Translate

Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

 

Κριτικὴ τοῦ πέμπτου κειμένου τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης


 

Το κ. Γεωργίου Καραλ, Πυρηνικο ατρο

 

1ον

 

  Τὸ πέμπτο κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης[1] πραγματεύεται τὴ σχέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὸν λοιπὸν  χριστιανικὸ κόσμο. Εἶναι καλὸ γιὰ τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει πῶς ἀρχίζει αὐτὸ τὸ κείμενο ποὺ προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσει τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ Οἰκουμενικὸ Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν: οἱ τρεῖς πρῶτες παράγραφοι τοῦ κειμένου ἀναφέρουν:

 

1. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, μὲ τὴ βαθιὰ ἐκκλησιαστική της αὐτοσυνειδησία, πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι κατέχει κυρίαρχη θέση στὴν προώθηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας στὸν σύγχρονο κόσμο.

 

2. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στηρίζει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ γεγονὸς τῆς ἵδρυσής της ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ στὴν κοινωνία στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὰ μυστήρια. Αὐτὴ ἡ κατανόηση ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση καὶ βιώνεται σὲ αὐτὴν μέχρι σήμερα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἀποστολὴ καὶ τὴν ὑποχρέωση νὰ μεταδίδει καὶ νὰ κηρύττει ὅλη τὴν ἀλήθεια ποὺ περιέχεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἡ ὁποία προσδίδει στὴν Ἐκκλησία τὸν καθολικό της χαρακτήρα.

 

 3. Ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἑνότητα, καθὼς καὶ ἡ οἰκουμενικὴ ἀποστολή της, ἔχουν ἐκφραστεῖ ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Τόνισαν ἰδιαίτερα τὸν ἄρρηκτο δεσμὸ μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστης καὶ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας.

 

  Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξο συνοδικὸ κείμενο νὰ παρέχει σαφήνεια μὲ βάση τὴν παράδοση, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὴν Ἁγία Γραφή, τὶς Συνόδους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ περίμενε κανεὶς νὰ ἀκολουθήσει ἀνάλυση τοῦ τί ἐννοοῦσαν οἱ Οἰκ. Σύνοδοι.  Ἐὰν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία  ποὺ ἔχει τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό, ὀρθῶς θὰ ἐπιδιώξει νὰ διαδώσει αὐτὴ τὴν πίστη σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴ μεταδώσει ἀναλλοίωτη ἀπὸ αἱρετικὲς θέσεις. Ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία διακρίνεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμετέχουν σὲ αὐτήν, ἐπειδὴ ἔχουν ἀλλοιωμένη πίστη. Ὁποιοδήποτε δόγμα «χριστιανικῆς ἐκκλησίας» ποὺ δὲν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπορρίπτεται ὡς βδελυρό. Κατὰ συνέπεια, οἱ κοινότητες ποὺ «ὀνομάζονται χριστιανικὲς “ἐκκλησίες”» στὴ Δύση, οἱ ὁποῖες δὲν βρίσκονται σὲ κοινωνία μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό, τὴν ὁποία ἐκφράζει μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι παρασυναγωγὲς καὶ αἱρετικὲς καὶ δὲν ἔχουν καμία κοινωνία. Ἀποκλείεται ὄχι μόνο ἡ μυστηριακὴ κοινωνία, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ προσευχὴ καὶ ἡ συνεργασία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς γιὰ τὴ διατύπωση κοινῶν κειμένων, θεολογικῶν κειμένων. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ  φανταστεῖ τοὺς Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἀποσαφήνισε τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση, νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς Νεστοριανοὺς καὶ τοὺς Μονοφυσίτες καὶ νὰ ἐπεξ­εργάζονται μαζί τους κοινὰ θεολογικὰ κείμενα, νὰ βρίσκονται σὲ διάλογο καὶ κοινὴ προσευχή.

 

  Ἀλλὰ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης δὲν συνεχίζει ἔτσι. Μᾶς λέει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία πρέπει νὰ συμμετέχει στὸ διάλογο καὶ στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) καὶ νὰ προσεύχεται μαζὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς (οἰκουμενικὴ πρακτικὴ) ποὺ δὲν ἔχουν τὴν ἴδια πίστη, κάτι ποὺ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν 45ο Ἀποστολικὸ Κανόνα: «Ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος ἢ διάκονος ποὺ προσεύχεται μόνο μὲ αἱρετικούς, ἂς ἀφορίζεται- ἂν ὅμως τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἐνεργοῦν ὡς κληρικοί, ἂς καθαιρεῖται».

 

  Στὶς ἑπόμενες παραγράφους τοῦ κειμένου καταβάλλεται σημαντικὴ προσπάθεια νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸ Οἰκουμενικὸ Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) καὶ σὲ ἄλλα ὄργανα καὶ διαλόγους, ἐξηγώντας ὅτι (παράγραφος 6): «Ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότητά της εἶναι ἀδύνατο νὰ διαταραχθεῖ. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴ ὀνομασία τῶν ἄλλων ἑτερόδοξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν ποὺ δὲν βρίσκονται σὲ κοινωνία μαζί της, ἀλλὰ πιστεύει ὅτι οἱ σχέσεις της μὲ αὐτὲς πρέπει νὰ βασίζονται στὴν ὅσο τὸ δυνατὸν ταχύτερη καὶ ἀντικειμενικότερη ἀποσαφήνιση τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ ζητήματος καί, εἰδικότερα, τῆς γενικῆς διδασκαλίας ποὺ ἔχουν γιὰ τὰ μυστήρια, τὴ χάρη, τὴν ἱερωσύνη καὶ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή.», οὐσιαστικὰ δηλαδὴ ἐκτίθεται τὸ μοντέλο τοῦ θεολογικοῦ μινιμαλισμοῦ, ὅπου ἡ κάθε ἀναφορὰ στὴν οἱανδήποτε τριαδολογικὴ ἢ χριστολογικὴ ἑτεροδιδασκαλία, ἐξαφανίζεται, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει εἶναι ἡ ἐξέταση τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ ζητήματος τῆς κάθε αἱρετικῆς κοινότητας.

 

  Ἐν ὀλίγοις, δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον ὁ ὅρος αἱρετικός, ἀλλάζοντας ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων καὶ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, ἀλλὰ ἑτερόδοξοι χριστιανοὶ καὶ ὁμολογίες ποὺ δὲν βρίσκονται σὲ κοινωνία μαζί της. Ἂν ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι αἱρετικές ὅλες οἱ ὁμολογίες πού δὲν βρίσκονται σὲ κοινωνία μαζί της; Γιὰ τοὺς συντάκτες τοῦ κειμένου, προφανῶς ὄχι, διότι ἀναγνωρίζεται ἀκόμη καὶ ἡ ἱστορικὴ ὀνομασία τῶν ἄλλων χριστιανικῶν «ἐκκλησιῶν». Ἐδῶ τὸ θεολογικὸ-ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο γίνεται κάπως συγκεχυμένο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ μία βεβαιώνει ὅτι εἶναι ἡ μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), στὸ ὁποῖο συμμετέχουν «ἐκκλησίες» (ὅπως τὶς ὀνομάζει) ποὺ δὲν ἔχουν πλήρη ἑνότητα πίστεως. Πῶς λοιπὸν ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης βλέπει τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) καὶ γιατί συμμετέχει. Ποιὰ ἐξήγηση μπορεῖ νὰ δοθεῖ; Μᾶς τὴν ἀποκαλύπτει ἡ 19η παράγραφος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ παρατεθεῖ ὁλόκληρη: «Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες-μέλη θεωροῦν ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὸ Οἰκουμενικὸ Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) τὸ θεμελιῶδες ἄρθρο τοῦ Καταστατικοῦ του, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ εἶναι μέλη ὅσοι πιστεύουν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφὲς καὶ ὁμολογοῦν τὸν ἕνα καὶ τριαδικὸ Θεὸ – Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα – σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Ἔχουν ἐπίσης τὴ σταθερὴ πεποίθηση ὅτι οἱ ἐκκλησιολογικὲς παραδοχὲς τῆς Διακήρυξης τοῦ Τορόντο (1950), μὲ τίτλο «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν», εἶναι θεμελιώδους σημασίας γιὰ τὴν ὀρθόδοξη συμμετοχὴ στὸ Συμβούλιο. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ ΠΣΕ δὲν εἶναι καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μία «ὑπερεκκλησία». “Ὁ σκοπὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν εἶναι νὰ διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν μόνο μὲ πρωτοβουλία τῶν ἴδιων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ φέρνει τὶς Ἐκκλησίες σὲ ζωντανὴ ἐπαφὴ μεταξύ τους καὶ νὰ προωθεῖ τὴ μελέτη καὶ τὴ συζήτηση θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴ χριστιανικὴ ἑνότητα. Καμία Ἐκκλησία δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀλλάξει τὴν ἐκκλησιολογία της μὲ τὴν ἔνταξή της στὸ Συμβούλιο […]. Ὡστόσο, ἡ συμμετοχὴ στὸ Συμβούλιο δὲν συνεπάγεται ὅτι κάθε Ἐκκλησία πρέπει νὰ θεωρεῖ τὶς ἄλλες ὡς Ἐκκλησίες μὲ τὴν ἀληθινὴ καὶ πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου» (Διακήρυξη τοῦ Τορόντο, § 2, 3.3, 4.4).

