!
Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει ὅτι τό θεμέλιο τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων εἶναι τά κατηγορήματα τῆς ὁμοιότητος καί τῆς διαφορᾶς, ἀλλά καί ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων, κατατάσσοντας τά πράγματα σέ γένη καί εἴδη. Τά κοινά σημεῖα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ζώων εἶναι περίπου στό 85% . Ὅταν λοιπόν ἐξετάζουμε τούς ἀνθρώπους καί τά ζῶα θά παραμείνουμε στά κοινά σημεῖα μεταξύ τους καί δέν θά δοῦμε τήν διαφορά; Ἔπειτα τά κοινά σημεῖα μεταξύ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀνέρχονται στό ποσοστό 99,9%. Καί ὅταν συγκρίνουμε τούς ἀνθρώπους, θά δοῦμε μόνον τά κοινά σημεῖα, δέν θά δοῦμε τήν διαφορά τους στό 0,1%;
Θεωρῶ ὅτι στόν διάλογο αὐτό δέν μελετήθηκαν καθόλοι οἱ θεολογικές διαφορές, ὅπως ἡ αἵρεση τοῦ filioque, πράγμα τό ὁποῖο θεωρεῖτο ὡς βασική διαφορά ἀπό τόν 9ο μέχρι τόν 19ο αἰώνα, καί ἡ αἵρεση τοῦ actus purus ὅπως φάνηκε στόν διάλογο μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ἀντιησυχαστῶν καί καταγράφεται στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μόνον δέν ἔγινε διάλογος γιά τίς διαφορές, ἀντίθετα μάλιστα ἔγινε λόγος γιά «μυστηριακή προοπτική τῶν Ἐκκλησιῶν μας» καί ὅτι «ἐκφράζομεν ἀπό κοινοῦ μίαν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχισις τῆς πίστεως τῶν Ἀποστόλων».
Ἀκόμη, στό κείμενο τοῦ Μονάχου τοῦ 1982 παρακάμφθηκε ἡ συζήτηση πάνω στήν αἵρεση τοῦ filioque. Στό κείμενο αὐτό γράφεται:
«Χωρίς νά θέλωμεν νά ἐπιλύσωμεν ἀκόμη τάς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν σχέσιν μεταξύ τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, δυνάμεθα ἤδη νά εἴπωμεν ἀπό κοινοῦ ὅτι τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός (Ἰω. 15, 26), ὡς τῆς μόνης πηγῆς ἐν τῇ Τριάδι, καί τό ὁποῖον κατέστη τό Πνεῦμα τῆς υἱοθεσίας μας (Ρωμ. 8, 15) καί διότι εἶναι ἐπίσης καί τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ (Γαλ. 4, 6), παρέχεται εἰς ἡμᾶς, ἰδιαιτέρως εἰς τήν Εὐχαριστίαν, διά τοῦ Υἱοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναπαύεται, τόσον ἐν χρόνῳ ὅσον καί τῇ αἰωνιότητι».
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ δήλωση τήν ὁποία ἔκανε ὁ τότε καρδινάλιος Ratzinger, μετέπειτα Πάπας σέ συνέντευξή του, κρίνοντας τό κείμενο τοῦ Μονάχου. Εἶπε ὅτι γιά τό ἄν τό Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα εἴτε ἀπό τόν Πατέρα καί τόν Υἱό «αὐτό τό πρόβλημα ἔχει ἀφεθεῖ στό περιθώριο, ἐφόσον αὐτό τό θέμα ἦταν συνδεδεμένο μέ ἕνα εὐρύ πεδίο βασικῶν προβλημάτων, στά ὁποῖα ἡ Καθολική καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἀντιμετωπίση ἡ μία τήν ἄλλη».
Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ filioque παρακάμφθηκε καί δέν συζητήθηκε.
γ) Ἀπό τό 1982 στό Μόναχο τῆς Γερμανίας ἐπελέγη ὡς θέμα τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς «τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Καί ὁ διάλογος συνεχίσθηκε πάνω σέ ἄλλες πτυχές τοῦ θέματος αὐτοῦ.