 

  Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀναφέρθηκε στὴ Διακήρυξη τοῦ Τορόντο τοῦ 1950, ποὺ γράφτηκε ἀπὸ τὸν Florofski, μαζὶ μὲ τοὺς ἑτερόδοξους, ἀφοῦ ὁ Florofski ἦταν τότε ἡγετικὸ μέλος τοῦ οἰκουμενικοῦ συμβουλίου. Ἡ δήλωση αὐτὴ προοριζόταν ὡς ἀπάντηση στὴ σύνοδο ποὺ συνεκάλεσε τὸ πατριαρχεῖο Μόσχας – ὅπου τὶς ἀποφάσεις της ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετεῖχαν πλὴν αὐτῶν ποὺ τελικὰ ὑπέγραψαν τὴν ἱδρυτικὴ πράξη τοῦ ΠΣΕ, δηλαδὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Ἑλλάδος καὶ Κύπρου- τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τοῦ 1948, μὲ ἔντονο ἀντισοβιετικὸ πνεῦμα, ἡ ὁποία καταδίκαζε τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ ΠΣΕ. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ συντάχθηκε ὄχι μόνο ἀπὸ Ὀρθόδοξους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση. Φανταστεῖτε, γιὰ παράδειγμα, τοὺς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι καταδίκασαν τὴν εἰκονομαχία, νὰ συναντηθοῦν μὲ αἱρετικοὺς καὶ νὰ συντάξουν ἕνα κοινὸ κείμενο, λέγοντας ὅτι καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἔλεγαν σωστὰ πράγματα καὶ βοήθησαν τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ μεταρρυθμίσει καὶ νὰ ἀποσαφηνίσει καλύτερα τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἐξαγνίζοντας τὶς ὑπερβολὲς ποὺ ἔκαναν πολλοὶ ἀδαεῖς Ὀρθόδοξοι ἐκείνη τὴν ἐποχή, ὅπως τὸ νὰ ἀποδίδουν ὁλοένα καὶ μεγαλύτερη σημασία στὴν προστατευτικὴ δύναμη ὄχι τοῦ εἰκονιζόμενου προσώπου, ἀλλὰ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀντικειμένου, τῆς φορητῆς εἰκόνας, ἐκτελώντας παράλογες πράξεις ποὺ θυμίζουν εἰδωλολατρία.

 

  Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὡστόσο, δὲν κάνει κάτι τέτοιο. Ἀποσαφηνίζει τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς καταχρήσεις τῶν ἀδαῶν καὶ καταδικάζει τοὺς εἰκονομάχους ὡς αἱρετικούς, τοὺς ἀναθεματίζει, δὲν τοὺς θεωρεῖ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν δέχεται κἄν τὸ ὄνομα ἐκκλησία γι’ αὐτοὺς καὶ βεβαίως δὲν λέει ἂς κάνουμε μία σύνοδο ἐκκλησιῶν, στὴν ὁποία θὰ συμμετέχουν ὅλοι ὅσοι «πιστεύουν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφὲς καὶ ὁμολογοῦν τὸν ἕνα καὶ τριαδικὸ Θεὸ – Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα – σύμφωνα μὲ τὸ Νικαιο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο τῆς Πίστεως». Εἶναι βέβαιο ὅτι ἂν τὸ ἔκαναν αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ εἰκονομάχοι θὰ συμμετεῖχαν, ἀφοῦ ἀποδέχθηκαν τὸ σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι καὶ οἱ εἰκονομάχοι, [ἄλλωστε οἱ περισσότερες προτεσταντικὲς ὁμολογίες, πλὴν ἴσως τῶν Λουθηρανῶν καὶ κάποιων ἐκ τῆς Ἀγγλικανικῆς συνομοσπονδίας ἐκκλησιῶν, εἶναι σφόδρα εἰκονομαχικές], θὰ εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ συμμετέχουν στὸ ΠΣΕ σήμερα καὶ νὰ ἀναδιατυπώνουν κείμενα μαζὶ μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐπειδὴ πολλοὶ Προτεστάντες ποὺ συμμετέχουν δὲν ἀποδέχονται τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπως καὶ ἄλλες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, καὶ ἔχουν προσθέσει χειρότερες θεολογικὲς «καινοτομίες» στὸ ὀρθὸ δόγμα. Μπορεῖ οἱ εἰκονομάχοι νὰ ὀνομάζονται αἱρετικοί, ἀλλὰ τοὺς Προτεστάντες (ποὺ δὲν ἀποδέχονται τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἔχουν εἰσάγει χειρότερες καινοτομίες στὴν ὀρθὴ πίστη), ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης τοὺς ἀναγνωρίζει μὲ τὸ ἱστορικὸ ὄνομα τῆς «ἐκκλησίας», τοὺς ἀποκαλεῖ χωρισμένους ἀδελφοὺς καὶ συντάσσει μαζί τους θεολογικὰ κείμενα (γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐκκλησιολογία). Γιατί στὸ κείμενο αὐτό, ὅπως γράφτηκε στὴν Κρήτη, ἔχουμε τὴν πλήρη ἀνατροπὴ τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς θεολογίας ὅλων τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμα χειρότερα, τὸ κείμενο αὐτὸ τῆς Συν­όδου τῆς Κρήτης θεωρεῖται συνοδικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθοῦν. Μπορεῖ κανεὶς νὰ θέσει τὸ ἐρώτημα: Ἔχει αὐτὸ τὸ κείμενο τῆς Κρήτης συνέχεια μὲ τὴ θεολογία, τὴν ἐκκλησιολογία τῶν ἀρχαίων συνόδων ἢ εἶναι ἁπλῶς μία νέα θεολογία; Σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε.

 

  Ἐφόσον ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ἀναφέρεται στὴ δήλωση τοῦ Τορόντο καὶ τὴν θεωρεῖ ὡς δικαιολογία γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὸ ΠΣΕ, πρέπει νὰ δοῦμε καὶ κάποιες διφορούμενες δηλώσεις, τὶς ὁποῖες ἔτσι κι ἀλλιῶς κάθε πιστὸς πρέπει νὰ γνωρίζει. Στὴν εἰσαγωγὴ γράφει: «Ἡ πρώτη συνέλευση στὸ Ἄμστερνταμ υἱοθέτησε τὴν ἀκόλουθη ἀπόφαση “γιὰ τὴν ἐγκυρότητα τῆς Συνόδου”».

 

  Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν συγκροτήθηκε ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα. Ἔχουν βρεῖ τὴν ἑνότητά τους σ’ Αὐτόν. Δὲν χρειάστηκε νὰ δημιουργήσουν τὴν ἑνότητά τους: εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουν ὅμως ὅτι εἶναι καθῆκον τους νὰ ἀναζητήσουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἑνότητας στὸ ἔργο καὶ τὴ ζωή τους…».

 

  Οἱ Ἐκκλησίες ποὺ συμμετέχουν στὸ ΠΣΕ ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτήρα. Αὐτὸ εἶναι καλὸ καὶ σωστό, ἀλλὰ τὸ κείμενο συνεχίζει. Αὐτοὶ (οἱ συμμετέχουσες ἐκκλησίες, συμπεριλαμβανομένων τῶν Ὀρθοδόξων) ἔχουν βρεῖ τὴν ἑνότητά τους σ’ Αὐτόν. Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει στὴν πραγματικότητα μία τέτοια προβληματική, ἤ, ἂν πρέπει νὰ χρησιμοποιήσω τὴν ὁρολογία τους, ἑτερόδοξη (αἱρετικὴ) φράση; Μήπως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶχε τὴν Ἑνότητα μὲ τὸν Χριστό; Μήπως ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ χρειάστηκε νὰ ἱδρύσει τὸ ΠΣΕ, γιὰ νὰ τὴν ἀνακτήσει; Μὰ ἂν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρεῖ αὐτὴ τὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα μαζί Του ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἐδῶ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι οἱ ἀρχαῖες σύνοδοι, ὅταν ἔκαναν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ καταδίκαζαν τοὺς αἱρετικοὺς (οἱ ὁποῖοι ἦταν πολυάριθμοι) καὶ πολλοὶ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, δὲν τὸ θεωροῦσαν αὐτὸ ὡς ἀπώλεια τῆς ἑνότητας (ὅπως τὸ θεωρεῖ ἡ οἰκουμενικὴ θεολογία), ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπαναβεβαιώσουν τὴν ἑνότητα, τὴν ὁποία οἱ αἱρετικοὶ εἶχαν διαταράξει, τῆς Ἐκκλησίας στὴν πίστη. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀναθεμάτιζε τοὺς αἱρετικούς, δὲν ἔχανε τὴν ἑνότητά της μὲ τὸν Χριστό. Ἦταν ἑνωμένη μαζί Του. Οὔτε βέβαια θὰ τολμήσουμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι διαιροῦταν ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

 

  Ἀπὸ τὴν παράγραφο αὐτὴ παρατηροῦμε μία παράξενη νέα ἐκκλησιολογία (θὰ τὴ δοῦμε πιὸ καθαρὰ στὶς ἑπόμενες παραγράφους), ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι ὅλες οἱ ἱστορικὲς «ἐκκλησίες», συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ (δὲν ἔχουν χάσει) ἀπὸ τὴν  ἀρχικὴ γνήσια ἀποστολικὴ πίστη, σὲ μικρότερο ἢ μεγαλύτερο βαθμό, καὶ ἐπειδὴ εἶναι διαιρεμένες, καμιά τους δὲν ἀναγνωρίζεται ὅτι ἀποτελεῖ τὴν “ἀρχέγονη” Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (ἡ μόνη ποὺ θεωρεῖται ὅτι  δὲν μπορεῖ νὰ διαιρεθεῖ) θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ ἀνακτήσουν τὴ χαμένη τους ἑνότητα μὲ τὴν  “Ἐκκλησία”.

 

  Οἱ διάφορες ἱστορικὲς «ἐκκλησίες» λέγεται ὅτι μετέχουν στὴν  “Ἐκκλησία” καὶ ἐπιδιώκουν νὰ βρεθοῦν σὲ μία σχέση κοινωνίας  μεταξύ τους, μὲ  ἀπώτερο σκοπὸ ἡ κάθε ἐκκλησία-μέλος τοῦ ΠΣΕ νὰ βοηθήσει τὴν ἄλλη στὴν καλύτερη καὶ βαθύτερη κατανόηση (ποὺ στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας χαρακτηρίζεται ὡς “ἐμπλουτισμός”)  στοιχείων ἐπὶ τῆς ἑκάστου πίστεως. Παράδειγμα ἀποτελεῖ   ἡ Β΄ Βατικανὴ σύνοδος, ὅπου ἔγινε παραδεκτὸ τὸ πῶς ἡ προτεσταντικὴ βιβλικὴ θεολογία, βοήθησε τὴν λατινικὴ θεολογία, ἢ ἀκόμη πῶς ἡ πατερικὴ θεολογία βοήθησε τὶς ἄλλες ἐκκλησίες, ἢ ἀκόμη πῶς ἡ θεολογία τοῦ πρωτείου ἀπὸ τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ τὴ σχέση μὲ τὴν λατινικὴ ἐκκλησία γίνεται ἀναγκαία στὴν «θεολογία» τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως μέσῳ τῶν διατυπώσεων τοῦ Ζηζιούλα. Μὲ λίγα λόγια, ἡ ὀρθόδοξη, ἡ λατινικὴ ἐκκλησία, καθὼς καὶ οἱ πολυάριθμες προτεσταντικὲς ἐκκλησίες “μετέχουν” στὴν Καθολικὴ ἐκκλησία καὶ πρέπει νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν κοινωνία μεταξύ τους (θεολογία τῆς κοινωνίας). Ἡ νέα οἰκουμενικὴ ἐκκλησιολογία τῆς χαμένης ἑνότητας, θεμελιώνεται στὴν ἑνιαία περσοναλιστικὴ θεώρηση, τόσο στὸ ἐπίπεδο τῆς τριαδολογίας, ὅσο καὶ τῆς “ἀντανάκλασης αὐτῆς” στὸ ἐπίπεδο τῆς κοινωνικῆς ἀνθρωπολογίας: ὅπως δηλαδὴ ἡ ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδας συνίσταται σὲ μία ὑπαρξιστικοῦ χαρακτήρα διαπροσωπικὴ κοινωνία τῶν τριῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων, ποὺ ἔχουν ὡς Πρῶτο τὸν Πατέρα, ἀναλόγως, στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐκκλησίας, ποὺ θεωρεῖται ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν διαπροσωπικὴ κοινωνία ὑπὸ ἕνα Πρῶτο (τὸν ἐπίσκοπο).

 

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

 «Ἐπαίτης» στόν Πάπα

ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος



 

τοῦ Δημ. Κ. Ἀναγνώστου, Θεολόγου

 

Ὅπως εἶχε ἀνακοινωθεῖ καί ἀνεμένετο ἄλλωστε, ὁ ἔνοικος τοῦ Φαναρίου καί φερόμενος ὡς Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος παρέστη στήν τελετή τῆς Ἐνθρονίσεως τοῦ Ἀμερικανοῦ Πάπα Λέοντος τοῦ ΙΔ΄. Στήν τελετή παρέστη, δυστυχῶς, καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Θεόφιλος. Τό μεταξύ των κλίμα, σύμφωνα με ἔγκυρες πληροφορίες, ἦταν ἀπό τυπικό ἕως ψυχρό, λόγω τοῦ γνωστοῦ ζητήματος τοῦ Οὐκρανικοῦ Αὐτοκεφάλου καί τῆς στάσεως τοῦ τελευταίου ἐπ’ αὐτοῦ.

Τήν ἑπομένη ἀπό τήν ἐνθρόνισή του ἡμέρα ὁ Πάπας ἔκανε δεκτό σέ ἰδιαίτερη συνάντηση τόν κ. Βαρθολομαῖο, δῶρα φέροντα (προερχόμενα ἐξ Ἁγίου Ὄρους!) ἐπί τῆ ἀναλήψει τῶν καθηκόντων τοῦ πρώτου. Ὅπως φαίνεται στίς κατωτέρω παρατιθέμενες φωτογραφίες, τίς ὁποῖες ἀνήρτησε στά μέσα ἐπικοινωνίας του το Βατικανό και ἀναδημοσίευσε τό Φανάρι, ἡ γλώσσα τοῦ σώματος προδίδει τήν διακαή ἐπιθυμία τοῦ φερομένου ὡς ὀρθοδόξου Πατριάρχου νά ἐξασφαλιστεῖ ἡ συνέχιση τῆς κοινῆς πορείας πρός τήν ποθεινήν «ἕνωσιν».

Εὐρισκόμενος στήν Ρώμη ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά μεταβεῖ καί στόν τάφο τοῦ προηγουμένου Πάπα Φραγκίσκου, ὅπου, ἀφοῦ ἐναπέθεσε ἀνθοδέσμη ἀπό λευκά τριαντάφυλλα, ἐτέλεσε κατά τήν τάξιν (προφανῶς τήν οἰκουμενιστική) ἐπιμνημόσυνη Δέηση ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ «ἐν Χριστῶ ἀδελφοῦ του», «Ἐπισκόπου Ρώμης» (ὅπως τόν ἀποκαλοῦσε καί τόν ἀναγνωρίζει, τῶ ὄντι δέ αἱρεσιάρχου) καί κατατάξεως αὐτοῦ μετά τῶν Ἁγίων!

Μετά τοῦ ἀποβιώσαντος Πάπα Φραγκίσκου ὁ κ. Βαρθολομαῖος εἶχε πολύ στενή συνεργασία καί συναντίληψη ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐπίσπευση τῶν «διαδικασιῶν» προκειμένου νά ἔλθει ἡ ἡμέρα τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» Δύσεως καί Ἀνατολῆς, τίς ὁποῖες ἀμφότεροι θεωροῦν ὅτι ἐξουσιάζουν καί συνεπακόλουθα μποροῦν νά δεσμεύουν. Καί ὁ μέν πρῶτος ἐξηγεῖται λόγω τοῦ ὑπάτου ἀξιώματός του νά ἐνεργεῖ τοιουτοτρόπως, ἐνῶ ὁ δεύτερος φαίνεται ὅτι μιμεῖται τόν πρῶτον αὐτο-ἀναγορευόμενος Πάπας τῆς Ἀνατολῆς!

Ὁ θάνατος τοῦ Φραγκίσκου ἐματαίωσε προσωρινῶς τά σχέδια τοῦ Φαναρίου περί συνεορτασμῶν τῆς ἐπετείου τῶν 1700 ἐτῶν ἀπό τή σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μετά τοῦ Πάπα καί μεταβάσεώς τους στή Νίκαια, τόπο συγκλήσεώς της. Καθώς ἐπίσης (ἐματαίωσε) τόν συμφωνηθέντα προσδιορισμό «κοινοῦ Πάσχα» προκειμένου ὁ διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως ἐπιτευχθείς συνεορτασμός τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν μετά τῶν Δυτικῶν νά ἐπεκταθεῖ καί στίς κινητές ἑορτές καί δή τό Πάσχα.

Ὡς φαίνεται, ὁ κ. Βαρθολομαῖος εἶναι ἀποφασισμένος νά ἐνεργήσει τά δέοντα ὥστε νά ὑλοποιηθοῦν τά ἀνωτέρω σχέδια, μέ τή συνεργασία πλέον τοῦ νέου Πάπα, φιλοδοξῶν νά ὁλοκληρώσει, ἐκτός ἀπροόπτου, τήν μακρά πατριαρχεία του, ἔχοντας ἐπεκτείνει τά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τοῦ Φαναρίου και διευρύνει την ἀποστασία του εἰς τόν μέγιστο δυνατό βαθμό.

Ὅταν πιστεύεις βαθειά κάτι ἤ αἰσθάνεσαι τό βάρος καί τήν εὐθύνη τῆς «ἀποστολῆς» πού σοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ, δέν προσπαθεῖς ἁπλῶς, ἀλλά γίνεσαι ἀκόμη καί «ἐπαίτης» προκειμένου νά ὑλοποιηθεῖ τό ὅραμά σου! Ἐν προκειμένω, γίνεται ὁ πατριάρχης «ἐπαίτης» τοῦ Πάπα, χάριν τοῦ ὁράματος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, προκειμένου οἱ δύο «Ἐκκλησίες» Δύσεως καί Ἀνατολῆς νά ἀποκαταστήσουν πλήρως τήν μεταξύ των κοινωνία, παρά τίς ὑφιστάμενες μεγάλες διαφορές των, ἀκόμη καί δογματικοῦ χαρακτῆρος, ἕκαστος δέ τῶν δύο «Παπῶν» ἤ κέντρων θρησκευτικῆς ἐξουσίας νά ἐξουσιάζει τούς ὑπηκόους του.

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΗ ΔΕΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ «ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΟΥ» ΤΟΥ, «ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΩΜΗΣ» ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ  



ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ (19.5.2025)





https://www.youtube.com/watch?v=ktNIK1TJLzg&t=3s

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

  Ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ καί ἡ Ὀρθοδοξία.



Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 

   

      Μετά την εκλογή του νέου Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ και τις πρώτες του ομιλίες – παρεμβάσεις στα διεθνή ζητήματα, είναι πολλές οι προβλέψεις και οι αναλύσεις που δημοσιεύονται στα διεθνή ΜΜΕ. Όμως για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, που γνωρίζουν την εκκλησιαστική ιστορία έχει δικαιολογημένα προκληθεί ανησυχία για την πορεία του νέου Πάπα. Αιτία το όνομα που επέλεξε και η δήλωσή του πως θέλει η παποσύνη του να ομοιάζει με εκείνη του Πάπα Λέοντος ΙΓ΄ (1878-1903). Πράγματι ο εν λόγω Πάπας σε δύσκολους καιρούς για την παπική Εκκλησία υπήρξε πολύ ενεργητικός και, πολιτικά, αποτελεσματικός στο να αντιμετωπίσει «τις πλάνες των, τότε, μοντέρνων πολιτικό – κοινωνικών θεωριών του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και του μηδενισμού. Ενίσχυσε ηθικά και υλικά τη δημιουργία «χριστιανικών» συνδικάτων και πολιτικών κομμάτων και έδρασε αποτελεσματικά κατά της Μασωνίας και υπέρ της οικογένειας – κατά του διαζυγίου.


          Το αρνητικό για τους Ορθοδόξους ήταν ότι  ο Πάπας ΙΓ΄ ενέτεινε σε προκλητικό βαθμό τις από του 11ου αιώνος και μετά προσπάθειες του Βατικανού να τους υποτάξει υπό την ηγεμονία του. Η  προκλητική προπαγανδιστική επίθεση που εξαπέλυσε, μετά τη δημοσίευση σχετικής εγκυκλίου του, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό με δική του αυστηρή σε βάρος του Πάπα Εγκύκλιο, που δημοσιεύθηκε στο πατριαρχικό  περιοδικό «Εκκλησιαστική Αλήθεια» στις 29 Σεπτεμβρίου 1895 (Αριθμ. Φύλ. 31) καταγγέλλει ότι:

 

          «Εν εσχάτοις δε χρόνοις ο πονηρός διέσπασε από της ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντευαγγελικάς…Ούτω δη ο νυν Μακαριώτατος πάπας Ρώμης Λέων ΙΓ΄… προσκαλεί την καθ΄ημάς ορθόδοξον καθολικήν και αποστολικήν του Χριστού Εκκλησίαν εις την μετά του παπικού θρόνου ένωσιν, εννοών την ένωσιν ταύτην ως δυναμένην γενέσθαι μόνον δι’ αναγνωρίσεως αυτού ως άκρου αρχιερέως και υπερτάτου πνευματικού τε και κοσμικού άρχοντος της καθόλου Εκκλησίας και μόνου αντιπροσώπου του Χριστού επί της γης και πάσης χάριτος διανομέως».

 

          Η περί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Σύνοδος καταγγέλλει επίσης το ακόλουθο: «Επειδή όμως από τινος χρόνου η παπική Εκκλησία εγκαταλιπούσα την οδόν της πειθούς και της συζητήσεως, προς κοινήν έκπληξιν και απορίαν ήρξατο σκανδαλίζειν τας συνειδήσεις των απλουστέρων ορθοδόξων χριστιανών δι’ εργατών δολίων, εις αποστόλους Χριστού μετασχηματιζομένων, αποστέλλουσα εις την Ανατολήν κληρικούς υπό το ένδυμα και το κάλυμμα των ορθοδόξων ιερέων (Σημ.γρ. Πρόκειται για τους ουνίτες) και ποικίλα άλλα απατηλά μηχανωμένη μέσα προς επίτευξιν των προσηλυτιστικών αυτής σκοπών, απολύομεν την πατριαρχικήν ταύτην και συνοδικήν εγκύκλιον επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως και ευσεβείας…».

 

          Στη συνέχεια της Εγκυκλίου εκφράζεται η λύπη του Πατριάρχου και των περί αυτόν Συνοδικών αρχιερέων που βλέπουν «την παπικήν Εκκλησίαν εμμένουσαν υπεροπτικώς εις αυτάς και ήκιστα συντελούσαν εις τον ιερόν της ενώσεως σκοπόν δι’ αποπτύσεως των αιρετικών τούτων καινοτομιών και επανόδου εις το αρχαίον καθεστώς της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, της οποίας μέρος τότε και αυτή απετέλει».

 

          Στην παπική εγκύκλιο αντέδρασε και ο Άγιος Νεκτάριος, τότε, το 1895, διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών. Δημοσίευσε απάντηση – διατριβή στο επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος «Ιερός Σύνδεσμος», που αναδημοσιεύθηκε στο Πατριαρχικό περιοδικό στο τεύχος αριθμός 41 (8 Δεκεμβρίου 1895). Αναφέρει μεταξύ άλλων ο Άγιος:

 

«Χαρακτήρ ανδρός εν λόγοις δείκνυται είπε κάποιος των αρχαίων σοφών… Την αλήθεια ταύτην μαρτυρούσι και αι πρό τινος εκδοθείσαι δύο εγκύκλιοι του Πάπα, όπως και η έναγχος εγκύκλιος του Οικουμενικού Θρόνου, η απευθυνομένη προς τον ιερόν κλήρον και άπαν το ευσεβές και ορθόδοξον πλήρωμα του Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως…Εν άπασι πλήρης η διαφορά. Αι μεν του Μακαριωτάτου Πάπα εγκύκλιοι εικονίζουσι καθαρώς τον χαρακτήρα των Παπών και περιγράφουν αυτόν τοιούτον, οίον η ιστορία απ’ αιώνων απεικόνισεν, η δε του Οικουμενικού Πατριάρχου εγκύκλιος εικονίζει τον αληθή χαρακτήρα των Ορθοδόξων Πατριαρχών…Εν ταις εγκυκλίοις του Πάπα εμφαίνεται εγωισμός και υπερορία, κόμπος και μεγαλορρημοσύνη, αδιαφορία περί τα δογματικά, περί δε των πρωτείων και αρχής και δόξης και τα τοιαύτα ζήλος και αγών και θυσίαι και επιχειρήματα και ιστορική ανακρίβεια και προς την αλήθειαν περιφρόνησις, και αξιώσεις και απαιτήσεις και τραγελαφικαί ενώσεις και κατά το φαινόμενον υποχωρήσεις και προσπεποιημένη αγάπη, και σκοποί κρύφιοι, και τόσα άλλα παραπλήσια τα οποία επιλείψει με ο χρόνος διηγούμενον…

 

          …Δια της εγκυκλίου ο Πάπας θεωρεί καθήκον εαυτού να προσκαλέσει δι’ υψηλού κηρύγματος πάντας τους λαούς της γης, ίνα υποβάλωσι τα εαυτών σέβη τη υψηλή και αγία αυτού κορυφή λέγων:

 

 “ Ηγεμόνες και λαοί της οικουμένης, Λέων ο ΙΓ΄ ευχήν και ειρήνην εν Κυρίω υμίν αποστέλλει και προσκαλείται υμάς να προσκυνήσητε την εικόνα την χρυσήν, την οποίαν επί του πεδίλου του ποδός εαυτού έστησε, και εάν μεν πεσόντες προσκυνήσητε, σωθήθεσθε, εάν δε μη, βληθήθεσθε εις την κάμινον του πυρός την καιομένην, εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού”».

 

          Και επιλέγει ο Άγιος Νεκτάριος: «Η σοβαρά και σεμνή, η ειλικρινής και σαφής, η πατρική και προτρεπτική Εγκύκλιος του Πατριάρχου είναι όντως η πρέπουσα απάντησις προς τας δύο υπερηφάνους εγκυκλίους του Μακαριωτάτου πάπα. Μόνη η μελέτη αμφοτέρων δύναται να πληροφορήση τον αναγνώστην περί του διαπνέοντος εν αυταίς πνεύματος, εάν το πνεύμα της αληθείας λαλή εν αυταίς, ή πνεύμα άγνωστον εν τη Μια Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».

 

          Σημειώνεται ότι από τα δύο επί πλέον σχέδια που είχε για την Ελλάδα ο πάπας Λέων ΙΓ΄ πέτυχε το ένα. Ίδρυσε το «Λεόντειο Λύκειο», αλλά δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του να ανεγείρει μεγαλοπρεπή ναό στην Πάτρα, σε ανάμνηση, όπως είχε δηλώσει, της νίκης των (δυτικών) χριστιανών επί των Τούρκων το 1571, κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου…

 

          Ελπίζεται ότι το πρότυπο διακυβερνήσεως του Βατικανού και της υπ’ αυτόν Εκκλησίας, που θα ακολουθήσει ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ να μην αφορά την υπ’ αυτόν υποταγή της Ορθοδοξίας. Οι πρώτες ενδείξεις δεν είναι θετικές. Σε μια από τις πρώτες του ομιλίες ο νέος Πάπας απευθύνθηκε στους υπ’ αυτόν ηγέτες των παπικών της Ανατολής (Μαρωνιτών, Ουνιτών κ.α.) και δήλωσε ότι θα συνεχίσει την πολιτική του Λέοντα ΙΓ΄! Δηλαδή αυτήν που προκάλεσε, τότε, την έντονη αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου! Με δεδομένο ότι η σημερινή εκκλησιαστική ηγεσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν διατηρεί την αντιμετώπιση της παπικής Εκκλησίας, που είχε ο Πατριάρχης Άνθιμος και η περί αυτόν Σύνοδος είναι υπαρκτές οι ανησυχίες για τα αποτελέσματα  των σχέσεων Φαναρίου – Βατικανού.