Αὐτό τό θεωρῶ μεγάλο θεολογικό λάθος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί ὄχι εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τόνιζε πάντοτε τό Χριστολογικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Γνωρίζουμε τόν Πατέρα διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε τόν Πατέρα» (Ἰω. ιδ’, 9).
Γιατί, ὅμως, ξεκίνησε ὁ Διάλογος ἀπό τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος;
Θεωρῶ ὅτι αὐτό τό ἔκαναν γιά νά φθάσουν στό Πρωτεῖο, ἐνῶ δέν λύθηκαν τά ἄλλα σοβαρά θεολογικά λάθη, ὅπως τό filioque καί τό actus purus. Ἀλλά καί τό Πρωτεῖο τό βλέπουν οἱ δύο πλευρές διαφορετικά. Οἱ μέν Ρωμαιοκαθολικοί τό βλέπουν μέσα ἀπό τήν ἑνότητα τῆς οὐσίας, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι μέσα ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Πατρός. Ἄλλωστε, αὐτή ἦταν μιά ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου, ὅτι μεταξύ τῶν βαπτιζομένων ὑπάρχει μιά θεμελιώδης ἑνότητα, ἡ κοινωνία communio, «ἡ communio ἐκκλησιολογία, ἤ εὐχαριστιακή κοινωνία», «εἰς τύπον τῆς εἰκόνας τῆς Τριάδος, εἰς τύπον τῆς τριαδικῆς communio».
Πρόκειται γιά σοβαρά θεολογικά προβλήματα, γιατί ἔτσι καταργεῖται ἡ ἀποφατικότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τό ἔλεγε καθαρά: «Ὑπεράγνωστα καί ὑπεράρρητά ἐστι καί τά τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως καί τά τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεως καί τά τῆς ἀμιγοῦς παντάπασι καί ἀφύρτου συμφυΐας. Τοιαῦτά δε ἐστίν, ἐπεί καί τελέως ἐστιν ἀμέθεκτα. Διό οὐδ' ὑπόδειγμα ἐπί τούτων ἐπί τῆς κτίσεως εὑρεῖν»
δ) Μελετώντας ὅλα τά κείμενα τά ὁποῖα ἔχουν συνταχθῆ, παρατηροῦμε ὅτι ὑπάρχει μιά συνεχής ροή μεταξύ τους, τό ἕνα ἀκολουθεῖ τό ἄλλο, εἶναι ἀλληλοκυλιόμενα, καί τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο.
Γιά παράδειγμα, στό Μόναχο τό 1982 συζητήθηκε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στό Μπάρι τό 1987 ἀναλύθηκε τό θέμα πίστις, μυστήρια καί ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στό Νέο Βάλαμο τό 1988 προχώρησαν στό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης στήν μυστηριακή δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαιτέρως τήν σπουδαιότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Στήν Ραβέννα τό 2007 ὑπέγραψαν κείμενο γιά τίς ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνέπειες τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, καί συγκεκριμένα γιά τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί τήν συνοδικότητα καί αὐθεντία. Στήν συνέχεια συζητεῖται τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα στήν πρώτη χιλιετία. Παρατηρεῖ κανείς μέ πολλή εὐκολία ὅτι ὑπάρχει μία συνεχής πορεία τῶν ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων σάν νά ὑπάρχη ταυτότητα ἐκκλησιολογική καί θεολογική μεταξύ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων.
Μπορεῖ νά σημειωθῆ ὅτι ὅταν τά κείμενα αὐτά τά ἐξετάζη κανείς ὡς κείμενα πού ὑπεγράφησαν μόνον ἀπό Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἔχουν μιά γενική σωστή κατεύθυνση. Ὅταν ὅμως ὑπογράφονται ἀπό Ὀρθοδόξους καί Ρωμαιοκαθολικούς, στούς ὁποίους ὑπάρχει μεγάλη διαφορά στήν θεολογία καί τήν ἐκκλησιολογία, τότε ὑπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα. Καί δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ κανείς ὅτι ὑπεχώρησαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί προσχώρησαν στίς ὀρθόδοξες ἀπόψεις, γιατί τά κοινά κείμενα εὔκολα ἀναιροῦνται ἀπό τόν Πάπα. Ἄλλωστε, ὅλα τά ὑπογραφέντα ἀκυρώνονται, ὅταν δέν ὑποχωρήση ὁ Πάπας στό πρωτεῖο.
Θά παραθέσω μερικές φράσεις ἀπό τά ὑπογραφέντα ἀπό κοινοῦ κείμενα καί στίς ὁποῖες φράσεις φαίνεται ὅτι δυστυχῶς οἱ ὑπογράψαντες ἔχουν συνείδηση τῆς ταυτότητας θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ἐνῶ τόσο στήν θεολογία, ὅσο καί στήν ἐκκλησιολογία ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
–«Τό Σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἕν» (κείμενο Μονάχου).
–«Ἡ Τοπική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τελεῖ τήν Εὐχαριστίαν περί τόν Ἐπίσκοπον δέν εἶναι μέρος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» (κείμενο Μονάχου).
–«Ἕκαστος ὀφείλει νά ἀναγνωρίσῃ εἰς τούς ἄλλους, διά μέσου τῶν τοπικῶν ἰδιομορφιῶν, τήν ταυτότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας» (κείμενο Μονάχου).
–«Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι "μυστήρια πίστεως"» (κείμενο Μπάρι).
–«Πᾶν μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας χορηγεῖ τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (κείμενο Μπάρι).
–«Τοῦτο (γιά τήν διατύπωση τῆς πίστεως) ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ θεολογία τῶν "θεολογουμένων" τύχῃ σοβαρᾶς ἐξετάσεως. Εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον νά διασαφηνισθῇ ποία συγκεκριμένη ἐξέλιξις ἐπελθοῦσα ἐντός ἑνός τμήματος τῆς χριστιανωσύνης θά ἠδύνατο νά θεωρηθῇ ὑπό τοῦ ἄλλου τμήματος ὡς θεμιτή ἐξέλιξις. Ἐπί πλέον πρέπει νά ἀναγνωρίσωμεν ὅτι συχνάκις ἡ ἔννοια τῶν λέξεων ἤλλαξε κατά τήν ροήν τοῦ χρόνου» (κείμενο Μπάρι).
Ἐπισημαίνω καί πάλι ὅτι οἱ φράσεις αὐτές ὅταν περιέχονται σέ κείμενα πού ὑπογράφωνται μόνον ἀπό Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μπορεῖ νά γίνουν ἀποδεκτά, ἀλλά εἶναι ἀπαράδεκτο νά ὑπογράφωνται ἀπό ὀρθοδόξους καί ἑτεροδόξους τέτοια κείμενα στά ὁποῖα λέγεται ὅτι ἕνα εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐννοώντας ὅτι καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἀνήκουν στήν μία Ἐκκλησία∙ ὅτι κάθε τοπική Ἐκκλησία (Ὀρθόδοξη καί Ρωμαιοκαθολική) εἶναι ἡ ὅλη Ἐκκλησία∙ ὅτι καθένας ὀφείλει νά ἀναγνωρίζη στούς ἄλλους τήν ταυτότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν ὑπάρχουν ἁπλῶς τοπικές ἰδιομορφίες καί ὄχι διαφορές στά δόγματα∙ ὅτι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «μυστήρια πίστεως»∙ ὅτι κάθε μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθοδόξου καί ἑτεροδόξου, ὁλοκληρωμένης ἤ ἐλλιποῦς, χορηγοῦν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ὅτι ὑπάρχουν «θεολογούμενα» ζητήματα μεταξύ τῶν τμημάτων τῆς Χριστιανωσύνης πού πρέπει νά συζητηθοῦν μέσα στό πλέγμα τῆς θεμιτῆς ἐξέλιξης καί τῆς ἀλλαγῆς τῶν λέξεων στήν πορεία τοῦ χρόνου!!!
Ὅλα αὐτά εἶναι τό λιγότερο ἀπαράδεκτα.