 

Για την ιστορία αναφέρονται οι Συνοδικοί Μητροπολίτες, που συνυπέγραψαν την κατά της παπικής αλαζονικής συμπεριφοράς έναντι των Ορθοδόξων εγκύκλιο: Κυζίκου Νικόδημος, Νικομηδείας Φιλόθεος, Νικαίας Ιερώνυμος, Προύσης Ναθαναήλ, Σμύρνης Βασίλειος, Φιλαδελφείας Στέφανος, Λήμνου Αθανάσιος, Δυρραχίου Βησσαρίων, Βελεγράδων Δωρόθεος, Ελασσώνος Νικόδημος, Καρπάθου και Κάσου Σωφρόνιος και Ελευθερουπόλεως Διονύσιος.-  

 

ΥΓ. Ο Πάπας στην ομιλία του προς τους ηγέτες των παπικών εκκλησιών της Ανατολής μίλησε για την πνευματικότητα της, που εκφράζεται με τη μετάνοια  και την επίγνωση των αμαρτιών. Στο σημείο αυτό της ομιλίας του χρησιμοποίησε τη λέξη «πένθος» (Σημ. γραμμένη στα ελληνικά) που, όπως είπε, «ήταν Έλληνας μυθικός θεός, που προσωποποιούσε τη θλίψη και το δώρο των δακρύων». Κατά την άποψη ειδικών φιλολόγων θεός «Πένθος» δεν υπήρξε στην ελληνική μυθολογία.   

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

 

Τό «κενό ταυτότητας» (identity gap). : Γιατί εναι ναπόφευκτο (;) προσωπικός ριθμός νά χαραχτε στό σμα μας

 

 


Γράφει ο Αστέρης Θ. Γκίρμπας, Δικηγόρος, Υπ. Δ.Ν.

 

Το «κενό ταυτότητας» εμφανίζεται στη βιβλιογραφία για να εξηγήσει τη διάσταση ανάμεσα στα αναγνωριστικά των συσκευών ταυτοτήτων και τα αναγνωριστικά των οντοτήτων που αυτές ταυτοποιούν. Η λύση που προτείνεται για την αντιμετώπισή του είναι η ενσωμάτωση της ταυτότητας στο ανθρώπινο σώμα, συνήθως με τη μορφή της εμφύτευσης της συσκευής. Στην παρούσα μελέτη υποστηρίζεται ότι η πρόσφατη αναγραφή του Προσωπικού Αριθμού στα δελτία ταυτότητας συνιστά βήμα προς τη γεφύρωση του κενού. Επομένως, πρέπει να οξύνει τα αντανακλαστικά μας, ούτως ώστε να είμαστε σε θέση να αγωνιστούμε για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της σωματικής μας αξιοπρέπειας.

 

Λέξεις-κλειδιά:

Κενό ταυτότητας – Συστήματα επιτήρησης – Εμφυτεύματα RFID/NFC – Προσωπικός Αριθμός – Επαλήθευση ταυτότητας – Απαραβίαστο του σώματος – Πολιτική ελευθερία – Αυτεξούσιο – Κατ’ εικόνα

  

I. Το κενό ταυτότητας

Στο άρθρο τους με τον προκλητικό τίτλο: “I am not a number: Conceptualising identity in digital surveillance” (2021), που δημοσιεύθηκε στο 67ο τεύχος του περιοδικού Technology in Society, οι Victoria Wang & John Tucker¹ αναφέρονται συνοπτικά σε ένα φαινόμενο, παράλληλα ένα «πρόβλημα», που εντοπίζουν και επιδιώκουν να «λύσουν» οι σπουδές επιτήρησης. Το ονομάζουν πρόβλημα του κενού ταυτότητας ή, αλλιώς, του κενού οντότητας-αναγνωριστικού (entity-identifier gap).

Το κενό ταυτότητας σημαίνει ότι, ενώ η επιτήρηση των συσκευών ταυτότητας είναι βέβαιη και διαρκής, εξ αιτίας της διάστασης που μπορεί να διαθέτουν οι συσκευές σε σχέση με τον κάτοχό τους, συχνά μπορεί να αποδίδουν εσφαλμένες πληροφορίες αναφορικά με τη συμπεριφορά του. 

Με τα λόγια τους: 

Συνήθως, αυτό που μετράει μια κατάσταση επιτήρησης [surveillance situation] είναι πληροφορίες αναφορικά με τις συμπεριφορές οντοτήτων που είναι ψηφιακές συσκευές. Η επιτήρηση των συσκευών είναι άμεση, ενώ η επιτήρηση των χρηστών των συσκευών είναι έμμεση – τα δεδομένα αφορούν τη συσκευή. 

Απλοποιώντας το, μπορεί να έχω δανείσει την κάρτα τραπέζης μου σε κάποιον τρίτο. Όταν αυτός θα κάνει χρήση της κάρτας μου για να πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές συναλλαγές, τα προϊόντα που θα αγοράσει δεν θα συνάδουν με το προφίλ μου. 

Αν, για παράδειγμα, έδωσα την κάρτα μου στο παιδί μου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για να αγοράσει παιχνίδια από μια διαδικτυακή πλατφόρμα, η χρήση της θα μοιάζει κάπως παράδοξη στο σύστημα επιτήρησης συναλλαγών της τράπεζας. Το τελευταίο έχει συνηθίσει να βλέπει αυτήν την κάρτα, να αγοράζει βιβλία, να πληρώνει ηλεκτρονικά παράβολα, τις φορολογικές μου υποχρεώσεις κ.ο.κ., πάντως όχι να παίζει παιχνίδια. 

Για τους συγγραφείς του άρθρου, η παραδοξότητα αυτή προκαλεί μία έλλειψη προβλεψιμότητας, που δυσχεραίνει την επιτήρηση. Συνεχίζοντας: 

Ένα δεύτερο θεμελιώδες πρόβλημα για τα συστήματα επιτήρησης στα οποία οντότητες είναι οι άνθρωποι έχει να κάνει με το εξής: Πώς θα γεφυρώσουμε το κενό ταυτότητας [identity gap] μεταξύ των αναγνωριστικών των συσκευών και των αναγνωριστικών των χρηστών (έμφαση στο πρωτότυπο). 

Και είναι αποκαλυπτικό το πώς θα λυθεί το πρόβλημα: 

Γενικά, η γεφύρωση του κενού προκύπτει από μια διαδικασία εύρεσης ενός προσωπικού αναγνωριστικού που αντιστοιχεί στο αναγνωριστικό της συσκευής. 

Ο Amaal Graafstra, ένας πρωτοπόρος bodyhacker, σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην Katina Michael² αναφορικά με την ανάπτυξη μιας εφαρμογής πληρωμών μέσω εμφυτεύματος NFC τεχνολογίας, έθεσε το ζήτημα πιο γλαφυρά. Με τα λόγια του:

Το εμφύτευμα «δένει τη βιολογική ταυτότητά σου με την ψηφιακή [it bonds your biological identity to your digital identity]». 

Τεχνολογίες κοντινού πεδίου (Near Field Communication, NFC) παρέχουν σήμερα τη δυνατότητα μετάδοσης πολυπλοκότερων δομών δεδομένων. Κατά συνέπεια, τα νέα εμφυτεύματα παρέχουν βελτιωμένες δυνατότητες κρυπτογράφησης και, επομένως, μεγαλύτερη ασφάλεια. 

Η σύγκλιση ανθρώπου-μηχανής εξυπηρετεί την επιτήρηση και δίνει λύση στο πρόβλημα του κενού ταυτότητας. Η εφαρμογή της δεν προτείνεται μόνον από ορισμένους εκκεντρικούς παράφρονες, όπως ο Graafstra, αλλά ακόμη και από συστημικά χείλη. 

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Pawel Rotter, μέλος του Institute for the Prospective Technological Studies (IPTS) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από κοινού με την Barbara Daskala και τον Ramón Compañó, μέλος της αρχής κυβερνοασφάλειας της ΕΕ (European Union Agency for Cybersecurity, ENISA), δημοσίευσαν, ήδη από το 2008, άρθρο στο περιοδικό IEEE Technology and Society Magazine, με τίτλο, “RFID implants: Opportunities and challenges for identifying people”³. 

Στο εν λόγω άρθρο, διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής: 

Εμφυτεύματα RFID μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον καθένα χωρίς καμία εξαίρεση, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων με γνωστικές αναπηρίες, εφ’ όσον θέλουν να δεχτούν το εμφύτευμα [sic]. Ο χρήστης είναι πάντα ταυτοποιήσιμος ακόμη και αν διαθέτει έλλειψη συνειδήσεως ή δεν κουβαλάει καθόλου έγγραφα ταυτότητας (έμφαση στο πρωτότυπο).

Στο ίδιο άρθρο, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα εμφυτεύματα, όταν λειτουργούν με σκοπό την επαλήθευση της ταυτότητας του χρήστη, είναι ταυτόχρονα κάτι που έχω (something I have) και κάτι που είμαι (something I am). Κανείς δεν μπορεί να «κλέψει το σώμα μου». Ή μήπως μπορεί;⁴ 

ΙΙ. Η σχέση με τον Προσωπικό Αριθμό

Τι συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί από τα παραπάνω σε σχέση με την αναγραφή του Προσωπικού Αριθμού στα δελτία ταυτότητας και την αποθήκευσή του στο πλίνθιο (τσιπ) RFID που πλέον αυτά διαθέτουν; 

Αν εφαρμόσουμε την παραπάνω έννοια του κενού ταυτότητας, παρατηρούμε ότι, πράγματι, δένεται ένα προσωπικό αναγνωριστικό (ο Προσωπικός Αριθμός) με τη συσκευή. Με άλλα λόγια, ο αριθμός, πλέον, χαρακτηρίζει τόσο την οντότητα του προσώπου όσο και την οντότητα της συσκευής (ηλεκτρονικής κάρτας). Συνεπώς, αποτελεί ένα βήμα προς τη γεφύρωση του κενού οντότητας-αναγνωριστικού. Θέλει να επιτύχει την επιτήρηση της συμπεριφοράς του προσώπου μέσω της επιτήρησης της συσκευής.

Είναι ένα βήμα, αλλά δεν είναι το καθοριστικό. Ο Προσωπικός Αριθμός είναι κάτι που γνωρίζω (something I know) και ταιριάζει με το δελτίο – κάτι που έχω (something I have). Αν αυτό που έχω, δεν ταυτίζεται με αυτό που γνωρίζω, τότε η επαλήθευση δεν επιτυγχάνεται. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργεί, παραδείγματος χάριν, η επαλήθευση του PIN πριν από τη συναλλαγή μέσω τραπεζικής κάρτας με τα ATM. 

Δεν θα μπορούσα, όμως, άραγε να πάρω το δελτίο ταυτότητας του αδερφού μου (με τον οποίο μοιάζουμε πολύ), χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα και τον Προσωπικό του Αριθμό; Από τη στιγμή που ο αριθμός αναγράφεται στο δελτίο, όταν έχω πρόσβαση στο τελευταίο, έχω και τη δυνατότητα να τον απομνημονεύσω. 

Ίσως ο παραπάνω είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συμβούλεψε την κυβέρνηση (στην παράγραφο 3 της υπ’ αριθ. 1/2025 γνωμοδότησης της) να επαναξιολογήσει την υποχρεωτική αναγραφή του Προσωπικού Αριθμού στο δελτίο ταυτότητας. Το μέτρο δεν μοιάζει και πολύ αποτελεσματικό για το σκοπό της επαλήθευσης της ταυτότητας. Αντ’ αυτού η Αρχή προτείνει τη διαγραφή του αριθμού από το δελτίο και την αυτόματη επικοινωνία μεταξύ της ετικέτας του δελτίου ταυτότητας και της συσκευής ανάγνωσης. 

Ούτε, όμως, και η παραπάνω λύση γεφυρώνει απόλυτα το κενό οντότητας-ταυτότητας. Αφ’ ενός, μπορεί αυτοβούλως ο αδερφός μου να μού αποκαλύψει τον Προσωπικό του Αριθμό, παραχωρώντας μου την ίδια στιγμή τη συσκευή ταυτότητάς του. Αφ’ ετέρου, μπορώ να κλέψω τη συσκευή της ταυτότητάς του και, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, να διαβάσω τα δεδομένα που μεταδίδει η ετικέτα. 

Η συσκευή Proxmark αποτελεί ένα επιτυχημένο παράδειγμα τεχνολογικής εφαρμογής που μπορεί να διαβάσει χωρίς εξουσιοδότηση τα δεδομένα μετάδοσης των ετικετών RFID. Στην ιστοσελίδα της εταιρείας διαβάζουμε ότι: 

Η Proxmark είναι ένα εργαλείο-ελβετικός σουγιάς για τα RFID, που επιτρέπει τη διαντίδραση τόσο υψηλής όσο και χαμηλής επικοινωνίας με μια πληθώρα ετικετών RFID και συστημάτων παγκόσμια. 

Συσκευές Proxmark χρησιμοποιούνται ήδη για την πραγματοποίηση της λαθρακρόασης ή της κλωνοποίησης ετικετών συσκευών παρόμοιων με τα δελτία ταυτότητας Ελλήνων πολιτών. Επομένως, εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι ασφάλειας των δεδομένων. 

Επίσης, εξακολουθεί –και αυτό πιστεύω ενοχλεί πιο πολύ τις εταιρείες ψηφιακών τεχνολογιών και τις κυβερνήσεις των διαφόρων κρατών– να υπάρχει η αδυναμία καθολικής επιτήρησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 

ΙΙΙ. Ορισμένα συμπεράσματα

Η φρικτή λύση στο πρόβλημα του κενού ταυτότητας είναι, επομένως, το δέσιμο του προσωπικού αναγνωριστικού με την οντότητά μας. Με άλλα λόγια, η ενσωμάτωση –εμφύτευση ή αποτύπωση– του μοναδικού, ισόβιου αναγνωριστικού στο σώμα μας. Εδώ έχουμε την ευκαιρία να βγάλουμε ορισμένα περαιτέρω συμπεράσματα:

Πρώτον, το κενό ταυτότητας είναι πρόβλημα, ανάλογα με την οπτική την οποία καθένας το βλέπει. Αν η επιτήρηση του ανθρώπου αποτελεί σκοπό της κρατικής δράσης, τότε πράγματι το κενό ταυτότητας είναι ένα πρόβλημα. Αν, από την άλλη, η επιτήρηση είναι κάτι κακό, δηλαδή, αν κάποιος συμμερίζεται μια φιλελεύθερη αντίληψη της κρατικής δράσης, σύμφωνα με την οποία όσα περισσότερα ξέρει το κράτος τόσο το χειρότερο, τότε το κενό ταυτότητας-οντότητας δεν είναι πρόβλημα. Αντιθέτως, είναι ευτύχημα που (εξακολουθεί να) υπάρχει. 

Δεύτερον, το ζήτημα είναι, όπως λέμε, αξιολογικό. Όποιος, επομένως, θεωρεί πως η ασφάλεια είναι μια αξία ανώτερη της ελευθερίας, πρέπει να γνωρίζει ότι η άποψή του οδηγεί αναπόφευκτα στην επέμβαση στο απαραβίαστο του ανθρώπινου σώματος. Πολύ περισσότερο, όταν κάποιος δεν εξετάζει καθόλου το ζήτημα της επίδρασης στην ελευθερία και την ιδιωτική ζωή τέτοιων τεχνολογιών, ή, όταν κάποιος θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό έχει πολύ μικρή αξία, με τη στάση του αυτή προοικονομεί την επέμβαση στη σωματική αξιοπρέπειά μας για λόγους επιτήρησης της συμπεριφοράς. 

Όταν, λοιπόν, κάποιος θεωρεί «ψεκασμένο» κάποιον που υποστηρίζει ότι ο Προσωπικός Αριθμός θέτει σοβαρότατα θέματα ελευθερίας, λειαίνει το δρόμο για την καθολική επέμβαση της βιο-εξουσίας στα σώματά μας. 

Τρίτον, οι προφητείες και τα ιερά κείμενα, όπως είναι φυσικά η Αποκάλυψη του Ιωάννη, σύμφωνα με τα οποία θα χαραχτεί ο αριθμός του Θηρίου στο σώμα όλων των ανθρώπων, αποκτούν μια εκπληκτική επικαιρότητα. Δεν επιθυμώ να πω περισσότερα, επειδή δεν είμαι άξιος και φοβάμαι την κρίση του Θεού, που μας λέει ότι όποιος αφαιρέσει ή προσθέσει κάτι από αυτά που λέει το Βιβλίο της Αποκάλυψης θα πάθει τρομερά πράματα. Και δεν επιθυμώ να τα πάθω. Αλλά, παρατηρώ θαμπωμένος ακόμη ένα θαύμα του Θεού και, μάλιστα, ένα θαύμα που τυπώθηκε σε σελίδες βιβλίων, για να μην υπάρχει κανένας που να μπορεί να το αμφισβητήσει. Διότι, όσα μας έλεγαν ψαράδες από τη Γαλιλαία πριν από 2000 χρόνια ή γέροντες ...... που με το ζόρι βγάλανε το δημοτικό, επιβεβαιώνονται σήμερα από μελέτες και δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά. 

Τέταρτον και τελευταίο, ακόμη και αν είμαι σίγουρος ότι το παραπάνω οδηγεί με βεβαιότητα στην ενσωμάτωση του αριθμού στον άνθρωπο, δεν θα το προέβαλα σαν επιχείρημα στους δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας! Διότι έχουν ένα έτοιμο αντεπιχείρημα, το οποίο εξετάστηκε ήδη με την υπ’ αριθμ. 1090/2018 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου. Και, το αντεπιχείρημα λέει ότι: 

Το παράπονο μερικών ότι θα έρθει κάποια στιγμή που θα εμφυτευτεί το τσιπ με τον αριθμό (τότε αφορούσε τον ΑΜΚΑ) στο σώμα μας έχει να κάνει με «πιθανολογήσεις των αιτούντων για μελλοντικές παραβιάσεις, κατά τους ισχυρισμούς τους, δικαιωμάτων τους και κατά τούτο είναι απαράδεκτος» (σκέψη 14). 

Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο λέει, ας περιμένουμε μέχρι να εκδοθεί το διάταγμα που θα διατάζει να εμφυτευτεί ή να χαραχτεί στα σώματά μας ο αριθμός και τότε θα το εξετάσει. 

Όμως, ποιος μας λέει ότι τότε θα έχει το σθένος το Δικαστήριο να πάρει μια απόφαση υπέρ της ελευθερίας; 

Εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα. Και ο λόγος για τον οποίον αντιτίθεμαι στον Προσωπικό Αριθμό δεν είναι τόσο ο θρησκευτικός, όσο ο πολιτικός. Ελευθερία! Το ζήτημα είναι να προστατευτούμε από τη σφαίρα μιας σκοτεινής εξουσίας. Και βέβαια, αυτή η ελευθερία, είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο, που επιβεβαιώνεται από την παρατήρηση της συμπεριφοράς μας. Ο άνθρωπος είναι αυτεξούσιος. Προτού να δράσει, αποφασίζει. Μια εξουσία που θέλει να αφαιρέσει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε πριν δράσουμε και να αποφασίζουμε ελεύθερα είναι αντίθετη στο έργο του Θεού. Και, εκτός του ότι είναι, για αυτό το λόγο, βδέλυγμα ενώπιόν Του, είναι και καταδικασμένη να αποτύχει.

 

1 https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0160791X21002475?via%3Dihub [τελευταία προσπέλαση: 12/05/2025]

2 https://ieeexplore.ieee.org/document/7539255 [τελευταία προσπέλαση: 12/05/2025]

3 https://ieeexplore.ieee.org/document/4538979 [τελευταία προσπέλαση: 12/05/2025]

4 Θα ήταν ιδιαιτέρως επωφελής η παρακολούθηση μιας ταινίας μικρού μήκους του 2005 που έχει τον τίτλο “Smart Card” (διαθέσιμη στο Youtube με ελληνικούς υποτίτλους)





Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

 

              Πατριάρχης Βαρθολομαῖος!