ε) Ἐνῶ κατά τήν πορεία τήν θεολογική τοῦ διαλόγου παρακάμφθηκαν οἱ σοβαρές θεολογικές διαφορές, ἐν τούτοις ἡ μόνη διαφορά πού ἀνέκυψε κατά τήν πορεία τοῦ διαλόγου εἶναι ἡ Οὐνία καί αὐτό τό θέμα δέν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα, μᾶλλον ἐξανάγκασε τούς Ὀρθοδόξους νά ἀποδεχθοῦν τήν συμμετοχή τῶν Οὐνιτῶν στόν διάλογο.
Ὅταν διαβάση κανείς τήν ἱστορία τοῦ ζητήματος, αὐτό διαπιστώνει, ὅτι ναί μέν καταδικάσθηκε ἡ Οὐνία στό Freising τό 1990 ὡς μέθοδος ἑνότητας πού ἀντιβαίνει στήν κοινή παράδοση τῶν «δύο Ἐκκλησιῶν», ἀλλά ἡ ἀπόφαση αὐτή δέν ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τό Βατικανό καί μάλιστα στόν Μπαλαμάντ τό 1993 κατάφερε τό Βατικανό, ἐκμεταλλευόμενο τήν ἀπουσία ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά ἀνατρέψη τίς ἀποφάσεις τοῦ Freising καί νά καταξιώση τήν ὕπαρξη τῆς Οὐνίας.
Βέβαια, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν συμμετεῖχε στό Μπαλαμάντ καί ἀντέδρασε γιά τήν Οὐνία. Μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ διαλόγου μεταξύ ὀρθοδόξων καί καθολικῶν, ὁ Ἀρχιεπίκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός ἔθεσε ὑπό ἀμφισβήτηση, κρίση καί ψῆφο τήν ἐπίσημη ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνεδρίασε γιά τήν ἀπόφαση τοῦ Μπαλαμάντ καί ἐξέδωσε ἕνα σπουδαῖο Συνοδικό Γράμμα πού κρίνει τήν ἀπόφαση τοῦ Μπαλαμάντ, ὄχι μόνον στό θέμα τῆς Οὐνίας, ἀλλά καί στήν ἀπόφαση πλήρους κοινωνίας μεταξύ Ὀρθοδόξων καί «Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» μέ τήν ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν ὑπ' αὐτῶν τελουμένων μυστηρίων.
Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφεται:
«Εἰς τό ἐν Balamand συνταχθέν νέον κείμενον ἐπιχειρεῖται κατά πρόληψιν καί ἄνευ ἄρσεως τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν ἡ πλήρης κοινωνία μεταξύ τῆς ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν ὑπ' αὐτῶν τελουμένων μυστηρίων. Ἡ Μικτή Ἐπιτροπή δηλαδή διά τοῦ περί τῆς Οὐνίας κειμένου εἰσηγεῖται αὐθαιρέτως ἀφ' ἑνός μέν τήν παραίτησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκ τῆς ἀποκλειστικῆς αὐτοσυνειδησίας αὐτῆς ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀφ' ἑτέρου δέ τήν ἀναγνώρισιν τῶν ἰδιοτήτων τούτων καί εἰς τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν πρίν ἤ διά τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἀποκαταστασθῇ ἡ ἑνότης εἰς τήν ὀρθήν πίστιν».
Καί τό Συνοδικό Γράμμα καταλήγει:
«Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θεωρεῖ τό περί τῆς Οὐνίας κείμενον τοῦ Balamand ὡς ἀπαράδεκτον ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, ὡς παντελῶς ξένον πρός τήν μακραίωνα ὀρθόδοξον παράδοσιν καί ὡς ἀντίθετον πρός πάσας τάς ἐπί τοῦ Διαλόγου μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Τά ἀποσπασματικῶς διατηρηθέντα εἰς τό κείμενον τοῦτο ὀρθά στοιχεῖα περί τῆς Οὐνίας ἐξαφανίζονται εἰς τήν ἐκκλησιολογικῶς συνεσκοτισμένην βάσιν αὐτοῦ καί καθίστανται ἀδιάφορα διά τόν Διάλογον καί τάς μελλοντικάς προοπτικάς αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη ἀξιολόγησις τοῦ κειμένου περί τῆς Οὐνίας, κριθεῖσα ἀναγκαία διά τόν καθησυχασμόν τοῦ φρονήματος τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησίας, γνωστοποιεῖται κατά τά παραδεδομένα τῇ Μητρί Ἐκκλησίᾳ, ἵνα μή τό κακόν χεῖρον γένηται».