              Γνήσιος φίλος τῶν Λατίνων!




Γεννάδιος Σχολάριος «μητραλοίας» ὁ ἀπεμπολῶν τήν «παραδεδομένην πίστιν» καί ἀποτολμῶν τήν ψευδῆ μετά τῶν Λατίνων ἕνωσιν

 

 Ὁ δουλοπρεπής Μητροπολίτης Ρώμης Πολύκαρπος  μέ ἀνάρτησίν του ἀρνεῖται νά στοιχηθῆ ὀπίσω ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι θέλουν τό σχίσμα τοῦ 1054 νά συνεχίζη νά ὑφίσταται 

 

 

 

Γράφει  κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος


 

  Δημοσιεύθηκε στήν πίσημη σελίδα το facebook τς ερς Μητροπόλεως ταλίας  κόλουθη ντορθόδοξη λλά καί συνάμα ξοργιστική νάρτηση

 

  «Οκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαος, Τιμήθηκε μέ διαίτερη Θέση στήν Κηδεία το Πάπα.

  Στίς 26 πριλίου 2025,  Α.Θ. Παναγιότης,  Οκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαος, παρέστη στήν ξόδιο κολουθία το Πάπα Φραγκίσκου στήν Ρώμη, τιμώμενος μέ διαίτερη θέση, σύμφωνα μέ τά κκλησιαστικά του «προνόμια», πως ατά καθορίζονται πό τούς ερούς Κανόνες τν Οκουμενικν Συνόδων τς διαίρετης Χριστιανικς κκλησίας.

  Κατά τήν διάρκεια τς λαμπρς τελετς,  Οκουμενικός Πατριάρχης κατετάγη σέ θέση ξαιρετικς τιμς, πλησίον τς γίας Τράπεζας καί νώπιον το Σώματος τν Καρδιναλίων τς Ρωμαιοκαθολικς κκλησίας.

   θέση ατή συνάδει μέ τόν Γ΄ Κανόνα τς Β΄ Οκουμενικς Συν­όδου,  ποία συγκλήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό 381 καί ρίζει τι  ρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως κατέχει τήν τιμητική δεύτερη θέση μετά τόν πίσκοπο Ρώμης:

  “Τν μν τς Κωνσταντινουπόλεως πίσκοπον, χειν τ πρεσβεα τς τιμς μετ τν τς Ρώμης πίσκοπον, δι τ εναι ατν Νέαν Ρώμην.”

  ντίστοιχα,  Δ΄ Οκουμενική Σύνοδος, πού πραγματοποιήθηκε στήν Χαλκηδόνα τό 451, πανεβεβαίωσε τι  Θρόνος τς Κωνσταντινουπόλεως “πολαμβάνει τν σων πρεσβείων πρς τν πρεσβυτέραν ώμην, κα ν κκλησιαστικος ποθέσεσιν ναγνωρίζεται ς  κείνη, κατατασσόμενος δεύτερος μετ’ ατήν”. Τό διο πιβεβαιώθηκε καί πό τήν Πενθέκτη (ή Κανόνων) Σύνοδο το 692.

   Οκουμενικός Πατριάρχης χαρακτήρισε τόν Πάπα Φραγκίσκο “πολύτιμο δελφό ν Χριστ” καί “γνήσιο φίλο τς ρθοδοξίας”, προσθέτοντας: “Καθ’ λη τήν διάρκεια τν δώδεκα τν τς παποσύνης του, πρξε πιστός φίλος, συνοδοιπόρος καί ποστηρικτής το Οκουμενικο Πατριαρχείου… φήνει πίσω του να φωτεινό παράδειγμα αθεντικς ταπεινοφροσύνης καί δελφικς γάπης”».

 

  Κατ’ ρχάς νά σημειωθ τι σέ λη ατήν τήν φιέστα τς κηδείας το πάπα Φραγκίσκου κάπου χαμένος βρισκόταν παραγκωνισμένος καί  Πατριάρχης Βαρθολομαος, χωρίς νά κατέχη καμία κεντρική θέση, πως λλωστε ναμενόταν. Στήν πραγμα-τικότητα πέστη να ξευτελισμό, σέ ντίθεση μέ τούς Ονίτες πατριάρχες, ο ποοι συμμετεχαν στήν κηδεία καί ψαλαν καί στά λληνικά.

 

  πορε κανείς, πς εναι δυνατόν, στήν πίσημη σελίδα τς ερς Μητροπόλεως ταλίας νά δημοσιεύεται  ς νω ντορθόδοξη καί βλάσφημη νάρτηση,  ποία νατρέπει τήν ρθόδοξη Παράδοση καί τήν κκλησιαστική στορία μίας χιλιετίας, ναιρώντας τό μέγα χάσμα πού χωρίζει πό τό 1054 τήν κκλησία τς Ρώμης πό τήν ρθόδοξη κκλησία. Τήν στιγμή πού ο Βυζαντινοί πρόγονοί μας, χάριν μμονς τους στήν ρθόδοξη πίστη, εχαν ς βίωμα νά παραμένουν μακριά τν Λατίνων καί νά μή πιτρέπουν κανένα πολύτως μέ ατούς συγχρωτισμό,  πίσημη σελίδα τς Μητροπόλεως ταλίας διαγράφει ατήν τήν παράδοση καί ς λλοι γραικύλοι, γράφει τι « Πατριάρχης Βαρθολομαος, παρέστη στήν ξόδιο κολουθία το Πάπα Φραγκίσκου στή Ρώμη, τιμώμενος μέ διαίτερη θέση, σύμφωνα μέ τά κκλησιαστικά του “προνόμια”, πως ατά καθορίζονται πό τούς ερούς Κανόνες τν Οκουμενικν Συνόδων τς διαίρετης Χριστιανικς κκλησίας».

 

  Γιά τήν Μητρόπολη ταλίας καί τόν προκαθήμενό της Μητροπολίτη Ρώμης Πολύκαρπο τό σχίσμα το 1054 χει ποκατασταθ καί  ρθόδοξη κκλησία καί  κκλησία τς Ρώμης ξισώνονται καί μιλον γιά μία διαίρετη κκλησία. Γιά τόν Μητροπολίτη Πολύκαρπο καί ο δύο κκλησίες εναι κάτοχοι τς γνήσιας ποστολικς πίστεως, τς μυστηριακς χάριτος καί τς ποστολικς διαδοχς, θετώντας τσι τήν σταθερή καί γία Παράδοση τν Πατέρων πού θέλει τήν ρθόδοξη κκλησία νά εναι Μία, γία, Καθολική καί πο-στολική.  δουλοπρεπής Μητροπολίτης Ρώμης μέ τήν νάρτησή του ρνεται νά στοιχηθ πίσω πό τούς Πατέρες τς κκλησίας μας πού θέλουν τό σχίσμα το 1054 νά συνεχίζη νά φίσταται, φο τό Βατικανό συνεχίζει νά παραμένη μετανόητο καί  φιλαρχία του ξακολουθε νά ραματίζεται να παγκόσμιο κκλησιαστικοπολιτικό ργανισμό κάτω πό τό σκπτρο το ρωμαίου ποντίφηκα. Ατή  φιλαρχία εναι πού θοσε καί  θε σήμερα τό Βατικανό γιά προσέγγιση καί νωση το διαιρημένου χριστιανικο κόσμου νατολς καί Δύσης.

 

   είμνηστος ρχιεπίσκοπος θηνν καί πάσης λλάδος Χρυσόστομος Β΄, κρίνοντας τήν πόφαση τς Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως στήν Ρόδο τό 1964, πού ριζε τι «κάστη κ τν κατά τόπους ρθοδόξων κκλησιν εναι λευθέρα, να ξακολουθξ αυτς καί οχί ξ νόματος συνόλης τς ρθοδοξίας, καλλιεργοσα δελφικάς σχέσεις μετά τς Ρωμαιοκαθολικς κκλησίας», εχε γράψει τι «Δέν γνωρίζομεν διάταξίν τινα τν ερν Κανόνων, πιτρέπουσαν ες Ατοκέφαλον ρθόδοξον κκλησίαν νά κοινων ξ αυτς καί οχί ξ νόματος συνόλης τς ρθοδοξίας μεθ’ οασδήποτε τεροδόξου κκλησίας…».

 

  πως  Πατριάρχης θηναγόρας κατά τήν πατριαρχεία του ξάσκησε τήν διοίκηση τς κκλησίας το Χριστο ς κοσμική ξουσία, σκώντας την προνομιακά καί αταρχικά καί οτε κν δέν νέμεινε, πως θά φειλε, τήν συγκατάθεση καί τν λλων ατοκεφάλων ρθοδόξων κκλησιν, γιά νά νακοινώση τήν ρση το ναθέματος το 1054 τό 1965· τσι καί σήμερα  κκλησία τς Κωνσταντινουπόλεως καί  Προκαθήμενός της λειτουργε νεξέλγκτα καί αταρχικά, πέρνοντας ποφάσεις καί προβαίνοντας σέ πράξεις, ο ποες ρχονται σέ εθεα ντιπαράθεση πρός τίς ποφάσεις τν Οκουμενικν Συνόδων. πως συνέβηκε μέ τήν πόφαση το Πατριάρχου θηναγόρα γιά τήν ρση τν ναθεμάτων το 1054, τσι καί στίς μέρες μας  Πατριάρχης Βαρθολομαος προχωρ νεξέλεγκτα σέ νέργειες, πως  νωση μέ τούς Λατίνους, παρεξηγώντας τά ρια καί τό πλαίσιο τν καθηκόντων του. «…νέλαβε ρόλο νομοθέτη καί μεταρρυθμιστ, κατά τρόπο παράνομο καί γνωστο στήν κκλησία το Χριστο», ναφέρει χαρακτηριστικ σέ μιλία του  λόγιος σκητής μοναχός καί συγγραφέας πατήρ Παλος  Κύπριος τόν Σεπτέμβριο το 1970, μέ θέμα « ορτολογική νότης τν ρθοδόξων καί περί “Κοινο Πάσχα”».