Ὕστερα ἀπό αὐτά διερωτῶμαι: Γιατί ἀγνοήθηκε αὐτή ἡ ἀπόφαση καί δέν παρεπέμφθη στήν Ἱεραρχία πρός ἐπικύρωση; Καί γιατί ἐξακολουθοῦν πολλοί νά ὁμιλοῦν γιά μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων, ὅταν δέν ἔχουν λυθῆ τά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά προβλήματα καί ὅταν δέν ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ ἑνότητα στήν ὀρθή πίστη;
Στόν διάλογο πού ἔγινε στήν Βαλτιμόρη τῶν ΗΠΑ τό 2000 γιά τήν Οὐνία οἱ συζητήσεις ὁδηγήθηκαν σέ οὐσιαστικό ναυάγιο. Ἐκεῖ ἀποκαλύφθηκε ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β’ στόν Καρδινάλιο Cassidy πού μεταξύ τῶν ἄλλων ἔλεγε: «Διά τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν αἱ Ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν τό αὐτό κῦρος (dignity) τό ὁποῖον ἔχουν καί οἱ λοιπαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πλήρη κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης».
Οἱ ἀποκαλύψεις αὐτές συνετέλεσαν στό νά σταματήση ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί παραιτήθηκε ὁ Ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός.
Τό 2003 νέος πρόεδρος ἀπό πλευρᾶς τοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνέλαβε ὁ Περγάμου Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος περιῆλθε ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἀποφασίσθηκε πανορθοδόξως νά συνεχισθῆ ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Τήν περίοδο ἐκείνη ἤμουν συνοδικός Ἀρχιερεύς καί παρακολουθοῦσα τό θέμα.
Πάντως, τό 2005 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀποφάσισε νά συνεχισθῆ ὁ θεολογικός διάλογος, ἀλλά συγχρόνως τόνισε ὅτι «πρέπει ὁριστικά καί ἀπερίφραστα νά καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος», «πρέπει ὁπωσδήποτε νά συνεχισθεῖ ἡ συζήτηση καί ἐπί τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, τό ὁποῖο οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ». Ἡ συζήτηση αὐτή πρός διευκόλυνση τῆς πορείας τοῦ διαλόγου «μπορεῖ νά διεξαχθεῖ ἐντός τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπό τό πρίσμα τοῦ πρωτείου».
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι γίνεται ὁ Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί στήν ἀντιπροσωπεία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐνῶ προηγουμένως συμπεριλαμβανόταν μόνον ἕνας Οὐνίτης, τώρα συμπεριλαμβάνονται τέσσερεις Οὐνίτες!! Ἔτσι, ὄχι μόνον τό θέμα τῆς Οὐνίας δέν συζητήθηκε, ἀλλά εἶναι καί παρόντες περισσότεροι Οὐνίτες ἀπό προηγουμένως.
στ) Εἶναι σημαντικά ὅσα ἔγιναν λίγο πρίν συγκληθῆ ἡ θεολογική Ἐπιτροπή Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν στήν Ραβέννα (8-15 Ὀκτ. 2007).
Ὁ Πάπας τήν 29η Ἰουνίου 2007 ἑορτή τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου προσυπέγραψε κείμενο μέ τίτλο: «Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις πού ἀφοροῦν ὁρισμένες ὄψεις γύρω ἀπό τήν διδασκαλία περί Ἐκκλησίας». Μέσα στό κείμενο αὐτό ὑπάρχουν ἀπαράδεκτες θέσεις ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας.