 

  Τίθεται τσι τό ρώτημα, άν ο φιλολατνοι καί νωτικοί το Φαναρίου καί τν Μητροπόλεων πού ατό χει πό τήν δικαιοδοσία του, μολογον δημόσια μέ τέτοια ναισχυντία τίς αρετικές πόψεις τους, ταν κατ’ δίαν μέ τούς παπικούς κρυφά καί παραβίστο συνευρίσκονται τί εναι κανοί νά μολογήσουν;

 

   διδασκαλία τν Πατέρων καί γίων τς ρθοδόξου κκλησίας μας, πού θέλει τούς Λατίνους νά εναι σχισματικοί καί αρετικοί, σύμφωνα μέ τήν νέα θεολογία πού κολουθε  τό Φανάρι, χει σήμερα κυρωθ διαίρετη καθολική καί ποστολική κκλησία, γιά τήν ποία κάνει ναφορά  νέα κκλησιολογία καί στήν ποία βασίζεται  νάρτηση τς ερς Μητροπόλεως ταλίας, δέν εναι  Μία, γία, ποστολική καί Καθολική ρθόδοξη κκλησία, εναι  κκλησία τς ποίας ο διάφορες χριστιανικές αρετικές κκλησίες καί  ρθόδοξη κκλησία ποτελον μέλη της.

 

  Στό κείμενο το Balamand το Λιβάνου, πού πογράφτηκε τό 1993 μέ τούς Λατίνους καί τό ποο προσφέρει κκλησιαστική πληρότητα καί γνησιότητα στόν παπισμό, ναφέρεται τι «κατέρωθεν ναγνωρίζεται τι σα νεπιστεύθη  Χριστός ες τήν κκλησίαν του -μολογία τς ποστολικς πίστεως, μετοχή ες τά ατά μυστήρια, κυρίως ες τήν μίαν ερωσύνην, τήν τελοσαν τήν μίαν θυσίαν το Χριστοποστολική διαδοχή τν πισκόπων- δέν δύνανται νά θεωρηθον ς ποκλειστική διότητα μις τν μετέρων κκλησιν (σσ. τν ρθοδόξων καί τν Λατίνων). Εναι σαφές τι ντός το πλαισίου τούτου ποκλείεται  ναβαπτισμός. Διά τοτον κριβς τόν λόγον  Καθολική κκλησία καί  ρθό-δοξος κκλησία ναγνωρίζουν αυτάς μοιβαίως ς δελφάς κκλησίας, πό κοινο πευθύνους διά τήν τήρησιν τς κκλησίας το Θεο ν τ πιστότητι πρός τήν θείαν οκονομίαν, διαίτερα ς πρός τήν νότητα».

 

   Γεώργιος Καραλής σέ κείμενο πού δημοσίευσε μέ τίτλο «Κριτική το κειμένου “Σχέσεις τς ρθοδόξου κκλησίας πρς τν λοιπ Χριστιανικ κόσμο”», τς Συνόδου τς Κρήτης, ναφερόμενος στήν νέα κκλησιολογία, στήν ποία βασίσθηκε καί  σύνοδος τς Κρήτης, γράφει μεταξύ τν λλων τι « ρθόδοξη κκλησία μπορε πό τήν μία νά λέει τι εναι  Μία, γία ποστολική καί Καθολική κκλησία το συμβόλου τς πίστης, λλά πό τήν λλη πρέπει νά τό ρνηθε στήν πράξη, κάτι τό ποο πιβάλλει σέ κάθε κκλησία-μέλος του τό ΠΣΕ προκειμένου νά μπορε νά συμμετάσχει σ’ ατό.  ποχρεωτική λοιπόν, γιά λα τά μέλη του, κκλησιολογική θεώρηση το ΠΣΕ, νακηρύσσει τι μία “στορική” κκλησία, ν προκειμέν  ρθόδοξη, δέν δύναται νά ταυτίζεται μέ τήν “κκλησία το Χριστο” πού εναι πληρέστερη πό τήν ρθόδοξη κκλησία. Στήν νέα κκλησιολογία πομένως, δηλώνεται νοικτά τι:  “κκλησία”  μόνη ληθινή, εναι πληρέστερη καθώς περιλαμβάνει τήν μετοχή τν διαφόρων «στορικν κκλησιν» πού θά πρέπει νά βρίσκονται σέ κοινωνία, σχέση, καί  τύπος τς κοινωνίας ποφασίζεται πό τό ΠΣΕ. Ο ρθόδοξοι, ο Λατνοι καί ο Προτεστάντες οσιαστικά μετέχουν στήν “κκλησία”, πως τήν ρίζει τό ΠΣΕ.  δέ “κκλησία” το ΠΣΕ δέν μπορε ποτέ νά διαιρεθε. Κατά συνέπεια,  διαίρεση σέ «στορικές κκλησίες» προϋποθέτει πομάκρυνση πό τήν καθολι-κότητα, λλά χι πώλεια. ποτελον μέρος τς “κκλησίας”, πλά, σέ διαφορετικό βαθμό.

 

   πίστη δέν εναι θεμελιώδης, εναι μία ναγκαιότητα πού πρέπει νά πελευθερωθε, γιά νά εμαστε σέ κοινωνία- σχέση. Τό μόνο πραγματικό γιά τήν σύγχρονη κκλησιολογία εναι  κοινωνία- σχέση τν «στορικν κκλησιν», ο ποες καθότι μετέχουν τς “κκλησίας”, νομάζονται δελφές κκλησίες. Κατά συνέπεια,  ρθόδοξη κκλησία μπορε νά πιστεύει τι εναι  Μία, γία, ποστολική καί Καθολική κκλησία, λλά πρέπει παράλληλα νά ναγνωρίσει τι σέ ατήν μετέχουν καί αρετικές καί σχισματικές ψευδοεκκλησίες, ο ποες σίγουρα πρέπει νά ναγνωριστον χι ς αρετικές  σχισματικές, λλά ς διακριτές μέν, λλά πάντως δελφές κκλησίες».

 

  Εναι λήθεια τι λλοτε ο Πατριάρχες τς κκλησίας το Χριστο ταν δέκαστοι κριτές λων σων θετοσαν τούς ερούς Κανόνες καί παγόρευαν τήν προσευχή μέ τούς αρετικούς. Κάτι τό ποο πιβεβαιώνεται πό τήν γκύκλιο το Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ε΄,  ποία εχε σταλ τό 1749 πρός τούς ρθοδόξους τς Σίφνου καί τς Μυκόνου καί γραφε μεταξύ τν λλων τι «… Γράφοντες διά το παρόντος συνοδικς ντελλόμεθα καί παραγγέλλομεν πατρικς καί πνευματικς λους τούς ν τ νήσ ταύτ ρθοδόξους πό τοδε καί ες τό ξς μή τολμήσετε τό σύνολον νά συγκοινωντε μετά τν ατόθι φρατόρων καί φραγκοπατέρων καί λοιπν Δυτικν, ες τε ερά τς καθ’ μς κκλησίας Μυστήρια καί ες τάς λοιπάς κκλησιαστικάς τελετάς, προσευχάς τε καί ερουργίας, λλά νά φυλάττετε νόθευτον καί διάφθορον τό ρχαον καί πατροπαράδοτον σέβας τς εσεβος μν πίστεως καί τό κοινώνητον λως μετ’ κείνων ν πάσαις καί ερας τελετας καί κολουθίαις. άν δέ μετά τήν πατριαρχικήν καί συνοδικήν μν πιτίμησιν, πατρικήν τε καί πνευματικήν παραίνεσιν καί νουθεσίαν ταύτην, τολήση τις πό λόγου σας φαν πειθής καί ναντίος καί ετε τις κ τν ατόθι ερέων τολμήση καί φωραθ συνευχόμενος τος Λατίνοις  προσφοράς δεχόμενος κείνων  μνήμας γων πέρ ατν…  τοιοτος ερεύς θέλει καθυποβληθ τελεί καθαιρέσει τς ερωσύνης ατο διά πατριαρχικο καί συνοδικο μν γράμματος…».

 

 Ατοί σαν λλοτε ο Πατριάρχες το Πατριαρχείου τς Κωνσταντι-νουπόλεως, παγόρευαν ποιονδήποτε συγχρωτισμό μέ τήν αρεση, ν ντιθέσει  σημερινός Πατριάρχης τιμται μέ διαίτερη θέση «πλησίον τς γίας Τράπεζας καί νώπιον το Σώματος τν Καρδιναλίων τς Ρωμαιοκαθολικς κκλησίας». μως τό ποιό νησυχητικό εναι τι σέ λη τήν ρθόδοξη κκλησία δέν πρξε νας Προκαθήμενος  νας πίσκοπος νά στιγματίση τήν πράξη ατή το Πατριάρχη Βαρθολομαίου καί γενικότερα τίς νεξέλεγκτες καί ντορθόδοξες νέργειές του. Σέ ντίθεση  πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Σχολάριος εχε χαρακτηρίσει «μητραλοίαν» τόν πεμπολοντα τήν «παραδεδομένη πίστιν» καί ποτολμντα τήν ψευδ μετά τν Λατίνων νωση.


Κύριο Ἄρθρο Έφημ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, 9.5.2025, ἀρ. φύλλου 2541



Ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀσπάζεται τά παπικά διάσημα τοῦ Φραγκίσκου.
.