Μεταξύ αὐτῶν γράφεται ὅτι ἡ «Καθολική Ἐκκλησία» εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διατηρεῖ τά γνήσια στοιχεῖα, τά ὁποῖα καθόρισε ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ πραγματική καί ὁρατή Ἐκκλησία ἐντός τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε ἀπό τόν Χριστό στήν γῆ∙ ἡ μόνη Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού διοικεῖται ἀπό τόν Πάπα, τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου, καί τούς Ἐπισκόπους πού βρίσκονται σέ κοινωνία μέ αὐτόν∙ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ἔχουν «ἐκκλησιολογικό ἔλλειμμα»∙ ὑπάρχει πλήρης ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν «Καθολική Ἐκκλησία», ἐνῶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ἔχουν μόνον κάποια στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας∙ ἡ κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων μέ τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου εἶναι ἡ οὐσιαστική προϋπόθεση μέ τήν ὁποία ὁριοθετοῦνται ὅλες οἱ ἐκκλησιαστικές δομές καί περιγράφονται οἱ ἐσωτερικές ἀρχές καί οἱ ὅροι γιά κάθε «ἰδιαίτερη Ἐκκλησία» καί τήν «Καθολική Ἐκκλησία».
Ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ἀπόφασή της τήν 5-10-2007 ἐξέφρασε τίς ἐπιφυλάξεις της καί ἔκανε κριτική στίς ἀπόψεις αὐτές.
Ἑπομένως, αὐτά πού εἶπε ὁ Πάπας εἶναι ἀνακόλουθα μέ τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ὅπως φαίνεται στά κείμενα, τά ὁποῖα ἔχουν μέχρι τώρα ὑπογραφῆ. Αὐτό σημαίνει ὅτι γίνονται θεολογικοί διάλογοι, ὑπογράφονται τά κείμενα, ἀλλά ὁ Πάπας μέσα στήν προοπτική ὅτι αὐτός ὑπέρκειται καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι μέλος τῆς Συνόδου, ὁ Πάπας δέν ἐλέγχεται ἀπό τήν Σύνοδο, ἀλλά τήν ἐλέγχει καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου εἶναι ἁπλῶς εἰσηγητικά κείμενα.
Μέσα ἀπό αὐτές τίς προϋποθέσεις, πῶς μπορεῖ κανείς νά εἶναι σίγουρος γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ διαλόγου; Καί πῶς μπορεῖ κανείς νά ἐμπιστευθῆ τούς ἐπισκόπους καί τούς θεολόγους πού συμμετέχουν σέ τέτοιο διάλογο, καί καταρτίζονται τά κείμενα μέ τήν ἀρχή τοῦ ad referendum (πρός ἔγκριση ἀπό τίς Τοπικές Ἐκκλησίες) καί ὅμως οὔτε ἔρχονται γιά τήν ἔγκρισή τους στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλά συγχρόνως τίθενται ὑπό τήν ἀμφισβήτηση τοῦ Πάπα.
ζ) Τό σημαντικό ὅμως τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι στήν Γ' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στό Σαμπεζύ τό 1986 ἑτοιμάσθηκε τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Στό κείμενο αὐτό γινόταν λόγος γιά τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ὅπως καί μέ τούς ἄλλους Χριστιανούς.
Στό κείμενο αὐτό γράφονταν τά θεολογικά θέματα πού δυσχέραιναν τόν διάλογο, ὄχι μόνον τά ἑνοῦντα ἀλλά καί τά διαιροῦντα στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιολογίας, θέματα μεθοδολογικά, ὅπως ἐπίσης ὅτι καί ἡ Οὐνία πρέπει νά ἐξετασθῆ ὡς ἐκκλησιολογική προτεραιότητα. Μεταξύ τῶν ἄλλων γραφόταν στό κείμενο αὐτό: «Ἡ Διάσκεψις εἰσηγεῖται τήν ἐπιλογήν τῶν ἐφεξῆς θεμάτων διά τόν Διάλογον οὐχί ἁπλῶς καί μόνον ἐκ τῶν "ἑνούντων" τάς δύο Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἐκ τῶν "χωριζόντων" αὐτάς, ἰδίως ἐκ τοῦ χώρου τῆς Ἐκκλησιολογίας».
Ὅμως, μετά τήν ἀναθεώρηση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων πού ἔγιναν ἀπό τήν Ε' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στό Σαμπεζύ τό 2015 διεγράφησαν ὅλα αὐτά τά θετικά σημεῖα καί σχηματίσθηκε ἕνα νέο κείμενο πού δέν ἀναφέρεται κἄν ποῦ βρίσκεται σήμερα ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ρωμαιοκαθολικῶν καί πῶς θά συνεχισθῆ.
Στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης δινόταν ἡ εὐκαιρία νά ἐνημερωθοῦμε ποῦ ἀκριβῶς βρίκεται αὐτός ὁ διάλογος, νά ἐγκριθοῦν ἤ μή τά ἕως τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπογραφέντα ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν κείμενα καί νά ἀποφασισθῆ ἡ περαιτέρω πορεία.
Ὅμως δέν ἔγινε τίποτε πάνω στά ζητήματα αὐτά, μάλιστα δέ ἀποφασίσθηκε νά γραφῆ «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», ὁπότε τίθενται πάρα πολλά ἐρωτήματα: Ἰσχύουν τά ἕως τώρα ὑπογραφέντα κείμενα; Μέ ποιά ἐξουσιοδότηση θά συνεχισθῆ ὁ διάλογος καί ἀπό ποιό σημεῖο; Ποιά εἶναι τά θέματα πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς; Καί πολλά παρόμοια ἐρωτήματα.

3. Συμπεράσματα

Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω πού παρουσιάσθηκαν μέ μεγάλη συντομία, θεωρῶ ὅτι ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν πάσχει στήν βάση του.
Κατ' ἀρχάς δέν ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀνέκυψαν καί ἀνακύπτουν ἐνδορθόδοξα σοβαρά προβλήματα.
Ἔπειτα, γίνεται διάλογος ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας μας, χωρίς τά ἀποτελέσματα τῶν διαλόγων νά τίθενται στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας γιά ἔγκριση ἤ μή.
Ἐπί πλέον, παραγνωρίσθηκε ἡ ἀναγκαία ἐκκλησιολογική βάση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, καί ἀντίθετα τήν θέτει «ὑπό τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος», πού ἐξυπηρετεῖ οἰκουμενιστικούς σκοπούς.
Ἀκόμη τά κείμενα τά ὁποῖα ἔχουν ὑπογραφῆ εἶναι ἀπαράδεκτα ἀπό πλευρᾶς θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας, ὅταν ὑπογράφωνται ταυτοχρόνως ἀπό Ὀρθοδόξους καί Ρωμαιοκαθολικούς, ἐνῶ μεταξύ τῶν δύο ὑπάρχει διαφορετική ἐκκλησιολογία καί δέν δεσμεύεται ὁ Πάπας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεράνω τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τίς ἀποφάσεις τους τίς θεωρεῖ ὡς εἰσηγητικά κείμενα. Καθώς ἐπίσης ὑφίστανται σοβαρές αἱρέσεις, ὅπως τό filioque καί τό actus purus, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά παραθεωρηθοῦν.

Τέλος, ὁ διάλογος αὐτός εἶναι ἀτελέσφορος καί φυσικά ἐπικίνδυνος, γιατί στό τέλος θά γίνη ὅ,τι θέλει ὁ Πάπας μέ τήν δύναμη πού κατέχει, τήν θέση τήν ὁποία ἔχει, ὅτι εἶναι διάδοχος κατευθείαν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί ὄχι τοῦ προκατόχου του καί ὑπέρκειται ὅλων τῶν Ἐπισκόπων καί αὐτῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά καί τήν ἀδυναμία τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νά ἐκφρασθοῦν κατά τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Νομίζω ὅτι χωρίς γνώση τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κορυφαίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά γίνη κανένας θεολογικός διάλογος. Καί αὐτό συνιστᾶ τό ἔλλειμμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς.